Οι πολιτικές τακτικές που εφαρμόζει η αυτοαποκαλούμενη «Αριστερά» σε όλες τις πολυποίκιλες πολιτικές διαμορφώσεις της περιστρέφονται γύρω από δύοκοινούς διαδοχικούς άξονες: πρώτα «αντίσταση» και μετά «αντεπίθεση».
- του Κώστα Λαμπρόπουλου |
| red line
Η «Αριστερά» πρώτα “αντιστέκεται” στην απόπειρα λήψης / επιβολής των αντιλαϊκών νεοφιλελεύθερων μνημονιακών πολιτικών από την εκάστοτε κυβέρνηση και μετά “αντεπιτίθεται” για να «πάρει πίσω τα εισοδήματα, δικαιώματα και τις θέσεις εργασίας που χάθηκαν» εντωμεταξύ από την εφαρμογή τους.
Ακόμα και η ίδια η συγκυβέρνηση,που -ειρήστω εν παρόδῳ- είναι και ο φορέας σχεδιασμού και εφαρμογής των αντιλαϊκών νεοφιλελεύθερων μνημονιακών πολιτικών,“αντιστέκεται” στις πιέσεις των εταίρων – δανειστών για τη λήψη και εφαρμογή ακόμα σκληρότερων μέτρωνκαι “αντεπιτίθεται”με το «παράλληλο πρόγραμμα» για να πάρει μεταχρονολογημένα πίσω όσα ενδεχομένως έχασε ή έστω κάποια απ’ αυτά κατά το στάδιο της “αντίστασης”.
Οι Έλληνες πολίτες “αντιστέκονται” στην κυβέρνησή τους και η κυβέρνησή τους “αντιστέκεται” στους εταίρους – δανειστές της. Βεβαίως, ο τελικός λογαριασμός αυτής της συνδυασμένης επιχείρησης διπλής “αντίστασης” πληρώνεται -καταληκτικά και φορολογικά / ασφαλιστικά- από τους ίδιους τους πολίτες οι οποίοι, ωστόσο, πρέπει να νοιώθουν ευτυχείς και περήφανοι επειδή εάν δεν είχαν “αντισταθεί” οι ζημιές τους θα ήταν μεγαλύτερες από αυτές που τελικά υπέστησαν.
Με τη λογιστική αυτή μέθοδο όλος ο κόσμος είναι -τελικά- ικανοποιημένος. Η κυβέρνηση, τα κόμματα και ο λαός. Βεβαίως, κάθε νέα δόση αγωνιστικής ικανοποίησης παρέχεται σε ένα ακόμα χαμηλότερο μέγεθος βιοτικού επιπέδου και, επομένως, η τρέχουσα μνημονιακή καπιταλιστική αναδιάρθρωση εξελίσσεται ομαλά.
Όταν τα κόμματα της Αριστεράς καλούν το λαό σε “αντίσταση” τι ακριβώς τον καλούν να κάνει; Να εκδηλώσει τη διαφωνία του προφανώς με συγκεντρώσεις στις πλατείες, διαδηλώσεις στους δρόμους, αποκλεισμούς κυβερνητικών κτηρίων και καταλήψεις υπουργικών γραφείων. Και τι αποτέλεσμα προσδοκούν τα κόμματα να έχουν οι εκδηλώσεις και οι διαδηλώσεις αντίθεσης; Να φοβηθεί η κυβέρνηση τον «ξεσηκωμό»του λαού και να «κάνει πίσω», δηλαδή να «πάρει πίσω τα μέτρα».
Η πρακτική του «εκφοβισμού της κυβέρνησης» αποτέλεσε τον κινητήριο μηχανισμό αυτοτελούς πολιτικής παρέμβασης των μαζών την ιστορική περίοδο του μεταπολιτευτικού δικομματισμού: οι μάζες ως ψηφοφόροι εκβίαζαν μαζικά και, επίσης,δημοσκοπικάτην εκάστοτε κυβέρνηση ότι στις επόμενες / επερχόμενεςεκλογές θα ψηφίσουν το κόμμα της αντιπολίτευσης και, συνεπώς, το κυβερνητικό κόμμα θα έχανε την εξουσία με ότι αυτό συνεπαγόταν γι’ αυτό. Οι “οριακής”πολιτικής βιωσιμότητας βουλευτές του κυβερνητικού κόμματος φοβισμένοι από το ενδεχόμενο της προσεχούς απώλειας της βουλευτικής έδρας τους και τα συνδικαλιστικής καταγωγής κομματικά στελέχη φοβισμένα από την προσωπική πίεση των εξαγριωμένων συναδέλφων τους «έκαναν πίσω» και πίεζαν εσωτερικά την κυβέρνηση για έναν κάποιο συμβιβασμό με τους εκάστοτε θιγόμενους, μικρό ή μεγάλο. Η μεταπολιτευτική αυτή πρακτική αποδόθηκε με τη θεωρία της «υποταγής του πολιτικού / κομματικού συστήματος στις συντεχνίες».
Η σημαντικότερη αρνητική επίπτωση αυτής της θεωρητικοποίησης ήταν ότι δημιούργησε στις μάζες των ψηφοφόρων την αυταπάτη ότι μπορούν ασχέτως συνθηκών και κρατικών δυνατοτήτων να εκβιάζουν επιτυχώς αποκλειστικά προς ίδιο όφελος το πολιτικό σύστημαες αεί.
Αυτή η μαζική αυταπάτη αναγνώστηκε σε δεύτερο χρόνο από την (αφελή) Άκρα Αριστερά ως η «ανυπέρβλητη δύναμη των μαζών – αντικειμενικός φραγμός στα σχέδια του νεοφιλελευθερισμού» και αποτέλεσε τον πυρήνα του δραστήριου (μη σοσιαλιστικού) «αντικαπιταλισμού» της.
Βεβαίως, το όλο αυτό κινηματικό σχήμα αντίστασης κατέρρευσε σταδιακά υπό το βάρος της κρατικής χρεοκοπίας. Όταν η ύπαρξη του ίδιου του κράτους απειλήθηκε πραγματικά, δηλαδή οικονομικά, αναδείχθηκαν νέοι πολιτικοί σε όλα τα κόμματα με κυβερνητικές φιλοδοξίες που έγραψαν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους την ιερή αγελάδα της μεταπολίτευσης, το περίφημο και τώρα περιβόητο «πολιτικό κόστος». Παραφράζοντας το νόμο του Murphy: εάν υπάρχει μια “βρώμικη” δουλειά να γίνει θα βρεθεί ένας “βρωμιάρης” να την κάνει.
Άλλωστε, οι πολιτικοί είναι εξ ορισμού αναλώσιμοι αφού, βεβαίως, κάνουν πρώτα τη “βρώμικη” δουλειά του συστήματος. Αυτή την απλή καπιταλιστική αλήθεια (ότι οι βουλευτές είναι -τελικά- μετακλητοί και ανακλητοί υπάλληλοι του συστήματος) τη συνειδητοποιεί μόλις τώρα το εγχώριο εκλογικό σώμα (το οποίο και νοιώθοντας στις νέες συνθήκες ταξικής πάλης εντελώς ανυπεράσπιστο από τις παραδοσιακές δικομματικές πρακτικές απέχει … μουτρωμένο από τις εκλογές).
Συνεπώς, όλη η πολιτική της «αντίστασης» καταρρέει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Οι μάζες δεν ακολουθούν και η ίδια η «αντίσταση» προσλαμβάνει τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα των καθ’ ύλην αρμόδιων θεσμών (ΓΣΕΕ, ΓΣΒΕΕ, ΣΕΒ, ΟΚΕ, κ.ο.κ.) για την εκδήλωση «γνώμης» και διεξαγωγή «διαβούλευσης».
Όταν τα κόμματα της Αριστεράς καλούν το λαό σε “αντεπίθεση” τι ακριβώς τον καλούν να κάνει; Να ακυρώσει στην πράξη την εφαρμογή των κυβερνητικών μέτρων που έχουν ληφθεί μετά την αποτυχημένη “αντίσταση” των μαζών. Πως μπορεί, όμως, στην πράξη να ακυρωθεί π.χ. η μείωση των συντάξεων ή η επαναπρόσληψη των απολυμένων από μια ιδιωτική επιχείρηση που έκλεισε;
Συμπέρασμα: η εκ των υστέρων έμπρακτη ακύρωση των κυβερνητικών μέτρων είναι όχι μόνο πρακτικά αλλά ακόμα και θεωρητικά αδύνατη αφού η κάθε επιμέρους ακύρωση συνιστά εναλλακτική πρακτική συστημικού χαρακτήρα, δηλαδή «ολική ανατροπή».
Συνεπώς, η πραγμάτωση αυτής της απειλής προϋποθέτει την ύπαρξη εξωκοινοβουλευτικής οργάνωσης των μαζών. Δίχως οργάνωση η οποία να δύναται να παράξει προοπτικά εναλλακτική διάδοχη κυβέρνηση,ο εκφοβισμός της όποιαςυφιστάμενης κοινοβουλευτικής κυβέρνησης είναι ήσσονος σημασίας, δηλαδή «ντουφεκιές στον αέρα».
Η οργάνωση αυτή εκ των πραγμάτων δεν μπορεί παρά να είναι κοινωνική και γι’ αυτό πολυκομματική. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο η Αριστερά ενδύει τόσο την “αντίσταση” όσο και την “αντεπίθεση” με ένα «μέτωπο πάλης» μικρότερης ή μεγαλύτερης κοινωνικής εμβέλειας και ταξικής καθαρότητας.
Το κυριότερο μέτωπο που συγκροτήθηκε ήταν, φυσικά, ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ. Αφού ταλαντεύτηκε ανάμεσα στον κοινοβουλευτικό και τον εξωκοινοβουλευτικό / κινηματικό / ανατρεπτικό προσανατολισμό τελικά επικράτησε -με ισχυρές εσωκομματικές αναταράξεις είναι αλήθεια- ο κοινοβουλευτικός δρόμος με καταληκτική κατάληξη την περιπετειώδη ψήφιση του 3ου Μνημονίου, δηλαδή την απρόσκοπτη συνέχιση της τελούμενης εγχώριας καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.
Η νέα κυβέρνηση που προέκυψε από την προηγηθείσα καλοκαιρινή ολική καταστροφή της «ανατροπής» επιστρέφει στην «αντίσταση». Backtosquare#1 για έναν νέο γύρο αγωνιστικής παραπλάνησης και πολιτικής χειραγώγησης των πολιτών.