Ο Υπουργός των Οικονομικών κ. Τσακαλώτος κατέθεσε στη Βουλή την εβδομάδα που πέρασε το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού 2017. Το Προσχέδιο βασίζεται πάνω στην ισχυρή, κατά πολλούς συμπεριλαμβανόμενου κι’ εμού του ιδίου, υπόθεση της επίτευξης θετικής ανάπτυξης κατά 2,7% το 2017.
- του Κώστα Λαμπρόπουλου |
| red line
Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ που τίθεται στον Κρατικό Προϋπολογισμό του επόμενου χρόνου δεν είναι μια απλή υπόθεση. Δεν είναι ούτε μια ακαδημαϊκή πρόβλεψη (ε! καλά, έπεσα έξω και τι έγινε…) , ούτε ένας πολιτικός στόχος (Meaculpa! Αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη και συνεχίζουμε τις δουλειές μας ως συνήθως…). Είναι η πηγή από την οποία η Κυβέρνηση θα εισπράξει τους φόρους συναλλαγών (ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κατανάλωσης, κ.λπ.) και εισοδήματος (μισθοί, κέρδη, συντάξεις) και, συνεπώς, θα χρηματοδοτήσει τις δαπάνες της. Αν η προϋπολογισμένη ανάπτυξη δεν επιτευχθεί, τα έσοδα θα μείνουν πίσω, οι δαπάνες θα πρέπει κατ’ αντιστοιχία να αναδιαταχθούν και -εν τέλει- ο συνολικός προϋπολογισμός να αναδιαμορφωθεί πράγμα που πρακτικά σημαίνει αύξηση της φορολογίας ή / και μείωση των δαπανών.
Δεδομένης της μικρής αρνητικής ελαστικότητας των δημόσιων δαπανών κατά τη φάση εκτέλεσης του προϋπολογισμού, η όλη αυτή διαδικασία, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, προσλαμβάνει το χαρακτήρα μιας δημοσιονομικής κρίσης η οποία και καθίσταται οξύτερη εξαιτίας των παράλληλων μνημονιακών δημοσιονομικών περιορισμών και στόχων.
Αν η πρόβλεψη / στόχος του 2,7% δεν είναι αυθεντική, τότε η Κυβέρνηση κατευθύνεται εντός του πρώτου εξαμήνου 2017 προς μια δημοσιονομική κρίση που θα έχει προκαλέσει η ίδια!
Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι για να αμφιβάλει κανείς γιατην αυθεντικότητα της σημαντικότερης εγγραφής του Κρατικού Προϋπολογισμούή ακόμα και να την αμφισβητεί ευθέως, μερικά ή συνολικά.
Κατ’ αρχάς, ηEurobankResearch[i] [20160908:5] εκτιμάότιηανάπτυξη το 2016 θα καταλήξει στο -0,5%, δηλαδή σε (περιορισμένη) ύφεση.
Το νεοσυσταθέν Δημοσιονομικό Συμβούλιο εκτιμά ότι “Για το 2017, η εκτίμηση αύξησης του ΑΕΠ με ρυθμό 2,7% αξιολογείται ως αρκετά αισιόδοξη, και υπό προϋποθέσεις.”.
Η ΓΣΕΒΕΕ σημειώνει ότι “Είναι χαρακτηριστικό ότι η προβλεπόμενη και ευκταία βελτίωση των όρων μεγέθυνσης (αύξηση ΑΕΠ κατά 2,7%) και δημοσιονομικής εξυγίανσης (πρωτογενές πλεόνασμα 1,8% του ΑΕΠ) συσχετίζεται με ένα υψηλό προσδοκώμενο ποσοστό αύξησης επενδύσεων (9,1%), ιδιωτικής κατανάλωσης εν μέσω φοροκαταιγίδας (1,8%) και μείωσης της ανεργίας (23,5%), επιδόσεις οι οποίες δε θα εξασφαλιστούν αν δεν υπάρξει ένα σταθερά ευνοϊκό μακροοικονομικό και επενδυτικό κλίμα στη χώρα. Επιπρόσθετα, υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι η ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης δε θα επιτευχθεί σύντομα καθώς θα είναι ναρκοθετημένη από την αδυναμία των θεσμικών εταίρων να καταλήξουν σε ένα κοινό σχέδιο διαχείρισης του ελληνικού χρέους και της ευρωπαϊκής οικονομίας σε όλα τα επίπεδα (νομισματικό, δημοσιονομικό, τραπεζικό, μεταναστευτικό), ενώ σημαντικές απειλές υπάρχουν ως προς την περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας.”.
Σε προηγούμενο άρθρο μου στο RLA[ii]σημείωνα ότι οι αναπτυξιακές προβλέψεις για το 2017 είναι σαφώς υπερεκτιμημένες και περιόριζα -ως διόρθωση των σχετικών εκτιμήσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής- την ανάπτυξη από το 2,7% στο 1,3% έως 1,8%, την ιδιωτική κατανάλωση από το 1,8% στο 0,8% έως 1% και τις επενδύσεις από το 11,6% στο 5% έως 8%. Προσωπικά εκτιμούσα -δίχως τη χρήση τυπικού μακροοικονομετρικού υποδείγματος, το οποίο άλλωστε και δεν διαθέτω) ότι το 2017 η αύξηση του ΑΕΠ θα κυμανθεί από +0,2% έως +0,3%) και η Ιδιωτική Κατανάλωση θα κυμανθεί στο +0,0%.
Βεβαίως, ο σχετικός κυβερνητικός αντίλογος επισημαίνει ότι υπάρχει σύμπτωση μεταξύ των αναπτυξιακών εκτιμήσεων της Ελληνικής Κυβέρνησης (+2,7%), της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (+2,7%) και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (+2,77%) για το 2017 και, επομένως, συμπεραίνει ότι ο προβλεπόμενος / στοχοθετημένος ρυθμός ανάπτυξης για το 2017 δεν είναι μικροπολιτικά“φουσκωμένος” από τον αρμόδιο Υπουργό Οικονομικών για εσωκομματική κατανάλωση εν όψη του επικείμενου 2ου συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ.
Επ’ αυτού, οφείλω, βεβαίως, να αναφέρω ότι στο αμέσως προηγούμενο άρθρο μου στο RLA [iii] διαπίστωσα κατόπιν λεπτομερούς εξέτασης των σχετικών στοιχείων ότι η αξιοπιστία των αναπτυξιακών προβλέψεων τόσο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ήταν την τελευταία τριετία -πρακτικά- μηδενική.
Συνεπώς, καλώ τον Υπουργό Οικονομικών, αγαπητότατο Ευκλείδη, να καταρτίσει και να καταθέσει επίσης στη Βουλή και δεύτερο Προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού που να βασίζεται πάνω στην πρόβλεψη της ανάπτυξης κατά +0,5% και αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 0,0% το 2017. Τα δύο, προφανώς αλληλένδετα, Προσχέδια να συμψηφιστούν από τη Βουλή: το μεν πρώτο ως το «ευνοϊκό αναπτυξιακό ενδεχόμενο», το δε δεύτερο ως το «δυσμενές αναπτυξιακό ενδεχόμενο».
Επιστημολογικά η πρόταση αυτή βασίζεται στην παραδοχή εκ μέρους του ίδιου του κ. Πρωθυπουργού ότι η επίτευξη του ρυθμού ανάπτυξης που θέτει ο Υπουργός Οικονομικών στο Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού εξαρτάται επίσης από την εκπλήρωση ορισμένων εξωγενών όρων.
Υπενθυμίζω ότι οι όροι που έθεσε ο ίδιος ο κ. Πρωθυπουργός είναι οι ακόλουθοι:
- εάν η ανάπτυξη το τρέχον έτος υπερβεί την προβλεπόμενη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήπια ύφεση -0,3% και φτάσει στο +0,2% έως +0,4%.
- εάν η Ελλάδα συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) από το οποίο είναι προς το παρόν αποκλεισμένη λόγω της χαμηλής πιστοληπτικής αξιολόγησής της.
- εάν ευοδωθεί η προσπάθεια επιστροφής της Ελλάδας στις αγορές ομολόγων το 2017, δηλαδή μειωθούν επίσης οι αποδόσεις των τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου στη δευτερεύουσα αγορά.
- εάν υπάρξει εισροή επενδυτικών κεφαλαίων από το εξωτερικό ύστερα από την φυγή των άμεσων επενδυτικών κεφαλαίων το 2015 (καθαρή εκροή -261 εκατ. € όλο το έτος[iv]) και των χρηματιστηριακών κεφαλαίων το 2016 (καθαρή εκροή -34,85 εκατ. € το μήνα Σεπτέμβριο[v]).
- εάν υπάρξει διευθέτηση του ζητήματος βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους που θέτει η Ελληνική Κυβέρνηση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και ο Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ.
Το γεγονός, όμως, ότι μια έκβαση συναρτάται από εξωτερικούς όρους που κατά περίπτωση ισχύουν ή δεν ισχύουν, αυτό επιβάλλει υποχρεωτικά τουλάχιστον την διπλή επανεκτίμησή της: (α) με ισχύοντες τους όρους και (β) με μη ισχύοντες.
Υπάρχει, όμως, και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό που πρέπει να προστεθείστο τεχνοκρατικά δέον:η εισαγωγή στη Βουλή των Κρατικών Προϋπολογισμών με άνω και κάτω όρια περιορίζει την αυθαιρεσία στη διαχείριση εκ μέρους της Εκτελεστικής Εξουσίας, δηλαδή της Κυβέρνησης, των αποκλίσεων που πάντοτε σημειώνονται κατά την εκτέλεση τους.
Επομένως, η πρόταση του διπλού προϋπολογισμού αποτελεί ταυτόχρονα όχι μόνο μέσο αποφυγής μιας δημοσιονομικής κρίσης το 2017 αλλά και εργαλείο επίσης άσκησης δομικού κοινωνικού ελέγχου της κυβερνητικής οικονομικής διαχείρισης. Είναι, λοιπόν, καιρός να αντιληφθούμε και να αξιοποιήσουμε δεόντως τον «κοινωνικό έλεγχο» ως (ισχυρό)συντελεστή εξόδου από την συνυφασμένη κρίση της οικονομίας, της κοινωνίας και του κράτους που διανύουμε.
[i] Eurobank Research [20160908:5] Greece outlook for H2 2016 and beyond.