Κάτι βρομάει στις μεταφορές της Γερμανίας

Κάτι βρομάει στις μεταφορές της Γερμανίας

Συντάκτης: 
Τάσος Σαραντής
Tα φιλόδοξα σχέδια της Γερμανίας για την κατάργηση της κυκλοφορίας των βενζινοκίνητων αυτοκινήτων με την αντικατάστασή τους από ηλεκτρικά, καθώς και για την πλήρη ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, υπάρχει κίνδυνος να καταστούν καλοπροαίρετες, αλλά αντιφατικές φιλοδοξίες.

Τον Οκτώβριο του 2016 η Bundesrat, ένα εκ των δύο κύριων νομοθετικών οργάνων της χώρας, πέρασε μια πρόταση για την απαγόρευση νέων αυτοκινήτων με κινητήρες βενζίνης και πετρελαίου από το 2030 και μετά.

Για τους οικολόγους μια τέτοια αλλαγή ακούγεται τέλεια. Οι οδικές μεταφορές είναι υπεύθυνες για ένα μεγάλο κομμάτι των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στη Γερμανία και η αντικατάσταση των οχημάτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης από ηλεκτρικά αυτοκίνητα είναι ένας πολύ καλός τρόπος για τη μείωση των εκπομπών.

Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο, το οποίο λειτουργεί με ρεύμα που παράγεται από βρόμικο άνθρακα ή φυσικό αέριο, έχει στην πραγματικότητα περισσότερες εκπομπές απ’ ό,τι ένα αυτοκίνητο που καίει βενζίνη. Εκτός κι αν η ηλεκτρική ενέργεια που θα τροφοδοτεί τα αυτοκίνητα αυτά προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Η είδηση της πιθανής απαγόρευσης των τροφοδοτούμενων με καύσιμα αυτοκινήτων ήρθε λίγο καιρό αφότου η καγκελάριος, Ανγκελα Μέρκελ, είχε ανακοινώσει ότι θα επιβραδύνει την επέκταση νέων αιολικών πάρκων στη χώρα, καθώς η διαλείπουσα ενέργεια (σημ.: η ενέργεια που παράγεται κατά διαστήματα, για παράδειγμα εξαιτίας της νηνεμίας) είχε κάνει ασταθές το ηλεκτρικό δίκτυο.

Εν τω μεταξύ, μετά τη Φουκουσίμα, η Γερμανία έχει δεσμευτεί ότι θα κλείσει το σύνολο του στόλου των πυρηνικών αντιδραστήρων της από το 2022.

Η ρίζα της διαπλοκής
Μια ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Nature» εξέτασε πώς διαπλέκονται οι πολιτικές της ηλεκτρικής ενέργειας και των μεταφορών στη Γερμανία. Η καθεμία εξυπηρετεί τον ευγενή στόχο της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Ωστόσο, όταν συνδυάζονται, θα μπορούν πράγματι να οδηγήσουν σε αύξηση των εκπομπών. Κι όπως αποδεικνύεται, η Γερμανία δεν μπορεί με μία κίνηση να διαγράψει τα ορυκτά καύσιμα και από την ενέργεια και τις μεταφορές.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι η αντικατάσταση των οχημάτων εσωτερικής καύσης με ηλεκτρικά θα οδηγούσε αυτόματα σε τεράστια μείωση των ενεργειακών αναγκών της Γερμανίας.

Αυτό συμβαίνει επειδή τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα είναι πολύ πιο αποτελεσματικά. Οταν καίγεται η βενζίνη, μόλις το 30% ή και λιγότερο της ενέργειας που απελευθερώνεται χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα για να μετακινήσει το αυτοκίνητο.

Το υπόλοιπο πηγαίνει στα καυσαέρια της εξάτμισης, στις αντλίες νερού και σε άλλες ανεπάρκειες. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα χάνουν κάποια ενέργεια μέσα από την επαναφόρτιση των μπαταριών τους, αλλά συνολικά τουλάχιστον το 75% πηγαίνει σε πραγματική κίνηση.

Κάθε χρόνο τα γερμανικά αυτοκίνητα καίνε 572 τεραβατώρες (TWh) σε αξία υγρών καυσίμων. Ενας πλήρως ηλεκτροκινούμενος τομέας οδικών μεταφορών θα χρησιμοποιούσε 229 TWh.

Ετσι, η Γερμανία θα καταναλώνει λιγότερη ενέργεια συνολικά (καθώς η βενζίνη είναι μια πηγή ενέργειας), αλλά θα χρειαστεί ένα σημαντικό ποσό από νέες ανανεώσιμες πηγές ή από πυρηνική ενέργεια.

Και υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα: Η Γερμανία σχεδιάζει επίσης να καταργήσει σταδιακά τους πυρηνικούς σταθμούς της, στην ιδανική περίπτωση από το 2022, το 2030 το αργότερο. Αυτό δημιουργεί ακόμη ένα κενό 92 TWh που πρέπει να καλυφθεί.

Προσθέτοντας την επιπλέον ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια που απαιτείται για να τροφοδοτήσει εκατομμύρια ηλεκτρικά αυτοκίνητα και ό,τι απαιτείται για την αντικατάσταση των πυρηνικών σταθμών, προκύπτει ένα σύνολο 321 TWh σε ανάγκες ενέργειας από το 2030. Αυτό ισοδυναμεί με δεκάδες μεγάλους νέους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Αλλά, ακόμα και αν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας επεκταθούν στο μέγιστο ποσοστό που προβλέπει το τελευταίο πλάνο της Γερμανίας, θα εξακολουθούν να καλύπτουν μόνο περίπου 63 TWh από αυτές που απαιτούνται.

Συνεπώς, αυτό σημαίνει ότι το υπόλοιπο του κενού που δημιουργείται -ένα τεράστιο 258 TWh- θα πρέπει να καλυφθεί από άνθρακα ή φυσικό αέριο. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με την τρέχουσα συνολική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας της Ισπανίας ή δέκα φορές της Ιρλανδίας.

Η Γερμανία θα μπορούσε να επιλέξει να καλύψει το κενό εξ ολοκλήρου με εργοστάσια άνθρακα ή φυσικού αερίου. Ωστόσο, στηριζόμενη αποκλειστικά στον άνθρακα θα οδηγήσει σε περαιτέρω ετήσιες εκπομπές 260 εκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα, ενώ το φυσικό αέριο και μόνο θα σήμαινε 131 τόνους.

Συγκριτικά, οι γερμανικές οδικές μεταφορές εκπέμπουν σήμερα περίπου 156 εκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα, κυρίως από τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων.

Ως εκ τούτου, η στροφή της Γερμανίας στην αποκλειστική κίνηση ηλεκτρικών αυτοκινήτων θα καταλήξει σε καθαρή αύξηση των εκπομπών στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας.

Από τα προαναφερόμενα αυτό που, συν τοις άλλοις, προκύπτει είναι ότι τελικά κάτι σάπιο συμβαίνει στον πολυδιαφημιζόμενο τομέα των πράσινων ή ήπιων μορφών ενέργειας, για τις οποίες οι αναφορές περιστρέφονται μόνο γύρω από τα πλεονεκτήματά τους.

Οπως συνέβη με τα βιοκαύσιμα που δεν μας είχαν πει ότι θα καλλιεργούνται εις βάρος της γεωργικής γης και των τροπικών δασών, όπως συνέβη με τις ανεμογεννήτριες που δεν μας είχαν πει ότι θα είναι τερατουργήματα βιομηχανικής κλίμακας και όπως αποδεικνύεται τώρα για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα.

Τα σχόλια είναι κλειστά.