«1821: Ιχνηλατώντας το Εθνος, το Κράτος και τη Μεγάλη Ιδέα», του Γιάννη Μηλιού

«1821: Ιχνηλατώντας το Εθνος, το Κράτος και τη Μεγάλη Ιδέα», του Γιάννη Μηλιού

  • |

Από τη χρονιά που εκδόθηκε το βιβλίο του Κορδάτου «Η κοινωνική σημασία της επανάστασης του 1821» (1927) και έσπασε τη μονοκρατορία της εθνικής μυθολογίας, το 1821 συνδέθηκε με τον αντικατοχικό αγώνα του ΕΑΜ και στη συνέχεια με έναν αριστερό λαϊκισμό που πάντα είχε σαν κύριους εχθρούς τους ξένους, την εξάρτηση και τον ιμπεριαλισμό.

Παναγιώτης Λίλλης

Όμως τι  νόημα έχει σή­με­ρα αυτή η σχέση; Κατά τη γνώμη μας, η Αρι­στε­ρά έχει δύο θε­μι­τούς στό­χους μπρο­στά της. Ο πρώ­τος είναι θε­τι­κός. Η Αρι­στε­ρά έχει υπο­χρέ­ω­ση να μάθει, να κα­τα­νο­ή­σει και να απο­τι­μή­σει το πρώτο ρεύμα ρι­ζο­σπα­στι­σμού στον βαλ­κα­νι­κό χώρο, που ήταν ο ελ­λη­νι­κός δια­φω­τι­σμός με τα κη­ρύγ­μα­τά του αλλά και τις δη­μο­κρα­τι­κές συ­νταγ­μα­τι­κές κα­τα­κτή­σεις  της επα­νά­στα­σης. Μπο­ρού­με να το πούμε και δια­φο­ρε­τι­κά: ο Ρήγας Φε­ραί­ος (1757-1798), ο ρι­ζο­σπά­στης δη­μο­κρά­της και φίλος της Γαλ­λι­κής Επα­νά­στα­σης, ανή­κει στην  ελ­λη­νι­κή και βαλ­κα­νι­κή Αρι­στε­ρά και όχι στην ελ­λη­νι­κή άρ­χου­σα τάξη.

Ο δεύ­τε­ρος είναι αρ­νη­τι­κός αλλά κρί­σι­μης ση­μα­σί­ας. Η Αρι­στε­ρά πρέ­πει να ξε­σκε­πά­σει και να απο­κα­λύ­ψει τα ψεύδη και τις ατι­μί­ες που εξι­στο­ρού­νται  για την επα­νά­στα­ση του 1821, γιατί πάνω τους θε­με­λιώ­νε­ται ένα με­γά­λο μέρος της νο­μι­μο­ποί­η­σης της ση­με­ρι­νής εξου­σί­ας στη χώρα μας: για τη δια­χρο­νι­κή συ­νέ­χεια του ελ­λη­νι­σμού, για την  ανω­τε­ρό­τη­τα της ελ­λη­νι­κής φυλής και του ρόλου να με­τα­δί­δει τον πο­λι­τι­σμό στους βαρ­βά­ρους, για την εθνι­κή  προ­σφο­ρά του ορ­θό­δο­ξου ιε­ρα­τεί­ου κλπ.

Ζη­τή­μα­τα με­θό­δου

Ακρι­βώς σ’ αυτό το πλαί­σιο εκ­δί­δε­ται το βι­βλίο του Γιάν­νη Μη­λιού «1821: Ιχνη­λα­τώ­ντας το Εθνος, το Κρά­τος και τη Με­γά­λη Ιδέα». Ο Γιάν­νης Μη­λιός είναι κοι­νω­νι­κός επι­στή­μο­νας και ακα­δη­μαϊ­κός με βα­σι­κό εν­δια­φέ­ρον τη μαρ­ξι­στι­κή πο­λι­τι­κή οι­κο­νο­μία. Έχει εκ­δώ­σει πολλά βι­βλία. Το τε­λευ­ταίο του ήταν «Βε­νε­τία: Μια συ­νά­ντη­ση που στέ­ριω­σε απρό­βλε­πτα. Πραγ­μα­τεία για τον κα­πι­τα­λι­σμό και τη δια­δι­κα­σία γέ­νε­σής του». Επί­σης είναι ιδρυ­τής και εκ­δό­της του πε­ριο­δι­κού «Θέ­σεις» από το 1983.

Από την ει­σα­γω­γή ακόμα, ο Γ.Μ. παίρ­νει θέση σε δύο, προ­κα­ταρ­κτι­κά μεν, αλλα πολύ βα­σι­κά  ζη­τή­μα­τα. Το πρώτο είναι για την «ιδε­ο­λο­γι­κή χρήση της ιστο­ρί­ας», δη­λα­δή την ατεκ­μη­ρί­ω­τη ιστο­ριο­γρα­φία για σκο­πούς έξω από το χώρο της επι­στή­μης. Στους πα­λιούς κα­λούς και­ρούς των βα­σι­λιά­δων, λε­γό­ταν «αυ­λι­κή ιστο­ρία» ή «ιστο­ρία κατά πα­ραγ­γε­λία». Τέ­τοια είναι η κυ­ρί­αρ­χη ιστο­ρι­κή γραμ­μή για το 1821 που έχει άξονα τους μύ­θους για την «ύψωση της ση­μαί­ας στην Αγία Λαύρα», το «Κρυφό σχο­λειό» κλπ.

Το δεύ­τε­ρο ζή­τη­μα είναι το κρι­τή­ριο των πηγών. Αν και το βι­βλίο του Γ.Μ. είναι εξαι­ρε­τι­κά πλού­σιο σε πρω­το­γε­νείς πηγές και μά­λι­στα από αντί­θε­τους προ­σα­να­το­λι­σμούς, το κε­ντρι­κό ερώ­τη­μα για την κα­τα­νό­η­ση και την ανά­λυ­ση της επα­νά­στα­σης του 1821, έχει να κάνει με τα λε­γό­με­να «απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα των αγω­νι­στών» και την αξία τους. Για τον Γ.Μ. έχουν δευ­τε­ρεύ­ου­σα ση­μα­σία. Ήδη ο κα­θη­γη­τής ιστο­ρί­ας Θ. Βε­ρέ­μης έχει απο­κα­θη­λώ­σει τα γρα­πτά του Μα­κρυ­γιάν­νη (τα πιο γνω­στά και δη­μο­φι­λή από τα απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα) που βρί­θουν από υβρε­ο­λό­γιο για τους άλ­λους αγω­νι­στές και ανα­κρί­βειες («Κα­θη­με­ρι­νή» 30/1/21). Η κυ­ρί­αρ­χη όμως τάση της ιστο­ριο­γρα­φί­ας επι­κε­ντρώ­νε­ται ακόμη στην άγνω­στη και γνω­στή προ­σω­πι­κή ζωή των αγω­νι­στών.

Για τον Γ.Μ. η επα­νά­στα­ση του 1821 μπο­ρεί να γίνει κα­τα­νοη­τή (το πε­ριε­χό­με­νο της και οι κοι­νω­νι­κές δυ­νά­μεις που την πραγ­μα­το­ποί­η­σαν) κυ­ρί­ως από τους θε­σμούς  της  και τα δη­μό­σια κεί­με­νά της, δη­λα­δή τα συ­ντάγ­μα­τα, οι απο­φά­σεις κλπ. των διά­φο­ρων ορ­γά­νων της.

Το βι­βλίο του Γ.Μ. είναι χω­ρι­σμέ­νο σε τρία νοη­μα­τι­κά κέ­ντρα: έθνος, κρά­τος και Με­γά­λη Ιδέα. Θα μπο­ρού­σα­με να πούμε,  ότι οι θέ­σεις που θέλει να υπο­στη­ρί­ξει ο Γ.Μ. πολύ σχη­μα­τι­κά είναι: Πρώτο, ότι  η επα­νά­στα­ση του 1821 είναι κοι­νω­νι­κή (αστι­κή) και απο­τε­λεί τε­ρά­στια  τομή στην ιστο­ρία των Βαλ­κα­νί­ων. Δεύ­τε­ρο, για το συ­νταγ­μα­τι­κό δη­μο­κρα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα της επα­νά­στα­σης, ο κύ­ριος  πα­ρά­γο­ντας  ήταν οι εσω­τε­ρι­κοί πό­λε­μοι και αντα­γω­νι­σμοί. Τρίτο, ο εθνι­κι­σμός της επα­νά­στα­σης δεν είχε μόνο απε­λευ­θε­ρω­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά αλλά και μια «σκο­τει­νή» πλευ­ρά, αυτή της κα­τά­κτη­σης και της επέ­κτα­σης, τη «Με­γά­λη Ιδέα».

Η συ­γκρό­τη­ση του ελ­λη­νι­κού έθνους

Για τον Γ.Μ. είναι  κομ­βι­κής ση­μα­σί­ας η «εθνι­κή πο­λι­τι­κο­ποί­η­ση» των χρι­στια­νι­κών πλη­θυ­σμών της Οθω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας. Υπέ­δα­φος για τη δια­μόρ­φω­ση της ελ­λη­νι­κής  εθνι­κής συ­νεί­δη­σης στις πλα­τιές μάζες (και όχι μόνο στη δια­νό­η­ση) απο­τέ­λε­σαν οι διερ­γα­σί­ες και δια­δι­κα­σί­ες ενο­ποί­η­σης οι­κο­νο­μι­κής, πο­λι­τι­κής και ιδε­ο­λο­γι­κής, πλη­θυ­σμών και πε­ριο­χών. Αυτή η ενο­ποι­η­τι­κή δια­δι­κα­σία συν­δέ­θη­κε με την ανά­πτυ­ξη του κα­πι­τα­λι­σμού, τα εμπο­ρι­κά  και γλωσ­σι­κά δί­κτυα (ή κάθε εί­δους δί­κτυα με­σο­λά­βη­σης).

Αυτό το σχήμα της ανά­λυ­σης έρ­χε­ται σε με­τω­πι­κή σύ­γκρου­ση με τις φυ­λε­τι­κές και ψυ­χο­λο­γι­κές θε­ω­ρί­ες για το έθνος. Υπερ­βαί­νει όμως και τον στα­τι­κό και άκαμ­πτο  χα­ρα­κτή­ρα του ορι­σμού του Στά­λιν (1913) για το έθνος (…είναι η στα­θε­ρή κοι­νό­τη­τα αν­θρώ­πων που εμ­φα­νί­σθη­κε πάνω στη βάση της κοι­νό­τη­τας της γλώσ­σας, του εδά­φους, της οι­κο­νο­μι­κής ζωής και της ψυ­χο­σύν­θε­σης που εκ­δη­λώ­νε­ται στην κοι­νό­τη­τα του πο­λι­τι­σμού…). Μπο­ρεί επί­σης να εξη­γή­σει πει­στι­κά τη ρευ­στό­τη­τα και την ασά­φεια, για αρ­κε­τά χρό­νια μετά την επα­νά­στα­ση, της ταυ­τό­τη­τας του Έλ­λη­να πο­λί­τη.

Ποιος είναι όμως ο οι­κο­νο­μι­κός μη­χα­νι­σμός της εθνι­κής κι­νη­το­ποί­η­σης; Ο Γ.Μ. αξιο­ποιεί ένα πολύ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό κεί­με­νο του Έν­γκελς για να δεί­ξει την εκ­κί­νη­ση της δια­δι­κα­σί­ας: «…αντί­θε­τα το εμπό­ριο των Ελ­λή­νων άν­θι­ζε τόσο γρή­γο­ρα και είχε γίνει τόσο ση­μα­ντι­κό… ώστε να μην μπο­ρεί πλέον να ανε­χθεί την τουρ­κι­κή κυ­ριαρ­χία. Πραγ­μα­τι­κά η τουρ­κι­κή και όπως κάθε ανα­το­λι­κή κυ­ριαρ­χία  είναι ασυμ­βί­βα­στη με την κα­πι­τα­λι­στι­κή κοι­νω­νία. Η απο­κτώ­με­νη υπε­ρα­ξία δεν μπο­ρεί να δια­φυ­λα­χθεί από τους λη­στρι­κούς σα­τρά­πες και πα­σά­δες. Απου­σιά­ζει η πρώτη θε­με­λια­κή συν­θή­κη του αστι­κού κέρ­δους: η ασφά­λεια του εμπο­ρευό­με­νου προ­σώ­που και της ιδιο­κτη­σί­ας του…». Αυτή ήταν η άμεση αντι­κει­με­νι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση της επα­νά­στα­σης. Η ίδια η επα­νά­στα­ση όμως, σαν συ­νει­δη­τή υπο­κει­με­νι­κή δράση, ήταν κάτι δια­φο­ρε­τι­κό.

Κρά­τος και επα­νά­στα­ση

Η επα­νά­στα­ση από το ξε­κί­νη­μά της συ­νά­ντη­σε τους θα­νά­σι­μους εχθρούς της: την Οθω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρία, το ιε­ρα­τείο και την Ιερά Συμ­μα­χία. Η  εχθρό­τη­τα και το μίσος του ορ­θό­δο­ξου ιε­ρα­τεί­ου, που ταυ­τό­χρο­να δή­λω­νε την πλήρη υπο­τα­γή του στην Οθω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρία, ξε­περ­νού­σε κάθε όριο. Το Μάρ­τιο του 1821, δύο πα­τριάρ­χες, ο Οι­κου­με­νι­κός και των Ιε­ρο­σο­λύ­μων, κα­τα­δί­κα­σαν με εγκύ­κλιό τους την επα­νά­στα­ση του Υψη­λά­ντη στις Ηγε­μο­νί­ες και σύ­στη­ναν: «…οι ορ­θό­δο­ξοι χρι­στια­νοί πρέ­πει… κάθεν υπο­τα­γήν και ευ­πεί­θειαν εις αυτήν την θε­ό­θεν εφ’ ημάς τε­ταγ­μέ­νην κρα­ταιάν και αήτ­τη­τον  Βα­σι­λεία…». Αλλά ακόμη και από το 1798 κυ­κλο­φο­ρού­σε η «Δι­δα­σκα­λία Πα­τρι­κή…» σε μια πο­λε­μι­κή ενά­ντια στον Ρήγα και το δια­φω­τι­σμό που  κα­λού­σε σε «…απα­ρα­σά­λευ­τον την υπο­τα­γήν εις την πο­λι­τι­κή διοί­κη­σιν, όπου σας χα­ρί­ζει όσα ανα­γκαία μόνον εις την πα­ρού­σαν ζωήν και το τι­μιώ­τε­ρον απ’ όλα, όπου δεν προ­ξε­νεί κα­νέ­να εμπό­διον ή βλάβη εις την ψυ­χι­κήν σας σω­τη­ρία…».

Βε­βαί­ως ούτε οι ευ­ρω­παϊ­κές μο­ναρ­χί­ες επέ­δει­ξαν την πα­ρα­μι­κρή ανοχή. Το 1822, στη σύ­νο­δο της Βε­ρό­να, από­φα­σί­ζουν ότι:  «Οι άνα­κτες έχο­ντες στα­θε­ράν από­φα­σιν να απω­θή­σω­σι την αρχήν της επα­να­στά­σε­ως καθ’ οποί­ον μέρος και εν οποία μορφή και αν εφαί­νε­το, έσπευ­σαν να την κα­τα­δι­κά­σω­σιν εκ συμ­φώ­νου, ασχο­λού­με­νοι δε αμε­τα­θέ­τως εις το έργον της κοι­νής φρο­ντί­δος των, αντέ­κρου­σαν παν ότι εδύ­να­το να τους πα­ρε­κτρέ­ψη της οδού των».

Η ανά­λυ­ση όμως του Γ.Μ. ανα­δει­κνύ­ει μια άλλη πλευ­ρά εξί­σου εν­δια­φέ­ρου­σα. Από το 1821 μέχρι το 1824, που η επα­νά­στα­ση νι­κού­σε, οι θε­σμοί που συ­γκρό­τη­σε και τα συ­ντάγ­μα­τα που κα­θιέ­ρω­σε, αντα­να­κλού­σαν μια ευ­ρεία δη­μο­κρα­τι­κή συμ­μα­χία. Κάτω από την ηγε­σία των εμπό­ρων και των εφο­πλι­στών της επο­χής και  της φι­λε­λεύ­θε­ρης δια­νό­η­σης, η συμ­μα­χία πε­ρι­λάμ­βα­νε  τους φτω­χούς αγρό­τες (που απο­τε­λού­σαν τη συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία του πλη­θυ­σμού) και τη μικρή ερ­γα­τι­κή τάξη (κυ­ρί­ως ναυ­τι­κοί). Αυτά τα συ­ντάγ­μα­τα ήταν τα πιο ρε­που­μπλι­κα­νι­κά της επο­χής τους και ήταν μια ανοι­κτή πρό­κλη­ση για το πε­ρι­βάλ­λον μιας αντι­δρα­στι­κής Ευ­ρώ­πης, που κυ­ριαρ­χού­σε η Ιερά Συμ­μα­χία. Ήταν όμως  επί­σης απο­τέ­λε­σμα σκλη­ρών εσω­τε­ρι­κών αντι­πα­ρα­θέ­σε­ων και εμ­φυ­λί­ων πο­λέ­μων. Στους δύο εμ­φυ­λί­ους πο­λέ­μους (1823-24) σκο­τώ­θη­καν πε­ρισ­σό­τε­ροι Ελ­λη­νες παρά στις συ­γκρού­σεις με τους Οθω­μα­νούς (Τ.Α. Στα­μα­τό­που­λος: «0 εσω­τε­ρι­κός αγώ­νας», 1979). Ακόμη και ο πρύ­τα­νης της εθνι­κής ιστο­ριο­γρα­φί­ας, Κ. Πα­πα­ρη­γό­που­λος, έγρα­φε για στίφη ρου­με­λιω­τών που ει­σέ­βαλ­λαν στην Πε­λο­πό­νησ­σο σαν σε ξένη χώρα κλπ («Ιστο­ρία του ελ­λη­νι­κού έθνους», 1853). Για την εθνι­κι­στι­κή μυ­θο­λο­γία και τους εκ­προ­σώ­πους της όμως, όπου «σύσ­σω­μο το έθνος ξε­ση­κώ­θη­κε ενά­ντια στους βαρ­βά­ρους για την ιδέα της ελευ­θε­ρί­ας», οι εσω­τε­ρι­κοί αγώ­νες μέσα στην επα­νά­στα­ση ή με άλλα λόγια η τα­ξι­κή πάλη, απο­τε­λούν σε­νά­ριο αντε­θνι­κής συ­νω­μο­σί­ας.

Αλλά από το 1825, που απο­βι­βά­ζο­νται ο Ιμπρα­ήμ και τα αι­γυ­πτια­κά στρα­τεύ­μα­τα στην Πε­λο­πόν­νη­σο, οι συ­νε­χείς στρα­τιω­τι­κές ήττες οδη­γούν την επα­νά­στα­ση στην υπο­χώ­ρη­ση και την υπό­κλι­σή της στις Με­γά­λες Δυ­νά­μεις (Αγ­γλία, Γαλ­λία, Ρωσία). Η μοίρα της κα­θο­ρί­ζε­ται το 1827, με τη ναυ­μα­χία του Ναυα­ρί­νου και την κα­τα­στρο­φή του αι­γυ­πτια­κού στό­λου. Η νίκη όμως δεν ήταν δική της και αυτό σή­μαι­νε την επι­βο­λή του δι­κτά­το­ρα Κα­πο­δί­στρια (1828-31) και την προ­σω­ρι­νή έστω υπο­χώ­ρη­ση του συ­νταγ­μα­τι­κού ρε­που­μπλι­κα­νι­σμού.

Από την επα­νά­στα­ση στη Με­γά­λη Ιδέα

Η ανά­λυ­ση  για τη Με­γά­λη Ιδέα έχει  στον πυ­ρή­να της την άποψη  ότι κα­τά­γε­ται απευ­θεί­ας από την ίδια την επα­νά­στα­ση και ότι ο εθνι­κι­σμός (ο αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κός, όταν ακόμη η αστι­κή τάξη ήταν προ­ο­δευ­τι­κή και όχι αντι­δρα­στι­κή που είναι σή­με­ρα) είχε δύο όψεις: την απε­λευ­θε­ρω­τι­κή (η επα­νά­στα­ση ενά­ντια σε μια αυ­το­κρα­το­ρία) αλλά και την κα­τα­πιε­στι­κή. Τώρα πια δεν αμ­φι­σβη­τεί­ται από καμιά πλευ­ρά (ακόμη και από τους φα­σί­στες) ότι την πε­ρί­ο­δο της επα­νά­στα­σης εφαρ­μό­στη­κε μια πο­λι­τι­κή εθνο­κά­θαρ­σης σε πολ­λές πε­ριο­χές που υπήρ­χαν μου­σουλ­μα­νι­κοί πλη­θυ­σμοί αλλά και εβραϊ­κές μειο­νό­τη­τες. Το πα­ρά­δειγ­μα της Τρί­πο­λης και της απε­λευ­θέ­ρω­σής της, τον Σε­πτέμ­βριο του 1821, ήταν το πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό. Να πώς πε­ριέ­γρα­φε ο Κο­λο­κο­τρώ­νης στα απο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του το γε­γο­νός: «…το ασκέ­ρι οπού ήτον μέσα, το Ελ­λη­νι­κό, έκοβε και εσκό­τω­νε από Πα­ρα­σκευή έως Κυ­ρια­κή, γυ­ναί­καις, παι­διά και άντραις 32.000 μια ώρα ολό­γυ­ρα της Τρι­πο­λι­τζάς. Ένας Υδραί­ος έσφα­ξε 90. Έλ­λη­νες εσκο­τώ­θη­καν 100. Έτζι επήρε τέλος. Τε­λά­λη να παύση ο σφαγ­μός…Το άλογο μου από τα τείχη έως τα σα­ρά­για δεν επά­τη­σε γη…».

Για το Νίκο Που­λαν­τζά «οι γε­νο­κτο­νί­ες είναι απεκ­βο­λές αυτών που γί­νο­νται ξένα σώ­μα­τα μέσα στο εθνι­κό έδα­φος και στην εθνι­κή ιστο­ρία, απο­κλει­στι­κά έξω από τον χώρο και έξω από τον χρόνο». Αλλά αυτή είναι η εσω­τε­ρι­κή λο­γι­κή της συ­γκρό­τη­σης των εθνών-κρα­τών…

Στην προ­ο­πτι­κή της κοι­νω­νι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης

Η «Πρω­το­βου­λία 1821-2021» έχει ένα δύ­σκο­λο έργο μπρο­στά της, όχι μόνο κά­νο­ντας την ιστο­ρι­κή απο­τί­μη­ση μιας επα­νά­στα­σης ή μιας εθνι­κής πο­ρεί­ας  δια­κο­σί­ων χρό­νων κάτω από την αστι­κή ηγε­σία, αλλά χα­ράσ­σο­ντας κά­ποιες αδρές γραμ­μές για το μέλ­λον. Το πιο πι­θα­νό είναι να  ξα­να­δια­τυ­πώ­σει τη θέση ότι «ο ελ­λη­νι­σμός είναι ο φάρος  του πο­λι­τι­σμού  στην  αν­θρω­πό­τη­τα» κλπ. Μια χυ­δαιό­τη­τα που δεν της αξί­ζει ούτε η πιο φτηνή δια­φή­μι­ση.

Παρ’ όλα αυτά  οφεί­λου­με να  κά­νου­με το έργο της Πρω­το­βου­λί­ας όσο γί­νε­ται πιο δύ­σκο­λο. Γι’ αυτό υιο­θε­τού­με τα συ­μπε­ρά­σμα­τα του Γ. Σκλη­ρού, το 1919, για την επα­νά­στα­ση του 1821 και το ιστο­ρι­κό μέλ­λον της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας: «…ανα­φο­ρι­κώς με την Ελ­λά­δα εί­πα­με: 1) Η ση­με­ρι­νή Ελ­λά­δα είναι ολωσ­διό­λου αστι­κό κρά­τος. 2) Η Ελ­λη­νι­κή επα­νά­στα­ση τότε μόνο μπό­ρε­σε να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί, όταν τα αστι­κά στοι­χεία του έθνους έφθα­σαν σε με­γά­λη οι­κο­νο­μι­κή ακμή και είχαν ξυ­πνη­μέ­νο πια το εθνι­κό αί­σθη­μα και την ιδέα της πα­τρί­δας, που την είχαν ρίξει στη μέση οι αστι­κές επα­να­στά­σεις της δυ­τι­κής Ευ­ρώ­πης.   3) Η αστι­κή μας τάξη έδει­ξε όλη της τη ζω­τι­κό­τη­τα και το σφρί­γος ενόσω πά­λευε με ανώ­τε­ρες τά­ξεις: Πρώτα με τους φε­ου­δά­λους Τούρ­κους και κα­τό­πι με τους αρι­στο­κρά­τες Βαυα­ρούς. Μόλις έμει­νε όμως μόνη κυ­ρί­αρ­χη, χωρίς αντι­πά­λους, έπεσε σε στα­σι­μό­τη­τα και σα­πί­λα. 4) Όλα τα φάρ­μα­κα που μας πρό­τει­ναν ως τα τώρα διά­φο­ροι «ου­το­πι­σταί» προς θε­ρα­πεί­αν της αστι­κής σα­πί­λας, έμει­ναν χωρίς κα­νέ­να απο­τέ­λε­σμα, γιατί ήταν αστι­κά φάρ­μα­κα κατά αστι­κής αρ­ρώ­στειας. Μόνον «ερ­γα­τι­κά, προ­λε­τα­ρια­κά» φάρ­μα­κα θα μπο­ρέ­σουν να για­τρέ­ψουν την αστι­κή μας αρ­ρώ­στεια…».

Γι­’αυ­τό και μείς προ­τεί­νου­με τη με­λέ­τη του βι­βλί­ου του Γιάν­νη Μη­λιού.

rproject.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.