Η καπιταλιστική σταυροφορία της Δύσης  του Κώστα Λαμπρόπουλου

Η καπιταλιστική σταυροφορία της Δύσης του Κώστα Λαμπρόπουλου

Όσον τουλάχιστον αφορά την Ευρώπη, με διαχρονικά μεταβλητό ανθρωπολογικό περιεχόμενο και γεωγραφικό προσδιορισμό, η συνολική ιστορία της έχει διέλθει από τέσσερα μεγάλα διαδοχικά στάδια ενώ σήμερα διανύει το πέμπτο.

Το πρώτο στάδιο εντοπίζεται κυρίως στην Ν. Α. Μεσόγειο. Πρόκειται πρώτα για την κρητομυκηναϊκή και μετά για την αρχαιοελληνική εποχή.

Το δεύτερο στάδιο εντοπίζεται σ’ ολόκληρη τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για την ελληνιστική και αμέσως μετά ρωμαϊκή εποχή.

Το τρίτο στάδιο εντοπίζεται σ’ ολόκληρη την Ευρώπη (και τις θάλασσές της). Πρόκειται, συνδυασμένα και αλληλεπιδραστικά, για τη βυζαντινή εποχή στην Ανατολή, τη φεουδαλική εποχή στη Δύση και την ελευθεροπολειτιακή εποχή στο Βορρά.

Το τέταρτο στάδιο είναι αυτό του Ατλαντικού. Αποικισμός και εποικισμός της Αμερικής πρώτα της Νότιας και Κεντρικής και μετά της Βόρειας. Μετά ακολουθεί η βιομηχανική επανάσταση  γύρω από τη Μάγχη, τη Βόρεια Θάλασσα και τη Βαλτική. Το βασικό αναπτυξιακό δίπολο είναι: Ευρώπη – Αμερική.

Η διαπίστωση που πρέπει να υπογραμμιστεί με πολλές γραμμές είναι ότι το πέρασμα σε κάθε επόμενο στάδιο συντελούταν / επέφερε την παρακμή / καταστροφή των δομικών πυρήνων του προηγούμενου σταδίου.

Σήμερα, το ένα συστατικό στοιχείο του ατλαντικού σταδίου, η Αμερική, έχει εισέλθει στο νέο στάδιο του Ειρηνικού ενώ το άλλο, η Ευρώπη, απλώς ασφυκτιά στην απομόνωσή της τις παρακμιακές επιπτώσεις της οποίας και επιχειρεί να αντισταθμίσει με .την «εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».

Ποιο είναι -στο πλαίσιο της συντελούμενης Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης- το έδαφος για την άνθηση της νέας ευρωπαϊκής βιομηχανίας;

Η δυνητική βιομηχανική ενδοχώρα της Ευρώπης βρίσκεται στη Ρωσία από τη μια και τη Β. Αφρική – Μ. Ανατολή από την άλλη.

Η «ρωσική λύση» συνεπάγεται και προϋποθέτει συμμετοχικές διαρρυθμίσεις μεταξύ Δυτικοευρωπαίων και Ρώσων που η μεν δυτικοευρωπαϊκή καπιταλιστική τάξη δεν επιθυμεί να αποδεχθεί (καθότι υποβαθμίζεται με την εισαγωγή νέων συνεταίρων στην ευρωπαϊκή μετοχική εταιρεία), η δε πουτινική πολιτική τάξη δεν επιθυμεί επίσης να αποδεχθεί (καθότι υποβαθμίζεται με την συνεπαγόμενη αποποίηση της κρατικο-καπιταλιστικής οικονομικής βάσης πάνω στην οποία στρογγυλοκάθεται).

Η «βορειοαφρικανική – μεσανατολική λύση» συνεπάγεται και προϋποθέτει την απαλλαγή των αυταρχικών κρατικο-καπιταλιστικών καθεστώτων των κρατών της περιοχής και την αντικατάστασή τους από δημοκρατικά ή δικτατορικά καθεστώτα (εντελώς αδιάφορο) άκρατου -όμως- οικονομικού φιλελευθερισμού, δηλαδή εντελώς συναινετικά στις δυτικοευρωπαϊκές επενδύσεις.

Εν ολίγοις πρόκειται για μια δυτικοευρωπαϊκή σταυροφορία πολυεθνικής καπιταλιστικοποίησης της Β. Αφρικής και Μ. Ανατολής η οποία υποβοηθείται από τη στρατιωτική ισχύ αλλά και τα όποια ειδικότερα οικονομικά ενδιαφέροντα των ΗΠΑ.

Στη σταυροφορία αυτή, ο δυτικοευρωπαϊκός καπιταλισμός επιτυγχάνει την εσωτερική ταξική συναίνεση του προλεταριάτου με δύο συμπληρωματικά μέσα: πρώτο, με το προπαγανδιστικό φόβητρο της τρομοκρατίας του Ισλαμικού Κράτους και, δεύτερο, με την σιωπηλή υπόσχεση ότι μετά τον πόλεμο που πρέπει να πολεμήσει το προλεταριάτο θα ανοίξουν και οι δουλειές για να απασχοληθεί στις «Νέες Ευρωπαϊκές Χώρες» ώστε η Ευρώπη να επιστρέψει στην πολυπόθητη πλήρη απασχόληση.

Το προτελευταίο επεισόδιο αυτής της σταυροφορίας διαδραματίζεται σήμερα στη Συρία  και το τελευταίο επεισόδιό της έχει ήδη αρχίσει να εκτυλίσσεται στην Τουρκία.

Στη Συρία οι καπιταλιστές σταυροφόροι απέτυχαν να ανατρέψουν τον Άσαντ χάριν της στρατιωτικής και άλλης στήριξης που του προσέφεραν η Ρωσία και το Ιράν. Κέρδισαν, όμως, πρακτικά ανέξοδα το σχηματισμό ενός οιονεί ανεξάρτητου αλλά εντελώς εξαρτημένου απ’ αυτούς κουρδικού κράτους (Rojavayê Kurdistanê) που αποτελεί -επί της ουσίας- μια τεράστια στρατιωτική βάση τους μεταξύ Τουρκίας – Ιράν – Ιράκ – Συρίας.

Στην Τουρκία, οι καπιταλιστές σταυροφόροι θα πετύχουν να ανατρέψουν τον αντιστεκόμενο με νύχια και με δόντια Ερντογάν;

Την απάντηση στο ερώτημα αυτό θα τη νοιώσουμε στο πετσί μας επειδή δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι στους δυτικούς καπιταλιστές σταυροφόρους περιλαμβάνονται επίσης τόσο το ελληνικής ιδιοκτησίας κεφάλαιο όσο και οι Ελληνικές Ένοπλές Δυνάμεις.

Αυτός είναι και ο πραγματικός απώτατος λόγος της τουρκο-ελληνικής αντιπαράθεσης και όχι η «εθνική» ιδιοκτησία σε μια βραχονησίδα του Αιγαίου …

Ωστόσο, η αναλυτική αποτύπωση της ιστορικής διαδικασίας γέννησης και διαμόρφωσης του καπιταλισμού στην Ευρώπη που διατυπώνει ο Marx έχει –με τα συνήθη σύγχρονα μέτρα και σταθμά- σοβαρά κενά.

Πρώτο: ο Marx δεν ξεκινάει την ανάλυσή του για την «πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου» στη Δυτική, Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη από το εισαγωγικό μεσαιωνικό στάδιό της κατά την εποχή των σταυροφοριών (1096-1270). Ωστόσο, η βιομηχανία υπηρεσιών θαλάσσιων και επίγειων μεταφορών ανθρώπων και αγαθών, οι αυτο-κυβερνώμενες εμπορικές και βιοτεχνικές πόλεις και λιμένες καθώς επίσης το χρηματοπιστωτικά ολοκληρωμένο τραπεζικό σύστημα άνθησαν την εποχή των σταυροφοριών και σε σημαντικό, αν όχι καθοριστικό, βαθμό εξαιτίας τους.

Η πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου αρχίζει να εκτυλίσσεται, λοιπόν, κατά την εποχή των σταυροφοριών στη Βορειοδυτική Μεσόγειο (Αδριατική, Τυρρηνική και Βαλεαρική Θάλασσα) με πυρήνα τις παραθαλάσσιες πόλεις-δημοκρατικά κράτη της Βόρειας Ιταλίας (Βενετία, Γένουα, κ.α.).

Το δεύτερο τόξο της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου στην Ευρώπη ήταν το χανσεατικό δίκτυο εμπορικών και βιοτεχνικών πόλεων και λιμένων στη Βαλτική και τη Βόρεια Θάλασσα. Υπενθυμίζεται ότι η Lübeck θεμελιώθηκε το 1143. Ο Frederick II χορήγησε τον καταστατικό χάρτη της το 1226.

Τέλος, το τρίτο τόξο της πρωταρχικής συσσώρευσης διασχίζει παραποτάμια την Κεντρική Ευρώπη.

Το δεύτερο στάδιο της πρωταρχικής συσσώρευσης εκτυλίσσεται –όπως ορθά επισημαίνει ο Marx- μέσω της ανακάλυψης, κατάκτησης και αποικισμού / εποικισμού πρώτα του «Νέου Κόσμου» (1492-1519) και μετά ολόκληρου του κόσμου (1519-1522). Στo δεύτερεo στάδιό της, ο πυρήνας της πρωταρχικής συσσώρευσης μετατίθεται από τη Βορειοδυτική Μεσόγειο στον Ατλαντικό Ωκεανό.

Το 1493, υπό την πίεση του ισπανικού στέμματος, ο Πάπας Αλέξανδρος VI αναγνωρίζει στους καθολικούς βασιλείς το δικαίωμα κτήσης κάθε εδάφους που κείται νοτιότερα και κατά εκατό λεύγες δυτικότερα των νήσων των Αζορών (Azores) και του Πράσινου Ακρωτηρίου (Cape Verde). Αυτή η γραμμή διαχωρισμού (line of demarcation) των προσδοκώμενων κτήσεων διαιρεί την κυρίως καθολική Νότια από την κυρίως προτεσταντική Βόρεια Αμερική.

Στις νοτιο-αμερικανικές αποικίες της Δυτικής Ευρώπης κυρίαρχη μορφή εργασίας είναι η δουλεία και το δουλεμπόριο ξαναποκτά μαζική κλίμακα παρόμοια με εκείνη που είχε στην ελληνο-ρωμαϊκή αρχαιότητα εμπλέκοντας παράλληλα και την Αφρική στη διαδικασία της ευρωπαϊκής πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου. Μοναδική μορφή πολιτειακής οργάνωσης είναι το θυγατρικό κράτος υπό Αντιβασιλέα ή Κυβερνήτη που διορίζεται από τον Ισπανό ή Πορτογάλο Μονάρχη.

Στις βορειοαμερικανικές αποικίες της Δυτικής Ευρώπης -με την εξαίρεση των μετέπειτα Νοτίων Πολιτειών των ΗΠΑ- κυρίαρχη μορφή εργασίας είναι η αυτοαπασχόληση. Κυρίαρχη μορφή πολιτειακής οργάνωσης είναι οι δημοκρατικές κοινότητες υπό την (φορολογική) επικυριαρχία –σε ορισμένες περιπτώσεις- ενός Ευρωπαίου ηγεμόνα. Η διαφορά που προκαλούν αυτές οι διαφορές στον τύπο της εργασίας και την πολιτειακή οργάνωση θα αναδειχθούν κατά την εποχή της εκβιομηχάνισης ως υστέρηση της Νοτιοδυτικής έναντι της Βορειοδυτικής Ευρώπης και της Νότιας έναντι της Βόρειας Αμερικής.

Η οικονομική σημασία του αποικισμού / εποικισμού συνίσταται στην άνθηση του εμπορίου μεταξύ του Παλαιού και του Νέου Κόσμου και, πρωτίστως, στην εισαγωγή πολύτιμων μετάλλων που θα επεκτείνουν τη νομισματική βάση της Δυτικής Ευρώπης  σε κλίμακα που να είναι ικανή να σηκώσει, αργότερα, το χρηματοδοτικό βάρος της εκβιομηχάνισης. Παράλληλα, η συνεχής μετανάστευση εργατικού δυναμικού στο Νέο Κόσμο αποσυμπίεζε την κοινωνική, οικονομική και πολιτική κατάσταση στη Δυτική Ευρώπη.

Δεύτερο: έχοντας ο Marx παραλείψει ένα ολόκληρο ιστορικό στάδιο, από τον 12ο ως τον 17ο αιώνα, δεν μπορεί να αναγνωρίσει τη μεσαιωνική χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση της Ευρώπης που συντελέστηκε από τις επαναλαμβανόμενες σταυροφορίες και τα μαζικά προσκυνήματα στους Άγιους Τόπους που και τα δυο τους συνδέονταν απευθείας με τη λεηλασία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της Μουσουλμανικής Νοτιο-Ανατολικής Μεσογείου. Συνεπώς, δεν μπορεί να αναγνωρίσει ούτε το ρόλο της στην ευρωπαϊκή καπιταλιστικοποίηση.

Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι Οι Φτωχοί Συμπολεμιστές του Χριστού και του Ναού του Σολόμωντα[i], δηλαδή οι Ναΐτες Ιππότες[ii], επανασυγκρότησαν μετά την ρωμαϊκή εποχή το πρώτο ολοκληρωμένο δυτικο/κεντρικο-ευρω-μεσογειακό τραπεζικό, δανειστικό, προεξοφλητικό και εμβασματικό σύστημα [Burman 1988] κατά τη διάρκεια της ζωής του Τάγματός τους το 1129-1312.

Η καταστροφή του Τάγματος από τη Σύνοδο της Βενετίας, που επιβλήθηκε από τις πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες του γάλλου Βασιλέα Philip IV, άνοιξε το δρόμο για την επακόλουθη εκκοσμίκευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη. Οι έμποροι και οι προεξοφλητές ή / και ενοικιαστές των φόρων, χριστιανοί και εβραίοι, μπορούσαν πλέον απρόσκοπτα να γίνουν τραπεζίτες και έγιναν.

Οι ιδιωτικές τραπεζικές εργασίες άρχισαν να πολλαπλασιάζονται από τα μέσα του 12ου αιώνα. Η εμπορική και επενδυτική τραπεζική άνθησε στη Βόρεια Ιταλία από τα μέσα του 13ου αιώνα. Στη Βενετία προσέλαβε ένα κρατικό-καπιταλιστικό χαρακτήρα ενώ στη Γένουα προέλαβε έναν απολύτως ιδιωτικό καπιταλιστικό χαρακτήρα. Και στις δύο εναλλακτικές διαμορφώσεις το εταιρικό όχημα ήταν οι μετοχικές εταιρίες (περιορισμένης μετοχικής διασποράς).

Φαίνεται, επομένως, ότι η απαγόρευση της τοκοληψίας που είχε θεσπίσει η Καθολική Εκκλησία αποσκοπούσε (στη βάση αποσπασμάτων της Παλαιάς[iii] και της Καινής Διαθήκης[iv] αμφιβόλου δογματικής σαφήνειας[v]) στη μονοπώληση –μαζί με τους εβραίους κεφαλαιούχους – των άτυπων τραπεζικών εργασιών. Ο Καλβίνος, με τη «δογματική» υποχώρηση υπέρ της αποδοχής τοκοληψίας που έκανε το 1574, έβαλε τέλος στο καθολικό – εβραϊκό μονοπώλιο των τραπεζικών εργασιών και αποπεριθωριοποίησε τους δανειστές και τραπεζίτες στη Δυτική Ευρώπη.

Τρίτο: το πρώτο μετοχικό τραπεζικό μονοπώλιο στη Δυτική Ευρώπη δεν είναι η Τράπεζα της Αγγλίας αλλά η Sveriges Riksbank.

H Sveriges Riksbank ιδρύθηκε το 1656 από το σουηδικό Κοινοβούλιο, δηλαδή τους πλούσιους εμπόρους συνασπισμένους πολιτικά και οικονομικά στο Κοινοβούλιό τους (Riksdag) ενάντια στη βασιλεία η οποία και υποχρεώθηκε να προσυπογράψει τo καταστατικό της. Το 1904 της εκχωρήθηκε το αποκλειστικό εκδοτικό προνόμιο. Η Τράπεζα αποτελεί σήμερα Ανεξάρτητη Αρχή.

Στην Αγγλία ύστερα από την Ένδοξη Επανάσταση του 1688, ο έλεγχος των οικονομικών του κράτους τέθηκε το 1693, οριστικά και αμετάκλητα,  υπό τον έλεγχο του Κοινοβουλίου, δηλαδή του συνασπισμού των αστών και ενός τμήματος των γαιοκτημόνων.

Η πρώτη κίνηση του Κοινοβουλίου είναι να υπαγορεύσει στο Στέμμα την 1η Ιουνίου 1694 το (πρώτο) Καταστατικό της Τράπεζας της Αγγλίας που την θεσπίζει ως μετοχική εταιρία[vi], ημεδαπών ή / και αλλοδαπών, και της επιτρέπει την έκδοση μετατρέψιμων σε χρυσό τραπεζογραμματίων. Το 1697 το τροποποιημένο από το Κοινοβούλιο Καταστατικό της Τράπεζας της Αγγλίας απαγορεύει την ίδρυση οποιασδήποτε άλλης μετοχικής τράπεζας. Ο κεφαλαιουχικός συνασπισμός αποκτά το μονοπώλιο.

Πάρα πέρα, η ιστορική πρωτοτυπία των κρατικών χρεών προς τις τράπεζες των κοινοβουλίων ήταν ότι αυτά τα χρέη ήταν χρεόγραφα εις το διηνεκές, δηλαδή διαπραγματεύσιμα τραπεζικά γραμμάτια και κρατικά ομόλογα δίχως ημερομηνία λήξης, και όχι δάνεια σε πολύτιμα μεταλλικά νομίσματα και ορισμένης ημερομηνίας αποπληρωμής όπως συνέβαινε μέχρι τότε. Επομένως, οι τράπεζες συνδέονταν οργανικά με τα χρηματιστήρια. Το χρήμα, η πίστωση και το κεφάλαιο ολοκληρώνονται σε μια ενιαία αγορά.

Αυτή, ωστόσο, η ολοκλήρωση με τις υποκείμενες χρηματοπιστωτικές επινοήσεις της είχαν ήδη συντελεστεί πριν από 2,5 περίπου αιώνες στην ιταλική χερσόνησο με σκαπανέα τη Δημοκρατία της Γένουας. Το 1407 το αβάστακτο δημόσιο χρέος της Δημοκρατίας αναχρηματοδοτήθηκε μερικώς με χρεόγραφα και εξαγοράστηκε καθ’ ολοκληρία από την Τράπεζα του Αγίου Γεωργίου[vii] την οποία συνέστησαν οι δανειστές της Δημοκρατίας μέσω της αναλογικής μετοχοποίησης των απαιτήσεών τους. Οι καλυμμένες από το δημόσιο χρέος ανώνυμες μετοχές της εταιρίας παράλληλα με τα χρεόγραφα της Δημοκρατίας κυκλοφορούσαν στην αγορά («πλατεία»[viii]) ως παράλληλο κεντρικό χρήμα κεφαλαιούχων, τραπεζών και Δημόσιου Ταμείου.

Συνεπώς, η Τράπεζα λειτουργούσε θεσμοθετημένα ως οιονεί Κεντρική Τράπεζα. Η Δημοκρατία εκχώρησε στην Τράπεζα την είσπραξη ορισμένων φόρων για την εξυπηρέτηση του χρέους της και –κατά την παράδοση- ανέθεσε στην Τράπεζα και τη συλλογή τους. Το 1453 η αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους της από τα φορολογικά έσοδα που είχε ήδη εκχωρήσει υποχρέωσε τη Δημοκρατία να εκχωρήσει στην Τράπεζα την πλήρη διοίκηση (συμπεριλαμβανόμενης και της είσπραξης όλων των φόρων) ορισμένων υπερπόντιων κτήσεών της (Κορσική, Gazaria, κ.α.). Την περίοδο 1455 – 1530, η Τράπεζα λειτούργησε αποκλειστικά ως διαχειριστής του Δημόσιου Ταμείου εγκαταλείποντας τις ιδιωτικές εργασίες της.

Η Τράπεζα συνέχισε να διοικεί την Κορσική ακόμα και την περίοδο 1464-1482 κατά την οποία η κτήση περιήλθε υπό την επικυριαρχία του Δουκάτου του Μιλάνου! Το 1563 και αφού είχαν εντωμεταξύ αποκατασταθεί τα δημόσια οικονομικά, η Τράπεζα επέστρεψε στη Δημοκρατία τη διοίκηση και εκμετάλλευση των κτήσεων που τις είχαν αποδοθεί και η ίδια[ix] επέστρεψε επίσης στις ιδιωτικές εμπορικές και επενδυτικές εργασίες της. Τελικά, η Τράπεζα διαλύθηκε από το Ναπολέοντα Ι το 1805 αμέσως μετά την κατάκτηση της Βόρειας Ιταλίας.

Η έντοκη προεξόφληση των φόρων και η συνημμένη ανάθεση της συλλογής τους σε ιδιωτικές εταιρίες / κοινοπραξίες αποτελούσε μια παραδοσιακή τεχνική έκτακτης χρηματοδότησης του Δημόσιου Ταμείου πλήρως θεσμοθετημένης ήδη από την ρωμαϊκή εποχή. Η Δημοκρατία της Γένουας επέκτεινε αυτή την πρακτική μέσω της αυτοχρηματοδοτούμενης κατάκτησης ξένων εδαφών επ’ ονόματί και της ανάθεσης της πολιτικής και οικονομικής διοίκησης των προσαρτήσεων σε μετοχικές εταιρίες που συνέστηναν για το σκοπό αυτό οι εμπνευστές και χρηματοδότες της εκστρατείας.

Η γνωστότερη ίσως μεσαιωνική σχετική περίπτωση είναι εκείνη της ελληνικής νήσου Χίου η οποία κατακτήθηκε στρατιωτικά από τη Δημοκρατία της Γένουας το 1346. Η Δημοκρατία μετά τη νίκη της βρέθηκε σε αδυναμία να καταβάλλει όλο το κόστος της στρατιωτικής επιχείρησης στους πλοιοκτήτες που είχαν βάλλει τα πλοία τους και τους εμπόρους που είχαν χρηματοδοτήσει το εκστρατευτικό σώμα. Από τις 250.000 λίρες που απαιτούσαν οι 29 πλοιοκτήτες και έμποροι – χρηματοδότες της εκστρατείας, η Δημοκρατία ήταν σε θέση να καταβάλλει μόνο 203.000 λίρες. Η διαφορά έκλεισε με την επ’ αόριστο παραχώρηση της διοίκησης, της οικονομικής εκμετάλλευσης και της φορολόγησης της κτήσης στους πιστωτές της Δημοκρατίας.

Η Δημοκρατία θα διόριζε τον Διοικητή της κτήσης και θα εισέπραττε ένα ετήσιο φόρο υποτέλειας και οι πιστωτές θα συνέστηναν μια ανώνυμη μετοχική εταιρία για να διαχειρίζεται πλήρως την κτήση υπό έναν Διοικητικό Επίτροπο υπό τον Κυβερνήτη και για να αποδίδει τον ετήσιο φόρο. Η μετοχική εταιρία των Ιουστινιάνι[x], ιστορικά γνωστή ως «Μαόνα[xi] της Χίου και της Φώκαιας»[xii], συστήθηκε το 1346 με έδρα τη Γένουα και με μετόχους τους 29 πλοιοκτήτες και εμπόρους που είχαν συμβάλλει πλοία και κεφάλαια στην εκστρατεία.

Οι μέτοχοι της εταιρίας περιορίστηκαν αργότερα σε 12. Η εταιρία διαχειρίστηκε τη Χίο μέχρι το 1566 οπότε και κατακτήθηκε από τους Τούρκους. Αξιοσημείωτο είναι ότι η εταιρία συνέχισε να λειτουργεί υπό τους ίδιους όρους ακόμα και μετά την ανάκτηση της Χίου από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο Ε’ το 1363.

Η μονή διαφορά που επήλθε ήταν ότι στις νέες συνθήκες ο Κυβερνήτης διοριζόταν από το Βυζαντινό Αυτοκράτορα και ο φόρος υποτέλειας αποδιδόταν σ’ αυτόν. Το ίδιο άλλωστε συνέβη, όπως μόλις διαπιστώθηκε, και στην περίπτωση της Κορσικής με την Τράπεζα του Αγίου Γεωργίου όταν αυτή περιήλθε στην επικυριαρχία του Δουκάτου του Μιλάνου το 1464-1482.

Η εμπειρία κρίθηκε επωφελής από όλα τα αντισυμβαλλόμενα μέρη ώστε το ίδιο υπόδειγμα επαναλήφθηκε το 1373 στην Κύπρο όπου οι Γενουάτες (Δημοκρατία και καπιταλιστές) συνέστησαν την «Παλαιά Μαόνα της Κύπρου»[xiii].  Το ίδιο άλλωστε θα κάνουν και 250 χρόνια αργότερα οι κυβερνήσεις, αυταρχικές ή δημοκρατικές, και οι κεφαλαιούχοι των αναδυόμενων κρατών της Βόρειας και Βαλτικής Θάλασσας (Αγγλία, Δανία, Ολλανδία, κ.α.) με το σχηματισμό των εμπορικών ανώνυμων μετοχικών εταιριών που θα κληθούν να διαχειριστούν τη συνυφασμένη παγκόσμια εμπορική και αποικιακή επέκταση τους.

Πρώτα πόλεμος, μετά δουλειά.

[i] The Poor Fellow-Soldiers of Christ and of the Temple of Solomon.
[ii] Knights Templar.
[iii] Έξοδος 22:25, Λεβ 25:37, Δευτ. 23:20 αλλά και  Mosiah 4:28 και D&C 19:35 και 104: 78 υπέρ της πληρωμής των χρεών.
[iv] Λουκάς 6:34-35 αλλά και Λουκάς 11:4 και Ματθαίος 6:12 ως αίτημα παραγραφής οφειλών και χρεών.
[v] Από την κοινή επεξεργασία του συνόλου των βιβλικών αποσπασμάτων φαίνεται να προκύπτει ότι ο δανεισμός καταδικάζεται ως πράξη στο μέτρο που οδηγεί στην υποδούλωση του ελεύθερου οφειλέτη, δηλαδή επιφέρει κατάπτωση στην ανθρώπινη κατάστασή του, άρα, συνεπάγεται την απομάκρυνσή του από το Θεό. Η μετέπειτα κατάργηση της δουλείας ως ανθρώπινης κατάστασης αίρει, επομένως, και τους δανειστικούς περιορισμούς των ελευθέρων ανθρώπων. Στο τεχνικό επίπεδο η έκδοση γραμματίου με κεφαλαιοποιημένο τον τόκο λύνει πλήρως το πρόβλημα της «άτοκης» δανειακής συναλλαγής σύμφωνα με το, υποκριτικό, πνεύμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
[vi] «από κάθε πρόσωπο ή πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά, πολιτικό σώμα ή εταιρεία» σύμφωνα με το Καταστατικό της Τράπεζας της Αγγλίας.
[vii] Casa delle Compere di San Giorgio.
[viii] Piazza – πιάτσα..
[ix] Banco di San Giorgio.
[x] Giustiniani.
[xi] Φαίνεται ότι η λέξη «Μαόνα» προέρχεται από την αραβική λέξης «ma’u-nah» που σημαίνει εταιρεία / αλληλοβοήθεια.
[xii] Maona di Chio e di Focea.
[xiii] Maona Vecchia di Cipro.

Τα σχόλια είναι κλειστά.