Το χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύγχρονο καπιταλισμό

Το χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύγχρονο καπιταλισμό

  • |

Μια καί­ριας ση­μα­σί­ας πλευ­ρά όλων σχε­δόν των σύγ­χρο­νων ετε­ρό­δο­ξων προ­σεγ­γί­σε­ων είναι η ιδέα ότι η ηγε­μο­νία του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, όπως και του πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νου χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού κλά­δου της οι­κο­νο­μί­ας, πα­ρά­γει μια ιδιαί­τε­ρα αρ­πα­κτι­κή εκ­δο­χή κα­πι­τα­λι­σμού, η οποία εγκλεί­ει εν­δο­γε­νώς τά­σεις  προς δη­μιουρ­γία κρί­σε­ων. Στη σχε­τι­κή οι­κο­νο­μι­κή βι­βλιο­γρα­φία, ο όρος χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση υπο­δη­λώ­νει το φαι­νό­με­νο της αυ­ξα­νό­με­νης ση­μα­σί­ας των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών αγο­ρών, των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών κι­νή­τρων, των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών θε­σμών, και των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών ελίτ, στη λει­τουρ­γία της οι­κο­νο­μί­ας και των θε­σμών της κε­ντρι­κής κυ­βέρ­νη­σης, τόσο σε εθνι­κό, όσο και σε διε­θνές επί­πε­δο.

Εισαγωγή του βιβλίου των: Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, Γιάννης Μηλιός και Σπύρος Λαπατσιώρας

Έτσι λοι­πόν, σύμ­φω­να με μια κεϋν­σια­νής κα­τεύ­θυν­σης επι­χει­ρη­μα­το­λο­γία, ο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός απο­τε­λεί μια άδικη (από την άποψη της κα­τα­νο­μής ει­σο­δή­μα­τος), αστα­θή, αντια­να­πτυ­ξια­κή πα­ραλ­λα­γή του κα­πι­τα­λι­σμού, οι άμε­σες συ­νέ­πειες της οποί­ας είναι η συρ­ρί­κνω­ση των ει­σο­δη­μά­των των ερ­γα­ζό­με­νων και η διό­γκω­ση της κερ­δο­σκο­πί­ας. Η γε­νι­κή αυτή οπτι­κή φαί­νε­ται ότι κυ­ριαρ­χεί επί­σης και στις μαρ­ξι­στι­κές συ­ζη­τή­σεις. Από ένα με­γά­λο αριθ­μό θε­ω­ρη­τι­κών που επη­ρε­ά­ζο­νται από το μαρ­ξι­σμό, έχουν δια­μορ­φω­θεί δυο κα­τευ­θύν­σεις ερ­μη­νεί­ας: είτε ο νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρος κα­πι­τα­λι­σμός δεν κα­τόρ­θω­σε να απο­κα­τα­στή­σει την κερ­δο­φο­ρία του κε­φα­λαί­ου (το πο­σο­στό κέρ­δους) σε υψηλά επί­πε­δα, δη­λα­δή σε επί­πε­δα ικα­νο­ποι­η­τι­κά για μια δυ­να­μι­κή κα­πι­τα­λι­στι­κή συσ­σώ­ρευ­ση, είτε, αντι­θέ­τως, προ­χώ­ρη­σε υπερ­βο­λι­κά προς αυτή την κα­τεύ­θυν­ση (των υψη­λών  κερ­δών), πα­ρα­χω­ρώ­ντας στην ερ­γα­τι­κή τάξη ει­σο­δή­μα­τα ανε­παρ­κή για την κα­τα­νά­λω­ση του κοι­νω­νι­κού προ­ϊ­ό­ντος. Και στις δύο πε­ρι­πτώ­σεις, ο κα­πι­τα­λι­σμός εμ­φα­νί­ζε­ται να είναι πα­γι­δευ­μέ­νος (είτε από τα μέσα της δε­κα­ε­τί­ας του 1970, είτε σε κά­ποια με­τα­γε­νέ­στε­ρη στιγ­μή) σε μια δι­η­νε­κή κρίση, το τέλος της οποί­ας δεν είναι άμεσα ορατό. Το απο­τέ­λε­σμα αυτής της δια­δι­κα­σί­ας είναι ότι με­γά­λα τμή­μα­τα κε­φα­λαί­ου αδυ­να­τούν να βρουν επεν­δυ­τι­κές διε­ξό­δους, και κατ’ αυτό τρόπο, είτε προ­κα­λούν «φού­σκες», είτε υπο­στη­ρί­ζουν ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κές πο­λι­τι­κές εξα­να­γκα­σμέ­νης συσ­σώ­ρευ­σης που εξαρ­τά­ται από το δα­νει­σμό και το χρέος.

Το παρόν βι­βλίο υπήρ­ξε προ­ϊ­όν μιας έρευ­νας που ολο­κλη­ρώ­θη­κε το 2013, η οποία αρ­χι­κά συ­ντά­χθη­κε στην αγ­γλι­κή γλώσ­σα. Ευ­χα­ρι­στού­με πολύ τον Χρή­στο Βαλ­λιά­νο για την πο­λύ­τι­μη συμ­βο­λή του στη με­τά­φρα­ση των αγ­γλι­κών κομ­μα­τιών του κει­μέ­νου.

Πρώτο μας μέ­λη­μα ήταν να προ­βού­με σε μια διε­ξο­δι­κή διε­ρεύ­νη­ση των ανω­τέ­ρω από­ψε­ων, προ­κει­μέ­νου να δια­πι­στώ­σου­με την ανα­λυ­τι­κή τους κα­τα­γω­γή και την ικα­νό­τη­τά τους να ερ­μη­νεύ­σουν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Επι­στρέ­φου­με στις ανα­λύ­σεις του Μαρξ, σε μια προ­σπά­θεια να δεί­ξου­με ότι το πρω­τό­τυ­πο σύ­στη­μα των κα­τη­γο­ριών του είναι δυ­να­τόν να χρη­σι­μεύ­σει ως ένα ολο­κλη­ρω­μέ­νο πλαί­σιο για την ερ­μη­νεία των εξε­λί­ξε­ων στις σύγ­χρο­νες χρη­μα­το­πι­στω­τι­κές αγο­ρές.

Πρό­θε­σή μας είναι να δεί­ξου­με ότι η με­γά­λη πλειο­ψη­φία των ετε­ρό­δο­ξων προ­σεγ­γί­σε­ων, παρ’ όλον ότι αναμ­φί­βο­λα ανα­πα­ρι­στούν ση­μα­ντι­κές όψεις του σύγ­χρο­νου κα­πι­τα­λι­σμού, δεν είναι σε θέση να προ­σφέ­ρουν μια επαρ­κώς πε­ριε­κτι­κή πε­ρι­γρα­φή των λόγων για τους οποί­ους προ­ω­θού­νται οι νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρες με­ταρ­ρυθ­μί­σεις και η προ­κύ­πτου­σα χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση των κα­πι­τα­λι­στι­κών κοι­νω­νιών. Η βα­σι­κή τους αδυ­να­μία – η οποία είναι ταυ­τό­χρο­να και το συ­νε­κτι­κό τους στοι­χείο – είναι ότι πα­ρι­στούν τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη συ­ντα­γή για τη δια­σφά­λι­ση της κερ­δο­φο­ρί­ας του κε­φα­λαί­ου όχι ως ένα ζή­τη­μα πα­ρα­γω­γής κέρ­δους, αλλά ως ένα ζή­τη­μα που αφορά την ανα­δια­νο­μή ει­σο­δή­μα­τος – ανα­δια­νο­μή που αφορά ου­σια­στι­κά τη σφαί­ρα της κυ­κλο­φο­ρί­ας. Σύμ­φω­να με την προ­σέγ­γι­ση αυτή, φαί­νε­ται ότι η ανα­πτυ­ξια­κή αδυ­να­μία και η αστά­θεια του σύγ­χρο­νου κα­πι­τα­λι­σμού συ­νι­στούν το απο­τέ­λε­σμα μιας ορι­σμέ­νης «απλη­στί­ας», ή, εν πάση πε­ρι­πτώ­σει, κακής ρύθ­μι­σης στις σχέ­σεις που διέ­πουν την κα­τα­νο­μή ει­σο­δή­μα­τος.

Αντι­με­τω­πί­ζου­με τη χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση ως ορ­γα­νι­κή εξέ­λι­ξη, και όχι ως πα­ρα­μόρ­φω­ση στο εσω­τε­ρι­κό της κα­πι­τα­λι­στι­κής πα­ρα­γω­γής: η συ­να­κό­λου­θη ανά­λυ­ση για τις σχέ­σεις ερ­γα­σί­ας και κε­φα­λαί­ου στο σύγ­χρο­νο κα­πι­τα­λι­σμό θα βρί­σκε­ται σε έντο­νη αντι­δια­στο­λή προς τις συ­νή­θεις ετε­ρό­δο­ξες προ­σεγ­γί­σεις. Η σύγ­χρο­νη χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή σφαί­ρα δεν είναι ούτε ανε­δα­φι­κή, ούτε υπερ­τρο­φι­κή και δυ­σλει­τουρ­γι­κή. Υπό την έν­νοια αυτή, δια­φο­ρο­ποιού­μα­στε σαφώς από όλους εκεί­νους που πι­στεύ­ουν ότι η σύγ­χρο­νη πα­γκό­σμια χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή κα­τά­στα­ση αφορά την κερ­δο­σκο­πία και στη συ­νέ­χεια εκ­φρά­ζουν την ανη­συ­χία τους για τον αυ­ξα­νό­με­νο χω­ρι­σμό της χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής σφαί­ρας από την «πραγ­μα­τι­κή» οι­κο­νο­μία. Αντι­λαμ­βα­νό­μα­στε τη χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση ως μια εγ­γε­νώς κα­πι­τα­λι­στι­κή δια­δι­κα­σία και σκο­πεύ­ου­με να διε­ρευ­νή­σου­με τους διά­φο­ρους τρό­πους με τους οποί­ους αυτή χρη­σι­μεύ­ει ως το γε­νι­κό πλαί­σιο για την ορ­γά­νω­ση των κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων εξου­σί­ας.

Η χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση και οι αγο­ρές πα­ρα­γώ­γων δεν απο­τε­λούν μόνο δια­δι­κα­σί­ες συ­στη­μα­τι­κής απο­τί­μη­σης δε­δο­μέ­νων και συλ­λο­γής πλη­ρο­φο­ριών. Η δια­δι­κα­σία αξιο­λό­γη­σης που διε­ξά­γε­ται από τις χρη­μα­το­πι­στω­τι­κές αγο­ρές έχει ση­μα­ντι­κές συ­νέ­πειες για την ορ­γά­νω­ση των κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων εξου­σί­ας. Κατά την άποψή μας, πρό­κει­ται για το βα­σι­κό μή­νυ­μα της θε­ω­ρί­ας του Μαρξ. Η χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση αφορά το πώς η αξιο­ποί­η­ση αυτή ενι­σχύ­ει και ισχυ­ρο­ποιεί την εφαρ­μο­γή των τά­σε­ων εξέ­λι­ξης του κε­φα­λαί­ου. Η χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση ανα­πτύ­χθη­κε ως μια τε­χνο­λο­γία εξου­σί­ας, προ­κει­μέ­νου να επι­κα­θή­σει στις κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις εξου­σί­ας, με σκοπό την ορ­γά­νω­σή τους και την ενί­σχυ­ση της αντο­χής και της απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τάς τους.

Όταν ο Μαρξ επε­χεί­ρη­σε να πε­ρι­γρά­ψει την κοι­νω­νι­κή φύση των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών αγο­ρών, ει­σή­γα­γε την έν­νοια του «πλα­σμα­τι­κού κε­φα­λαί­ου», και μί­λη­σε για φε­τι­χι­σμό. Ήθελε να επι­σύ­ρει την προ­σο­χή μας στο γε­γο­νός ότι οι κι­νη­τές αξίες απο­τε­λούν πραγ­μο­ποι­η­μέ­νες μορ­φές εμ­φά­νι­σης  της κοι­νω­νι­κής σχέ­σης του κε­φα­λαί­ου. Απο­τε­λούν πράγ­μα­τι, δο­μι­κές ανα­πα­ρα­στά­σεις των κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων, αντι­κει­με­νο­ποι­η­μέ­νες αντι­λή­ψεις, οι οποί­ες συ­σκο­τί­ζουν την τα­ξι­κή φύση των κα­πι­τα­λι­στι­κών κοι­νω­νιών, ενώ ταυ­τό­χρο­να, ση­μα­το­δο­τούν και προ­κα­λούν τον κα­τάλ­λη­λο τρόπο συ­μπε­ρι­φο­ράς που απαι­τεί­ται για τη δρα­στι­κή ανα­πα­ρα­γω­γή των κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων εξου­σί­ας.

Η χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση εν­σω­μα­τώ­νει ένα φάσμα θε­σμών, δια­δι­κα­σιών, σκέ­ψε­ων και στρα­τη­γι­κών που κα­θι­στούν εφι­κτή την πραγ­μα­το­ποί­η­ση (όχι χωρίς αντι­φά­σεις) των θε­με­λιω­δών στό­χων στο πλαί­σιο των υπαρ­κτών κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων. Πρό­κει­ται απλά για ένα δια­φο­ρε­τι­κό τρόπο έκ­φρα­σης των ανα­λύ­σε­ων του Μαρξ για την εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­ση των κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων. Οι χρη­μα­το­πι­στω­τι­κές αγο­ρές έχουν τη διπλή λει­τουρ­γία της αξιο­λό­γη­σης και της απο­τε­λε­σμα­τι­κής ορ­γά­νω­σης των ατο­μι­κών οι­κο­νο­μι­κώς δρώ­ντων και ταυ­τό­χρο­να, της προ­ώ­θη­σης μιας ιδιαί­τε­ρης μορ­φής χρη­μα­το­δό­τη­σης. Τα «πα­ρά­γω­γα» και όλα τα σύγ­χρο­να «εξω­τι­κά» χρη­μα­το­πι­στω­τι­κά ερ­γα­λεία και και­νο­το­μί­ες απο­τε­λούν τις ανα­γκαί­ες προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την εφαρ­μο­γή της χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­σης. Ει­σά­γουν μια δια­πλα­στι­κή προ­ο­πτι­κή στους συ­γκε­κρι­μέ­νους πραγ­μα­τι­κούς κιν­δύ­νους, κα­θι­στώ­ντας τους σύμ­με­τρους (και συ­νε­πώς συ­γκρί­σι­μους με­τα­ξύ τους), και ανά­γο­ντας την ετε­ρο­γέ­νειά τους σε μια κοινή βάση, μια μο­να­δι­κό­τη­τα. Η πραγ­μα­τι­κό­τη­τά τους ως αξίες – το ίδιο το γε­γο­νός ότι απο­τε­λούν εμπο­ρεύ­μα­τα με μια τιμή, δη­λα­δή οι­κο­νο­μι­κά αντι­κεί­με­να που είναι πάντα ήδη πο­σο­τι­κο­ποι­ή­σι­μα – κα­θι­στά εφι­κτή την κα­θιέ­ρω­ση ενός μέ­τρου σύ­γκρι­σης των ετε­ρο­γε­νών συ­γκε­κρι­μέ­νων κιν­δύ­νων. Με άλλα λόγια, η πραγ­μα­τι­κό­τη­τά τους ως εμπο­ρεύ­μα­τα εξα­σφα­λί­ζει μια αφαί­ρε­ση από την πραγ­μα­τι­κή ανι­σό­τη­τα των συ­γκε­κρι­μέ­νων κιν­δύ­νων, ανά­γο­ντάς τους σε εκ­φρά­σεις μιας μο­να­δι­κής κοι­νω­νι­κής ιδιό­τη­τας: του αφη­ρη­μέ­νου κιν­δύ­νου. Υπό αυτή την έν­νοια, τα διά­φο­ρα χρη­μα­το­πι­στω­τι­κά ερ­γα­λεία κα­τα­γρά­φουν και ελέγ­χουν τους όρους και τις τρο­χιές ανα­πα­ρα­γω­γής της σύγ­χρο­νης κα­πι­τα­λι­στι­κής σχέ­σης, αξιο­λο­γώ­ντας και επι­χει­ρώ­ντας να προ­βλέ­ψουν (αν και με ατελή τρόπο) την πο­ρεία της πάλης των τά­ξε­ων, προ­λαμ­βά­νο­ντας γε­γο­νό­τα που θα μπο­ρού­σαν να είναι δυ­σά­ρε­στα από την οπτι­κή του κε­φα­λαί­ου.

Επο­μέ­νως, η χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση δεν είναι το απο­τέ­λε­σμα μιας μοι­ραί­ας και επί­μο­νης ανι­κα­νό­τη­τας του κα­πι­τα­λι­σμού να απο­κα­τα­στή­σει την κερ­δο­φο­ρία ή να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει την υπε­ρα­ξία. Η πρό­σφα­τη κρίση συ­νι­στά στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα την κα­τά­λη­ξη μιας έντο­νης ανέ­λι­ξης της τα­ξι­κής πάλης στους κόλ­πους των σύγ­χρο­νων κοι­νω­νι­κών σχη­μα­τι­σμών. Η έκρη­ξη των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών πα­ρα­γώ­γων και των και­νο­τό­μων μορ­φών δια­χεί­ρι­σης κιν­δύ­νου συ­νέ­βα­λαν στην πυ­ρο­δό­τη­ση της κρί­σης. Καί­τοι η χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση και τα πα­ρά­γω­γα αντι­με­τω­πί­ζο­νται ως ανε­ξάρ­τη­τοι κα­θο­ρι­στι­κοί πα­ρά­γο­ντες αλ­λα­γών στο σύγ­χρο­νο κόσμο, θα πρέ­πει μάλ­λον να θε­ω­ρού­νται ως και­νο­το­μί­ες που προ­κα­λούν την εμ­φά­νι­ση νέων ειδών ορ­θο­λο­γι­κό­τη­τας για την προ­ώ­θη­ση των στρα­τη­γι­κών εκ­με­τάλ­λευ­σης που βα­σί­ζο­νται στο κύ­κλω­μα του κε­φα­λαί­ου, και όχι ως πα­ρεκ­κλί­σεις ή δυ­σλει­τουρ­γι­κές εξε­λί­ξεις που πα­ρε­μπο­δί­ζουν την εξέ­λι­ξη της «πραγ­μα­τι­κής» οι­κο­νο­μί­ας. Οι νέες ορ­θο­λο­γι­κό­τη­τες της χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­σης προ­ϋ­πο­θέ­τουν μια στάση συμ­μόρ­φω­σης με τους κα­νό­νες του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος. Πα­ρα­δό­ξως, οι νέες αυτές ορ­θο­λο­γι­κό­τη­τες, ωθούν συ­στη­μα­τι­κά στην κα­τεύ­θυν­ση μιας υπο­τί­μη­σης των κιν­δύ­νων. Ο σύγ­χρο­νος κα­πι­τα­λι­σμός είναι πα­γι­δευ­μέ­νος σε μια διελ­κυ­στίν­δα με­τα­ξύ της ανά­γκης να είναι «απο­τε­λε­σμα­τι­κός» και της υπο­τί­μη­σης των κιν­δύ­νων.

Στο πρώτο Μέρος του βι­βλί­ου («Η μακρά πα­ρά­δο­ση της χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής σφαί­ρας ως αντι­πα­ρα­γω­γι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας στην ετε­ρό­δο­ξη σκέψη: μια μαρξι(στι)κή απο­τί­μη­ση»), προ­τεί­νου­με μια κρι­τι­κή επι­σκό­πη­ση των ση­μα­ντι­κό­τε­ρων προ­σεγ­γί­σε­ων της χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής σφαί­ρας ως ση­μείο αφε­τη­ρί­ας για τη δια­τύ­πω­ση της δικής μας θε­ω­ρη­τι­κής ανά­λυ­σης. Το πε­ρί­γραμ­μα αυτού του μέ­ρους πα­ρου­σιά­ζει σε κά­ποιο βαθμό τις προ­θέ­σεις της ανά­λυ­σής μας στο παρόν βι­βλίο. Ανι­χνεύ­ει στις πα­ρέμ­βα­σης του Ρι­κάρ­ντο πρό­τυ­πα σκέ­ψης και γραμ­μές συλ­λο­γι­σμού τα οποία επρό­κει­το να ανα­κα­λυ­φθούν εκ νέου από τους Βέ­μπλεν [Veblen] και Κέυνς [Keynes] στο φως των νέων θε­σμι­κών εξε­λί­ξε­ων που συ­νό­δευ­σαν τον κα­πι­τα­λι­σμό στη διάρ­κεια της Με­γά­λης Ύφε­σης του 1929. Το ίδιο πε­ρί­γραμ­μα συ­νο­ψί­ζει επί­σης μια ερ­μη­νεία του κα­πι­τα­λι­σμού, η οποία χα­ρα­κτη­ρί­ζει πολ­λές πρό­σφα­τες ρι­ζο­σπα­στι­κές προ­σεγ­γί­σεις. Η ιδέα του «στα­θε­ρά από­ντος από την πα­ρα­γω­γή ιδιο­κτή­τη», ο οποί­ος, με βάση τη νο­μι­κή συν­θή­κη της ιδιω­τι­κής ιδιο­κτη­σί­ας», ιδιο­ποιεί­ται ει­σό­δη­μα της πα­ρα­γω­γι­κής βιο­μη­χα­νι­κής κοι­νό­τη­τας υπό τη μορφή προ­σό­δου συ­νο­ψί­ζει τη βα­σι­κή αντί­λη­ψη που υιο­θε­τεί από κοι­νού η ανω­τέ­ρω ανα­φε­ρό­με­νη πα­ρά­δο­ση.

Στο δεύ­τε­ρο Μέρος του βι­βλί­ου («Χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή και­νο­το­μία, χρήμα, και κα­πι­τα­λι­στι­κή εκ­με­τάλ­λευ­ση: μια σύ­ντο­μη πε­ρι­ή­γη­ση στην ιστο­ρία των οι­κο­νο­μι­κών ιδεών») επι­χει­ρού­με μια κρι­τι­κή διε­ρεύ­νη­ση των θε­με­λιω­δών θέ­σε­ων που προ­τά­θη­καν από τις ετε­ρό­δο­ξες, τις κυ­ρί­αρ­χες (mainstream), και τις μαρ­ξι­στι­κές θε­ω­ρη­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις σχε­τι­κά με το ρόλο της χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής σφαί­ρας. Εξε­τά­ζου­με τις δυ­να­τό­τη­τες της κάθε προ­σέγ­γι­σης να ρίξει φως στις ιστο­ρι­κές και σύγ­χρο­νες τά­σεις του κα­πι­τα­λι­σμού. Εστιά­ζου­με πε­ραι­τέ­ρω στην ιδιαί­τε­ρη θε­ω­ρη­τι­κή προ­βλη­μα­τι­κή του Μαρξ, η οποία ει­σή­γα­γε ένα ερευ­νη­τι­κό πεδίο, που μας επι­τρέ­πει να αντι­λη­φθού­με την κοι­νω­νι­κή φύση των σύγ­χρο­νων αλ­λα­γών στη χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή σφαί­ρα. Από την αντί­θε­τη πλευ­ρά, η κυ­ρί­αρ­χη οι­κο­νο­μι­κή σκέψη συ­να­ντά δυ­σκο­λί­ες όταν επι­χει­ρεί να στο­χα­στεί σο­βα­ρά τη χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή σφαί­ρα, εν­σω­μα­τώ­νο­ντάς την στην οι­κο­νο­μι­κή θε­ω­ρία γε­νι­κά, και ει­δι­κό­τε­ρα σε ερ­μη­νεί­ες περί της αστά­θειας και των κρί­σε­ων του κα­πι­τα­λι­σμού.

Το τρίτο Μέρος του βι­βλί­ου («Ιστο­ρι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα από τη χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή σφαί­ρα») επα­νε­ξε­τά­ζει κά­ποια ση­μα­ντι­κά ιστο­ρι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα στην ανά­πτυ­ξη των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών αγο­ρών. Εδώ προ­τεί­νο­νται κά­ποιες προ­κα­ταρ­κτι­κές θέ­σεις σχε­τι­κά με τον κρί­σι­μο ρόλο του κρά­τους στη στα­θε­ρο­ποί­η­ση της λει­τουρ­γί­ας της χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής σφαί­ρας.

Το τέ­ταρ­το Μέρος του βι­βλί­ου («Η κρίση της Ζώνης του ευρώ») εστιά­ζει στη Ζώνη του ευρώ ως εν­δει­κτι­κό πα­ρά­δειγ­μα της λει­τουρ­γί­ας του σύγ­χρο­νου κα­πι­τα­λι­σμού, απο­σα­φη­νί­ζο­ντας την επι­χει­ρη­μα­το­λο­γία των προη­γού­με­νων μερών. Η στρα­τη­γι­κή του ευρώ ανα­λύ­ε­ται ως μη­χα­νι­σμός συ­νε­χούς άσκη­σης πί­ε­σης για την ανα­διορ­γά­νω­ση της ερ­γα­σί­ας στα διά­φο­ρα κρά­τη-μέ­λη. Στο πλαί­σιο αυτό δεί­χνου­με πώς οι εντά­σεις στις χρη­μα­το­πι­στω­τι­κές αγο­ρές στα­θε­ρο­ποί­η­σαν και εστί­α­σαν τις νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρες αντι­δρά­σεις σε θέ­μα­τα που σχε­τί­ζο­νται με τις σχέ­σεις κε­φα­λαί­ου – ερ­γα­σί­ας και πώς η πα­ρου­σία αυτών των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών δομών στο ση­με­ρι­νό στά­διο εξέ­λι­ξής τους συ­νέ­δρα­με την κρα­τι­κή εξου­σία στην εφαρ­μο­γή πο­λι­τι­κών που ευ­νο­ούν τα συμ­φέ­ρο­ντα του κε­φα­λαί­ου.

Τέλος, τα «Συ­μπε­ρά­σμα­τα» ολο­κλη­ρώ­νουν το βι­βλίο, ανα­κε­φα­λαιώ­νο­ντας τη θε­ω­ρη­τι­κή μας επι­χει­ρη­μα­το­λο­γία. Εστιά­ζου­με ιδιαί­τε­ρα στην αντι­πα­λό­τη­τα με­τα­ξύ του μαρ­ξι­κού θε­ω­ρη­τι­κού συ­στή­μα­τος της Κρι­τι­κής της Πο­λι­τι­κής Οι­κο­νο­μί­ας και των από­ψε­ων που δια­τυ­πώ­νο­νται από τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες ετε­ρό­δο­ξες προ­σεγ­γί­σεις σχε­τι­κά με την κρίση και τη χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή σφαί­ρα. Ακόμα, σκια­γρα­φού­με το πε­ρί­γραμ­μα μιας γε­νι­κής αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής πο­λι­τι­κής ατζέ­ντας.

/rproject.gr/