Ενοικιαζόμενα δωμάτια

Ενοικιαζόμενα δωμάτια

  • |

Στα πεζοδρόμια ακούγονται μόνο ροδάκια από βαλίτσες. Βαλίτσες που είναι φτιαγμένες για αεροδρόμια ή το πολύ πολύ για διαδρόμους καραβιών. Ενίοτε σκοντάφτουν, στραβοπατάνε σε λακκούβες. Είναι βαλίτσες που έρχονται από πολύ μακριά, ας είναι καλά τα ενοικιαζόμενα δωμάτια-airbnb τα λένε τώρα, σπίτια μέσα στις πολυκατοικίες μας που νοικιάζουν ξένοι.

Κυριακή Μπεϊόγλου

Μας φαίνεται παράξενη η τόση εγγύτητα με τους τουρίστες που λογικά παλιότερα θα έμεναν σε κάποιο ξενοδοχείο. Ομως, για τους ανθρώπους των παραθαλάσσιων τόπων, κυρίως του Βορρά, αυτό είναι οικείο. Τέλη Ιουνίου κατέβαιναν οι Βαλκάνιοι προς τον Νότο, στις ακτές μας. Οικογένειες ολόκληρες κατέφταναν στα θέρετρα της Θεσσαλονίκης. Δεν υπήρχε φυσικά καμία ταμπέλα που έλεγε «rooms to let».

Μόλις έμπαιναν στα χωριά, υπήρχε πάντα μια ντόπια γυναίκα κουμανταδόρος που τους τοποθετούσε αναλόγως με τη διαθεσιμότητα. Οι συμφωνίες με τους ντόπιους που ήθελαν ένα έξτρα εισόδημα γινόταν από τον χειμώνα. Εκείνη έπαιρνε ένα μικρό ποσοστό για τον κόπο της. Στον τόπο μας, ένα πραγματικά όμορφο ψαροχώρι Μικρασιατών προσφύγων, έρχονταν συχνά Πολωνοί, Βούλγαροι, Σέρβοι.

Αγαπούσαμε πιο πολύ τους Σέρβους. Ταιριάζαμε στην ψυχοσύνθεση και στην κουλτούρα. Και οι ντόπιοι τούς έβαζαν στα σπίτια τους σχεδόν σαν φίλους και όχι σαν ενοικιαστές. Οι ξένοι γύριζαν όλη μέρα στις παραλίες και τα βράδια μαγείρευαν στις κουζίνες του χωριού κάτι φαγητά αλλιώτικα από τα δικά μας καθώς μέσα στις αποσκευές τους κουβαλούσαν τις σάλτσες και τα μπαχάρια τους.

Στις γειτονιές, φανταστείτε δεκαετία του ’80, στρώνονταν μεγάλα παράξενα τραπέζια ανθρώπων που δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους γιατί λίγοι Σέρβοι ήξεραν ελληνικά και ακόμα πιο λίγοι Ελληνες σερβικά. Περιέργως πώς, όλοι περνούσαν μια χαρά κάνοντας φιλότιμες προσπάθειες να τα βρουν στο τραγούδι και στον χορό. Κάπου μετά τον Δεκαπενταύγουστο άρχιζαν οι αποχωρισμοί. Αγκαλιές και γέλια – ανάμεικτα με πολλή συγκίνηση. Ολο έλεγαν αμφότεροι πως θα επικοινωνήσουν μέσα στον χειμώνα μα μέσα τους ήξεραν πως αυτά ήταν λόγια της στιγμής.

Για χρόνια πολλά οι ίδιοι και οι ίδιοι ενοικιαστές επέστρεφαν στα ίδια σπίτια του καλοκαιριού τους. Και εκείνα τους περίμεναν. Θαρρώ πως αυτό σταμάτησε με τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία. Και θυμάμαι με πόση αγωνία παρακολουθούσαν τις ειδήσεις οι άνθρωποι του χωριού. Μη τυχόν ακούσουν το όνομα του Μίλος και της Σόφι, των παιδιών τους, κάτι έστω, ένα νέο. Επαιρναν και τηλέφωνο μα απάντηση δεν είχαν. Πριν από λίγο με πέτυχε στην εξώπορτα της πολυκατοικίας ένα ζευγάρι Κινέζων που νοίκιασαν το δώμα. Με σταμάτησαν για πληροφορίες. Οι καλογυαλισμένες βαλίτσες τους δεν έμοιαζαν με εκείνους τους ξέχειλους σάκους των Σέρβων μας. Αλλά ούτε κι εμείς είμαστε πια ίδιοι. Ωστόσο καθώς έφευγα το ξανασκέφτηκα, ελάτε, είπα, να σας κεράσω έναν καφέ, έτσι για χατίρι του Μίλοραντ και της Σόφι.

efsyn.gr