Και μετά την επιστροφή στη Δραχμή, τι; | του Κώστα Λαμπρόπουλου

Και μετά την επιστροφή στη Δραχμή, τι; | του Κώστα Λαμπρόπουλου

Είναι πιθανή η επιστροφή στη Δραχμή;

Φυσικά και είναι εφόσον αυτό αποφασίσει, δημοψηφισματικά ή κοινοβουλευτικά, η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Το πρόβλημα, όμως, της δραχμικής επιστροφής δεν τελειώνει με τη θέσπιση ενός εθνικού νομίσματος. Απεναντίας, αρχίζει από εκεί.

του Κώστα Λαμπρόπουλου |  | red line

Το ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσουμε είναι εάν το δραχμικό πολιτικό καθεστώς θα είναι διαχρονικά διατηρήσιμο ή όχι. Και απ’ το σημείο αυτό αρχίζει το ουσιαστικό πρόβλημα της δραχμικής πρότασης.

Πίσω από τη Δραχμή στοιχίζονται σήμερα ανόμοιες και αντίθετες ταξικές και πολιτικές δυνάμεις που σχηματοποιούν τρία διακριτάεναλλακτικάρεύματα:

1.      Το Πρώτο Ρεύμα αποτελείται από εκείνους που θέλουν τη Δραχμή εντός του πλαισίου του κοινωνικού, οικονομικού και πολιτικού συστήματος που υπήρχε πριν τη χρεοκοπία του κράτους το 2010. Μια συνοπτική αλλά λειτουργική περιγραφή του συστήματος αυτού δίνεται σε παλαιότερα άρθρα[i] στο RedLine.

Οι οπαδοί αυτού τουΡεύματος θέλουν τη Δραχμή για να απαλλάξουν το κράτος από το χρέος του, άρα και τους εαυτούς τους από τη φορολογία. Θέλουν τη Δραχμή για να διευθετήσουν τα χρέη τους στις τράπεζες από μηδενική βάση και σε υπερ-μακροπρόθεσμη χρονική κλίμακα. Θέλουν το κράτος στην υπηρεσία των προσλήψεων προσωπικού και των πάσης φύσεως προμηθευτών του.

Για όλους αυτούς τους λόγους θέλουν ένα κράτος του οποίου η κυβέρνηση να είναι επιρρεπής στους συμβιβασμούς με τους διαδοχικούς πολιτικούς εκβιασμούς του εκλογικού σώματος και συνεπώς είναι υπέρμαχοι της υφιστάμενης πρωθυπουργοκεντρικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Αστοί, μικροαστοί και υπερχρεωμένοι συμπαρατάσσονται στις γραμμές αυτούτουΡεύματος. Η δεξιά συνιστώσα της νυν Συγκυβέρνησης εκφράζει ιδεολογικά και στεγάζει πολιτικά ορισμένους εξ αυτών.

2.      Το Δεύτερο Ρεύμα αποτελείται από εκείνους που θέλουν τη Δραχμή εντός του πλαισίου ενός αναδιανεμητικού και  ισχυρού κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού τύπου μπολιβαριανής Βενεζουέλας επικεντρωμένου κυρίως στην παροχή υπηρεσιών υγείας, παιδείας και κοινωνικής ασφάλισης μέσω της υπερφορολόγησης επίσης των «εχόντων και κατεχόντων», της πάταξης της παραοικονομίας και της λαθρεμπορίας, κ.ο.κ. Πολιτικά τάσσονται υπέρ της προεδροκεντρικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας η οποία, ωστόσο, για να επιτευχθεί απαιτεί πλειοψηφίες που οι δυνάμεις που προς το παρόν στεγάζονται πολιτικά στο ΣΥΡΙΖΑ ούτε μπορούν πλέον να ονειρευτούν ότι θα πετύχουν.

Υπενθυμίζεται, επ’ αυτού, ότι η πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης που η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έδωσε στη δημοσιότητα τον περασμένο μήνα περιλαμβάνει,μεταξύ άλλων, την απ’ ευθείας εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από το εκλογικό σώμα, τη μέγιστη συνεχή 8ετή θητεία των βουλευτών, την κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας καιτην καθιέρωση της απλής αναλογικής.

Το Ρεύμα αυτόσυναρθρώνει κυβερνητικά και κομματικά στελέχη του χώρου του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και ορισμένα από τα διορισμένα από την κυβέρνηση στελέχη στις διοικήσεις των ΔΕΚΟ. Γύρω απ’ αυτόν συσπειρώνονταιορισμένοι από τους άνεργους αριστερών ιδεολογικών πεποιθήσεων που έχουν τα προσόντα και προσδοκούν να απασχοληθούν επαγγελματικά στον ελεγχόμενο από την Κυβέρνηση μη εμπορευματικό τομέα της οικονομίας. Τα συνδικάτα του εμπορευματικού τομέα της οικονομίας και η διανόηση είναι σαφώς τοποθετημένα στην απέναντιόχθη του προσωποπαγούς  αυταρχισμού που χαρακτηρίζει την προεδροκεντρική επιλογή του ΔεύτερουΡεύματος.

Βεβαίως, η ίδια η χρεοκοπία του μπολιβαριανού προτύπου[ii], ο αυταρχικός εκτροχιασμός του Προέδρου Ερντογάν και του κόμματός του στη γειτονική Τουρκία αλλά και η κυβερνητική διαχειριστική ανεπάρκεια που έχουν μέχρι σήμερα επιδείξει τα περισσότερα από τα κυβερνητικά και κομματικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αποδυναμώνουν την απήχηση της όλης πρότασής τουςστην κοινωνία και αυτό υποχρεώνει τούς -λόγω καθηκόντων- σιωπηλούς κρατικούς και δημόσιους λειτουργούς που πρόσκεινται σ’ αυτή σε επιπρόσθετη προνοητική πολιτική εγκράτεια.

Επίσης, απουσιάζει από το πολιτικό προσκήνιο του χώρου εκείνη η ισχυρή, χαρισματική, προσωπικότητα, ο αδιαφιλονίκητος και άμεμπτος ηγέτης, που θα έπαιρνε πάνω του το παιχνίδι του φιλολαϊκού πολιτικού βοναπαρτισμού (προτού να αρχίσει η λειτουργική κυβερνητική φθορά του ίδιου και των επιτελών του).

Τελικά, το ΔεύτεροΡεύμα, υποστασιοποιείεξ αντικειμένου ως PlanB(με διαπρύσιο ιεροκήρυκα τον -εκτός κυβέρνησης- αξιότιμο πρώην Υπουργό Οικονομικών  κ. Βαρουφάκη)το ύστατο Σχέδιο Πολιτικής Διάσωσης ενός κομματιού του πολιτικού και κομματικού προσωπικού του ΣΥΡΙΖΑ σε περίπτωση τής-για διάφορους λόγους- κατάρρευσης της παρούσας συγκυβέρνησής του με τους ΑΝΕΛ.

3.      ΤοΤρίτο Ρεύμα αποτελείται από εκείνους που θέλουν τη Δραχμή στην υπηρεσία (ως μέσο μισθοδοσίας του προσωπικού και διεξαγωγής λιανικών καταναλωτικών συναλλαγών)μιας κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας σε είδος, ανάλογη με εκείνη που ο σταλινισμός συγκρότησε προπολεμικά στην ΕΣΣΔ και μεταπολεμικά στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και σε μεγάλες περιοχές της Ασίας. Εμμέσως πλην σαφώς, πολιτικά τάσσονται υπέρ της κομματικής δικτατορίας (τους) επί του κράτους και για το λόγο αυτό παραμένουν εντελώς σιωπηλοί ως προς την (εκλογική;) διαδικασία ανάδειξης και αλλαγής της δραχμικής κυβέρνησης, δηλαδή -εν ολίγοις- το πολιτικό σύστημα.

Το Τρίτο Ρεύμα είναι κατ’ αρχάς ιδεολογικό: συσπειρώνει τα ποικιλώνυμα υπολείμματα του ιστορικού σταλινισμού στη λαϊκομετωπική πολιτική εκδοχή του. Το υπαρξιακό πρόβλημα που αντιμετωπίζει το Τρίτο Ρεύμα είναι ότι -τουλάχιστον ιστορικά- ο καθ΄ ύλην αρμόδιος επί του θέματος εγχώριος πολιτικός σχηματισμός, το ΚΚΕ, από τη μια προτάσσει στρατηγικά τον κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό μετασχηματισμό εντός του οποίου και θέτει -απολύτως ορθά- το νομισματικό ως ένα απλό παρελκόμενο στοιχείο του και από την άλλη θεωρεί -δυστυχώς επίσης ορθά- αυτό το Ρεύμα ως την απώτατη λαϊκομετωπική εκδήλωση του μικροαστικού πολιτικού οπορτουνισμού του Πρώτου Ρεύματος (που κάθε επαφή μαζί του μπορεί -προς το παρόν-να είναι μόνο πολιτικά επιβλαβής γι’ αυτό). Η συμμετοχή σημαινόντων στελεχών αυτού του Ρεύματος στην πρώτη συγκυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ και η υπερψήφιση εκ μέρους τους (πλην -προς τιμήν της- τής κας. Γαϊτάνη) του κου. Παυλόπουλου ως Προέδρου της Δημοκρατίας,τεκμηριώνει αναμφισβήτητα την εχθρική δυσπιστία που -επί του παρόντος- επιδεικνύει απέναντί του το ΚΚΕ.

Επιπλέον, υπενθυμίζεται, ότι τα μόνα κόμματα του σημερινού πολιτικού στερεώματος που η εσωτερική ιεραρχία και η ιδεολογία τους επιτρέπειτεχνικά να επιβάλλουν τη δικτατορία τους επί του κράτους είναι το ΚΚΕ και η ΧΑ και όχι ο (ενιαιομετωπικός) συνασπισμός των ποικιλώνυμων συνιστωσών του Τρίτου Ρεύματος. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι εάν το Τρίτο Ρεύμα, από κάποιο περίεργο καπρίτσιο της ιστορίας, αποδειχθεί νικηφόρο στο δραχμικό εμφύλιο πόλεμο που αναπόφευκτα θα ξεσπάσει μετά τη νίκη της Δραχμής, τότε η εξουσία -αργά ή γρήγορα- θα κατατείνει … στο ΚΚΕ (μέσω μερικής απορρόφησης ή ολικής συγχώνευσης του Τρίτου Ρεύματος)!

Η πολιτικά ιδιοτελής δημαγωγική ανευθυνότητα των οπαδών της δραχμικής επιστροφής συνίσταται στο ότι προτάσσουν το δραχμικό αίτημα χωρίς ταυτόχρονα να αποσαφηνίζουν εντός ποιου οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού συστήματος αυτό υλοποιείται. Βεβαίως, με τον τρόπο αυτό  καλλιεργούντην εντύπωση ότι υπάρχει ένα πλατύ κοινωνικό κίνημα υπέρ της δραχμής που επιχειρούν -επίσης δημαγωγικά- να το παρουσιάσουν ως τη συνέχεια του μαζικότατου κινήματος υπέρ του “Όχι” στο (δήθεν) “δημοψήφισμα” του 2015. Η εντύπωση αυτή “ρεαλιστικοποιείται”, σε τακτά χρονικά διαστήματα, από τις δημοσκοπήσεις που δείχνουν την αργή αλλά σταθερή αύξηση του πλήθους των πολιτών που δηλώνουν ότι προτιμούν την επιστροφή στη Δραχμή έναντι της παραμονής στο Ευρώ.

Είναι προφανές ότι το ΠρώτοΡεύμα, στο οποίο συσπειρώνονται τμήματα της αστικής και μικροαστικής τάξης, δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να συμπράξει στο Δραχμικό Κοινοβούλιο με το Δεύτεροκαι τοΤρίτοΡεύμα. Απεναντίας, εάν πολιτικά βρεθεί σε μειονεκτική θέση απέναντί τους, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα μετακυλήσει σε υπερ-εθνικιστικές / εθνικοσοσιαλιστικέςσυνηγορίες για να αντιμετωπίσει τις άλλες δύο αντίπαλες δραχμικές παρατάξεις. Αυτό αποτελεί έναν κίνδυνο που το ΤρίτοΡεύμα-παρασυρμένο από τον επίπονο αγώνα συγκρότησης του “Μεγάλου Λαϊκού Μετώπου της Δραχμής” που δίνεικαθημερινά- δεν έχει ακόμα πλήρως αντιληφθεί[iii].

Με λίγα λόγια, τουλάχιστον με τα σημερινά αριθμητικά πολιτικά δεδομένα και τις ασύμβατες εναλλακτικές προτιμήσεις κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων των τριών Δραχμικών Πολιτικών Ρευμάτων δεν προκύπτει σε καμία απολύτως περίπτωση βιώσιμη δραχμική κυβερνητική πλειοψηφία ούτε στα επόμενα 50 χρόνια. Εάν δε,καταφέρουμεως πολιτική κοινωνία να επαναφέρουμε τη Δραχμή χωρίς παράλληλα να έχει εκ των προτέρων διασφαλιστεί  ο σχηματισμός συγκυβερνητικής πλειοψηφίας για να διαχειριστεί τόσο τα οφέλη της όσο και τα κόστη της, τότε θα έχουμε ξεπεράσει κάθε ιστορικό προηγούμενο δημοκρατικής δημ(ο)-αγωγίας,α-περι-σκεψίας και, τελικά, από-γνωσης!

Η κύρια, λοιπόν, πολιτική ευθύνη των οπαδών της δραχμικής επιστροφής είναι να δηλώσουν απερίφραστα την κυβερνητική πλειοψηφία με την οποία σκοπεύουν να διαχειριστούν τα πλεονεκτήματα που κατά τη γνώμη τους ενέχεικαι τα κόστη που εκτιμούν ότι επιφέρει η επανεισαγωγή του εθνικού νομίσματος και να ορίσουν επακριβώς το πολιτικό σύστημα μέσω του οποίου αυτή η -προφανώς συγκυβερνητική- πλειοψηφία θα προκύψειαρχικά και θα ανανεώνεται στη συνέχεια διαχρονικά.

Είναι προφανές ότι οι όρκοι ορισμένων εξ αυτών σε συνταγματικές / συνταχτικές αρχές και επιταγές λιγότερο ή περισσότερο αφηρημένες όπως ισονομία, ισοπολιτεία, ευημερία, ανακλητότητα, λαϊκή συμμετοχή στον έλεγχο και τις αποφάσεις, κ.ο.κ. δεν προσδιορίζουν ούτε κατ’ ελάχιστο το πολιτικό σύστημα μέσω του οποίου τελείται -εν προκειμένω- η εκλογή, ανάκληση και διαδοχή των κυβερνήσεων. Επομένως, κανείς δεν μπορεί να πάρει τους όρκους αυτούςτοις μετρητοίς, δηλαδήστα σοβαρά.

Άνευ των απαραίτητων αυτών πολιτικών αποσαφηνίσεων και ορισμών, το δραχμικό σχέδιο (στην όποια κοινωνικο-οικονομική εκδοχή του) απλώς στερείται στοιχειώδους πολιτικής, δηλαδή -τελικά- κοινωνικής / ταξικής- αξιοπιστίας.

Άρα -καταληκτικά-αποτελεί εξ αντικειμένου μια γιγάντια επιχείρηση ταξικού αποπροσανατολισμού από τα άμεσα, δηλαδή πριν από την έλευση της Δραχμής, σοσιαλιστικά καθήκοντα του προλεταριάτου και συγκεκριμένα: τημετοχική κοινωνικοποίηση της κρατικής και δημοτικής / κοινοτικής ιδιοκτησίας επί των επιχειρήσεων και οργανισμών και συνδυασμέναμ’ αυτή παράλληλη εγκαθίδρυση του εκπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος.

Ή μήπως πρέπει πρώτα να περιμένουμε τον ερχομό της Δραχμής, η οποία -στην τελική- μπορεί και να μην έρθει ποτέ[iv], για να αγωνιστούμε στη συνέχειαγια το σοσιαλισμό;


[i] Λαμπρόπουλος [20151019] Κ., Η παγκόσμια ελληνική ιδιαιτερότητα: Ο μικροαστικός κρατικός μονοπωλιακός καπιταλισμός μας, Δείτε ΕΔΩ . και Λαμπρόπουλος [20151106] Κ., Αποχαιρετισμός στο Λαϊκό Κράτος ΕΔΩ
[ii] Για την προβλεφθείσα κατάληξη στη χρεοκοπία βλ. Λαμπρόπουλος [2009] Κ., Βενεζουέλα και σοσιαλισμός – Από τον κρατικο-μονοπωλιακό καπιταλισμό του Chavez στην κοινωνική οικονομία των πολιτών, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα.
[iii] Το πολιτικά, όμως, έμπειρο ΚΚΕ το γνωρίζει αυτό απέξω κι’ ανακατωτά!
[iv]Beckett [1948] S., Περιμένοντας τον Γκοντό, Εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα, 1994. Στην παρουσίαση του έργου ο GuntherAndersσημειώνει: «Το να ρωτήσουμε ποιος ή τι είναι ο αναμενόμενος Γκοντό δεν έχει κανένα νόημα. Ο Γκοντό δεν είναι τίποτα άλλο από το όνομα του γεγονότος ότι η ζωή που συνεχίζεται άσκοπα παρερμηνεύει την παρουσία της σαν “αναμονή”, ή “περιμένοντας κάτι”. Η θετική στάση των δύο προσώπων, του Εστραγκόν και του Βλαδίμηρου, αποτελεί, τελικά, μια διπλή άρνηση: πρόκειται για την ανικανότητα να αναγνωρίσουν τη δίχως νόημα θέση τους. Μάλιστα, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται και από τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα, ο οποίος έχει πει πως δεν τον ενδιαφέρει τόσο ο Γκοντό, όσο το “Περιμένοντας”.».

Τα σχόλια είναι κλειστά.