Εκλογές: Μια ειδική και καθόλου συνηθισμένη κατάσταση //του Άρη Τόλιου

Εκλογές: Μια ειδική και καθόλου συνηθισμένη κατάσταση //του Άρη Τόλιου

  • |

…Και ενώ το Λουξεμβούργο αναζητούσε τη φιλοσοφική λίθο, στο δημαρχείο κόβανε το νόμισμα που θα κυκλοφορούσε[1].

Του Άρη Τόλιου

Εδώ και λίγες εβδομάδες, βρισκόμαστε στο έτος 2023, δηλαδή στο τελευταίο έτος (χρονολογικά, όχι ημερολογιακά ακόμα) της θητείας της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Και παρότι στην τελευταία τετραετία μεσολάβησαν γεγονότα που δοκίμασαν τις αντοχές του συστήματος σε παγκόσμιο επίπεδο, καταστάσεις πραγματικά «ιστορικές», η συγκεκριμένη κυβέρνηση εξάντλησε την τετραετία της. Και είναι μάλιστα η δεύτερη που τα καταφέρνει μετά την δεύτερη και μνημονιακή κυβέρνηση Τσίπρα.

Η Ελλάδα «κατάφερε» να δει δύο συνεχόμενες τετραετίες, κάτι που έχει να συμβεί από τις δύο συνεχόμενες κυβερνήσεις Σημίτη, σχεδόν 20 χρόνια πριν. Κάτι που υπό το πρίσμα των γεγονότων του 2011-2015 φαινόταν αδιανόητο να ξανασυμβεί. Κάτι που, αν λάβει κανείς υπόψη ότι η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην Ε.Ε. που ο κατώτατος μισθός της (σε ονομαστική αξία, χωρίς να υπολογίζουμε τις πληθωριστικές πιέσεις καν) είναι εν έτει 2023 χαμηλότερος σε σχέση με το 2010, σηματοδοτεί την τεράστια στρατηγική ήττα των δυνάμεων της εργασίας και του κινήματος μετά τους αγώνες που προηγήθηκαν, ειδικά στην παραπάνω τετραετία.

Εκτός από την πολύπλευρη (οικονομική, ανθρωπιστική, θεσμική, συνταγματική, αξιακή, πολιτισμική, περιβαλλοντική) κρίση στην οποία περιήλθε ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός κατά καιρούς, το ίδιο το πολιτικό σύστημα περιήλθε και αυτό σε κρίση. Όσο κι αν το σύστημα στην Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό δικομματικό, πατώντας πάνω σε καλπονοθευτικούς εκλογικούς νόμους (μπόνους εδρών στο πρώτο κόμμα ή παράταξη, όριο εισόδου για την εκπροσώπηση), φαίνεται πως ακόμα και αυτοί δεν μπορούν εύκολα να εξασφαλίσουν τέτοιο πλεονέκτημα στον νικητή εκλογών, ώστε να μονοπωλεί την κυβέρνηση. Κάπως έτσι, καταλήγουμε όλο και συχνότερα, είτε σε κυβερνήσεις συνεργασίας στο γ’ βαθμό διοίκησης (κάτι που θυμίζουμε, είχε παντελώς εκλείψει από το 1991 ως το 2011) είτε σε υποψηφίους που τυπικά ή άτυπα λαμβάνουν απλώς «στηρίξεις» από κόμματα στον α’ και β’ βαθμό. Αυτή τη στιγμή, το ελληνικό κομματικό φαινόμενο φαίνεται να περνάει και αυτό κρίση λοιπόν, χωρίς όμως να μπορεί να διαφανεί ποια θα είναι η επόμενη φάση του π.χ. μια ευρεία προσωποκεντρική μεταμοντέρνα «υπερκομματική» υποψηφιότητα στην κεντρική εκλογική μάχη, στα πρότυπα του Μακρόν.

ΤΡΙΑ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΠΡΙΣΜΑΤΑ: ΚΡΙΣΗ ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΡΙΣΗ ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΡΙΣΗ

Κι όμως, ακόμα και αποδυναμωμένες, τόσο οι δυνάμεις που διεκδικούν την εξουσία, όσο και αυτές που συμπληρώνουν το παζλ του αστικού μπλοκ, αναμένονται στις εκλογές να συγκεντρώσουν κοντά στο 70 – 75% των ψήφων – αν φυσικά, όπως αναμένεται, συνεχίσουν ισχυρά τα ποσοστά της αποχής. Ακόμα κι αυτό, ωστόσο, δεν είναι το χειρότερο νέο: η ελληνική κοινωνία βιώνει συστηματικά μια βαθιά συντηρητικοποίηση, προϊούσας της κρίσης του κομματικού αντιπροσωπευτικού συστήματος και της ραγδαίας επιδείνωσης των υλικών όρων διαβίωσης. Το πρώτο δηλαδή πρίσμα με το οποίο οφείλουμε να βλέπουμε τα πράγματα παραμένει η πραγματικότητα όπως αυτή άλλαξε άρδην τον Μάιο του 2010: το μνημόνιο. Η απόλυτη απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, του συνδικαλισμού και των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η υποβάθμιση της Ελλάδας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, η συμπίεση έως διάλυση της μικρής και μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, η κατοχικού τύπου κερδοσκοπία πάνω στα «κόκκινα δάνεια», η επίθεση στο περιβάλλον και στον φυσικό πλούτο, το ασύστολο κομμάτιασμα και ξεπούλημα της κρατικής περιουσίας, η ιδιωτικοποίηση του μεγαλύτερου μέρους της δημόσιας σφαίρας και του δημόσιου χώρου – όλα αυτά αποτελούν το πλαίσιο στο οποίο ζούμε, αυτό που είχε έρθει τότε για να μείνει.

Βεβαίως, αυτή η διαδικασία δεν ήταν καθόλου αυτονόητη – αμφότερα πολιτική κρίση και ευρεία φτωχοποίηση είχαμε και κατά τη διάρκεια του δεύτερου μνημονίου, με παντελώς αντίστροφα αποτελέσματα: την ταυτόχρονη και σε μεγάλο βαθμό τεμνόμενη έκρηξη ενός κοινωνικού και κινηματικού ριζοσπαστισμού με την άνοδο της Αριστεράς μέχρι και την κυβέρνηση. Η σύνδεση και συσχέτιση των δύο αυτών δυναμικών έσπασε το καλοκαίρι του 2015 και αυτή η τεράστια κοινωνική διαθεσιμότητα κατακερματίστηκε σε ασύλληπτο βαθμό. Αν η τεράστια συγκέντρωση πλήθους στις 3 Ιουλίου 2015 στο Σύνταγμα και η συγκλονιστική συμμετοχή δύο μέρες μετά στο Δημοψήφισμα μοιάζει σήμερα ηράκλειος άθλος, αυτός ξεπερνιέται σε μέγεθος μόνο από την οδύνη που αυτός ο όγκος δυνάμεων αμέσως μετά σκορπίστηκε και η κοινωνική έκφραση μεταβλήθηκε από μαζική συλλογική, σχεδόν παλλαϊκή μέχρι και σε ατομική (αποστράτευση, ιδιώτευση, αλλαγή προτεραιοτήτων, απαξίωση της συμμετοχής, εγωκεντρισμός, φοβίες, σεχταρισμός, κά.) Και τέλος, καθόλου απρόσμενα, τα επόμενα χρόνια, ο κυβερνητικός λόγος σε ότι αφορά τα γεγονότα που προηγήθηκαν από το Δημοψήφισμα του ’15 έχει ομοιογενοποιηθεί – με αποκλίσεις, οι κυβερνήσεις μετά από αυτό περίπου συμφωνούν ότι παραλίγο κάτι συνωμότες στο εσωτερικό να μας βάλουν σε μεγάλες περιπέτειες και με γενναίες ενέργειες δεν πήγε η χώρα «στα βράχια» από το «λόμπι της δραχμής» (αγαπημένες εκφράσεις τόσο του Αντώνη Σαμαρά όσο και του Αλέξη Τσίπρα).

Αυτό λοιπόν, είναι το δεύτερο πρίσμα – πρίσμα μέσα σε πρίσμα για την ακρίβεια – με το οποίο οφείλουμε να διαβάζουμε τη σημερινή πραγματικότητα: η απαξίωση του κοινωνικού παράγοντα και η απογοήτευση που έσπειρε και με συνέπεια καλού μαθητή (“teacher’s pet”, το λένε οι Αμερικάνοι), θερίζει, οργώνει, σπέρνει και ξαναθερίζει έκτοτε ο ΣΥΡΙΖΑ. Από αυτή την άποψη, η ελληνική Δεξιά και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, απαντήσεις απαξιωμένες με πρωτοφανή τρόπο πριν από τη Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015, αποτέλεσαν πρώτα έκφραση της ματαίωσης και στη συνέχεια, με όλο το περιθώριο ανοιχτό για κάθε είδους ρεβανσισμό, έκφραση της συντηρητικοποίησης. Όσο κι αν μοναχικά ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει για το αντίθετο, μετά από μια μεγάλη διάψευση μεγάλων προσδοκιών, οι άνθρωποι συνήθως παθητικά καταφεύγουν στο χειρότερο και όχι στο «μικρότερο κακό».

Και φυσικά, τρίτο, «πρίσμα μέσα σε πρίσμα μέσα σε πρίσμα», είναι αυτό της νέας πολλαπλής κρίσης που βιώνουμε, μια σειρά μεταστάσεων ενός συστήματος που στον πυρήνα του καρκινοβατεί. Πλέον τα αντιμαχόμενα καπιταλιστικά μπλοκ μάχονται σε κάθε απίθανο πεδίο, πέραν του αμιγώς στρατιωτικού: στην ενέργεια, στην επιδημιολογία, στο περιβάλλον, στην προσφυγιά και την μετανάστευση, κτλ.

Ενώ, όμως, όλα τα παραπάνω αποτελούν υπερεθνικά ή και πλανητικά ζητήματα, εξειδικεύονται με ακόμα πιο θλιβερό τρόπο από την χειρότερη κυβέρνηση μετά την Μεταπολίτευση.

ΜΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΠΟΛΛΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΜΗ

Σε ότι αφορά το στρατηγικό ζήτημα, η κυβέρνηση έχει επιλέξει μια πολιτική ανεξέλεγκτων ιδιωτικοποιήσεων, άκριτων συμμαχιών με μερίδες του κεφαλαίου, από ολιγαρχικές μέχρι και συμφέροντα γενικώς «ημέτερων» και γεωπολιτικής υποβάθμισης – πως αλλιώς μπορεί να χαρακτηριστεί η ψύχωση να προσδένεται σε οτιδήποτε βρεθεί στο δρόμο της στο διεθνές τερέν με απίστευτη μυωπία (χαρακτηριστικό παράδειγμα, η γεμάτη κομπασμό αναγνώριση της κυβέρνησης του Χουάν Γουαϊδό, που αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να σταθεί στη Βενεζουέλα χωρίς ακόμα και να ξυλοκοπηθεί από τους ίδιους του τους οπαδούς).

Σε ότι αφορά το κοινωνικό ζήτημα, η συνταγή περιέχει ισχυρές δόσεις αυταρχισμού, λαϊκισμού και αναθεωρητισμού, ιστορικού και θεωρητικού. Τίποτα από τα παραπάνω δεν θα ήταν εφικτό φυσικά χωρίς τον απόλυτο εξανδραποδισμό των ΜΜΕ, το μεγαλύτερο πλήγμα στη δημοκρατία τα τελευταία χρόνια, που έχουν αναλάβει – μέχρι αυτογελοιοποίησης και δυσφήμησης της δημοσιογραφικής δεοντολογίας – το ρόλο του διερμηνέα του κυβερνητικού λόγου.

Αποτέλεσμα όλων των προαναφερθέντων είναι η παρακμή που ζούμε σήμερα.

Παρακμή στο βιοτικό επίπεδο μέσω των πολύχρονων υποτιμήσεων της εργασίας και της αγοραστικής δύναμης.

Παρακμή στο κοινωνικό επίπεδο, με ενεργοποιημένες όλες τις σκανδάλες του κοινωνικού αυτοματισμού, τον κοινωνικό ιστό διαλυμένο και τη δημιουργία μιας πραγματικής ολιγαρχίας, ανέγγιχτης από κάθε είδους εξουσία και με απόλυτο έλεγχο πάνω στην κοινωνική ζωή.

Παρακμή στο πολιτικό επίπεδο, με κρίση αντιπροσώπευσης, ρευστοποίησης πολιτικών χώρων, ορφανά πολιτικά κενά και δυστυχώς, με την φασιστική Ακροδεξιά σε διαρκή διαθεσιμότητα και εγρήγορση.

Παρακμή στο περιβαλλοντικό επίπεδο, με την στρατηγική επιλογή της απαξίωσης των δομών πολιτικής προστασίας, πυρόσβεσης και δασοπροστασίας με το πρόσχημα δήθεν της ανθρώπινης ζωής ως προτεραιότητα.

Παρακμή στο αξιακό και πολιτισμικό επίπεδο, τέλος, με την βαθιά βουτιά σε αντιλήψεις περασμένων αιώνων: από την απροκάλυπτη εναντίωση στο δικαίωμα στην άμβλωση μέχρι τη συγκάλυψη, αν όχι και υπεράσπιση κυκλωμάτων παιδεραστίας, trafficking και βιασμών, από τα pushbacks στο Αιγαίο μέχρι την επίσημη αναγνώριση προσφύγων και μεταναστών ως μέσο πολέμου του Ερντογάν και από τη επίσημη στοχοποίηση ολόκληρων κοινωνικών κατηγοριών (πολιτικών αντιπάλων, δημοσιογράφων – ερευνητών, υγειονομικών, κοινωνικά αποκλεισμένων, ακόμα και θυμάτων βιασμών) μέχρι και τη χυδαία εργαλειοποίηση του επιστημονικού λόγου στο ζήτημα του κορωνοϊού που οδήγησε μεγάλες μερίδες του πληθυσμού να αποστρέφονται την ίδια την επιστήμη.

ΟΧΙ ΑΚΡΙΒΩΣ «ΩΣ ΣΥΝΗΘΩΣ»

Τίποτα από τις τραγωδίες που ζούμε δεν είναι αποκομμένη από το χτες – για όλες μα όλες έχουμε αντίστοιχα παραδείγματα στο παρελθόν. Θα είναι όμως το μεγαλύτερο λάθος που μπορούμε να κάνουμε αν δεν αναγνωρίσουμε την παρούσα φάση ως κρίσιμη και όχι απλώς «καπιταλισμό ως συνήθως». Ζούμε μια τρομακτική απαξίωση της ανθρώπινης ζωής, σε ότι αυτή στοιχειοθετείται υλικά και πνευματικά και αυτό οφείλει να είναι στα λόγια και στις πράξεις κοινός τόπος όσων ενδιαφέρονται να την αλλάξουν. Της Αριστεράς, συγκεκριμένα.

Δυστυχώς, το προηγούμενο διάστημα, η Αριστερά, αντί να αξιοποιήσει το κεφάλαιο μιας τόσο κακής κυβέρνησης, αλλά και της πιο άνευρης αντιπολίτευσης, μείζονος (ΣΥΡΙΖΑ) και ήσσονος (ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ) που θα μπορούσε η πρώτη να έχει, δεν μπόρεσε να αποτελέσει τον παράγοντα αποσταθεροποίησης και ανατροπής της κυβέρνησης. Οι αγώνες, από επιμέρους εργατικοί μέχρι ευρύτερα κοινωνικοί και δημοκρατικοί, περισσότερο ανέδειξαν το μεγάλο πρόβλημα της απουσίας πολιτικού υποκειμένου της ριζοσπαστικής Αριστεράς παρά αποτελούν καθαυτοί απάντηση, όσο δυναμικοί και γεμάτοι αυταπάρνηση κι αν έχουν όντως υπάρξει. Και σε ότι αφορά τα πολιτικά υποκείμενα της Αριστεράς αυτή τη στιγμή, έχουν συναντήσει αδιέξοδο.

Το ΚΚΕ, όχι μόνο παραμένει αυστηρά περιχαρακωμένο, αλλά το τελευταίο συνέδριο του ήρθε να υπερθεματίσει ή ακόμα ορθότερα, να επιβραβεύσει μια παντελώς παθητική γραμμή, στην οποία ακόμα και τα όποια «ανοίγματα» είναι ανοιχτή πρόσκληση για μετανοημένους που μπορούν ατομικά να στηρίξουν το ΚΚΕ – τέτοια γενναιοδωρία! Οι δε πρόσφατες κινήσεις του (ψήφιση επιδόματος στα σώματα ασφαλείας, συναυλία Ξαρχάκου) διακατέχονται από μια ιδιότυπη λογική μεγάλου κόμματος, που απευθύνει παλλαϊκό ανοιχτόκαρδο κάλεσμα στήριξης σε ευρύτερα «ανοίκεια» ακροατήρια, την ίδια ώρα που περιχαρακώνεται στις πολιτικοϊδεολογικά αμέσως κοντινότερες δυνάμεις του! Ακόμα και σε ένα τέτοιο ζοφερό περιβάλλον, τόσο για την κοινωνία όσο και για την υπόλοιπη Αριστερά, το ΚΚΕ στις εκλογές θα κατέβει για να συγκρατήσει δυνάμεις ή να σημειώσει μικρή άνοδο. Κάτι τέτοιο, σε συνδυασμό με την υποχώρηση των μεγάλων εργατικών αγώνων τα τελευταία χρόνια υπό την πίεση των αντεργατικών νόμων ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ, φέρνει το ΚΚΕ αντικειμενικά σε αδιέξοδο, ιδιαίτερα σε ότι αφορά το στρατηγικό του ζήτημα.

Το ΜέΡΑ25, επίσης, συνάντησε αδιέξοδο, στην πολιτική της συγκέντρωσης ατομικοτήτων – από πολύ θετικές προσωπικότητες της πολιτικής και της κοινωνίας μέχρι… όχι και τόσο, υπό το επικοινωνιακό χάρισμα του Γιάνη Βαρουφάκη – αφού δεν απέφυγε τον διεμβολισμό από συστημικές δυνάμεις, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα, η τακτική της «συνεπούς πλαγιοκόπησης» του τελευταίου θα συναντήσει πολύ σύντομα τη γραμμή τερματισμού (αν δεν έχει συμβεί ήδη), όταν η εκλογική πόλωση θα φτάσει στα άκρα και καμία «χαμένη ψήφος» δεν θα γίνεται ανεκτή.

Και φυσικά, η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, με την εκτός πραγματικότητας πολυμορφία της βρήκε και αυτή αδιέξοδο. Είναι ιδιαίτερα κουραστικό και ψυχοφθόρο να παρακολουθήσει κανείς μοριακού μεγέθους κινήσεις σε έναν χώρο, όπου υποφέρει από πολλά «πίσω» και ελάχιστα «εμπρός». Δεν είναι στόχος του παρόντος κειμένου να τις αναλύσει μία προς μία, ούτε να σταθεί σε μία προς μία τις οργανώσεις της. Πολύ συνοπτικά, όμως, από τη μία, ο σεχταρισμός, η ταυτοτική πολιτική και ο ακρωτηριασμός της πολιτικής στο βωμό της ιδεολογίας (άδειο πουκάμισο η μία χωρίς την άλλη) και από την άλλη, η ατολμία των δυνάμεων που επιχειρούν να υπερβούν αυτούς τους ύφαλους, είναι ο λόγος που βρισκόμαστε στο σημείο «παρά πέντε» των εκλογών και ακόμα δεν είναι ξεκάθαρο, αν αυτός ο χώρος θα έχει ένα, δύο ή παραπάνω «κατεβάσματα». Τις στάσεις αυτές συχνά τις βλέπουμε εναλλάξ, χιαστί ή και διαδοχικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η Πρωτοβουλία Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς, που ξεκίνησε με αρκετή συγκράτηση αλλά και αισιοδοξία, μόνο για να καταλήξει σε αδιέξοδο όταν κλήθηκε να απαντήσει ένα βασικό ερώτημα: αν οι δυνάμεις της δεσμεύονται στη συγκρότηση μετώπου δυνάμεων, με σημείο αφετηρίας (μόνο ως τέτοιο πρέπει να ιδωθεί) για τη δημιουργία νέου φορέα της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Το πρώτο ακόμα και τώρα, στο «παρά πέντε» που προαναφέραμε παραμένει «θολό» και μάλλον άνθρωποι με προσφορά χρόνων και δεκαετιών στο κίνημα θα καταφύγουν τελικά σε ένα στενάχωρο παιχνίδι «μουντζούρη» (ή ακόμα χειρότερα, του «ψόφου για την κατσίκα του γείτονα»), ενώ το δεύτερο παραπέμπεται χωρίς καμία δέσμευση σε ένα απώτερο μέλλον.

Υπάρχει βεβαίως η διακηρυγμένη θέση της κοινής εκλογικής καθόδου ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΛΑΕ και της υπόλοιπης εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς ή ως ελάχιστη προϋπόθεση, μέρους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τις υπόλοιπες δυνάμεις. Και αυτό, ωστόσο, παραμένει ένα ημιτελές σχέδιο, δυστυχώς με πρόθεση κιόλας να υφίσταται ως τέτοιο. Πρώτον, δεν προσφέρει καμία δέσμευση ή εγγύηση για την πολιτική και όχι απλώς εκλογική συμπόρευση και συσπείρωση δυνάμεων. Δεύτερον, είναι ένα κατέβασμα με απεύθυνση «προς τα μέσα», δηλαδή η φιλοδοξία του εξαντλείται στην τόνωση του ηθικού των οργανωμένων μελών (καθόλου ασήμαντο, βεβαίως), του κοντινού κύκλου επαφών και ψηφοφόρων και πρώην οργανωμένων αριστερών. Τρίτον και κυριότερο: πολιτικό σχέδιο που διακηρυγμένα περνάει πρώτα μέσα από την διάλυση άλλων σχηματισμών (στάση απαράδεκτη και αντισυντροφική) και εξαρτάται απολύτως από άλλα πολιτικά σχέδια δεν συνιστά πολιτικό σχέδιο.

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ (ΚΑΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ) ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ

Μέσα σε ένα δάσος πολιτικών γραμμών που έχουν «πιάσει ταβάνι» και ακόμα και αν πιστώνονται με τις καλύτερες αγωνιστικές προθέσεις τα πολιτικά υποσύνολα που τις εκφράζουν (και πράγματι, οφείλουμε να πιστώνουμε και να τιμούμε την αξία της συμμετοχής και της οργανωμένης δράσης σε τέτοιους καιρούς), είναι σαφές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κομβικό σημείο και έχει έλθει η ώρα για επιλογές που απαντούν στη συγκυρία και στις ανάγκες.

Αν συμφωνούμε ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι η χειρότερη κυβέρνηση που έχουμε ζήσει και πρέπει να λάβει απάντηση, ότι αυτή δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να έλθει από τον ΣΥΡΙΖΑ ή το ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, ότι ήδη οδηγούμαστε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στην φτωχοποίηση και συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, ότι το πολιτικό – κομματικό σύστημα ρευστοποιείται ταχύτατα με πρώτο θύμα την Αριστερά (η λεγόμενη «ιταλοποίηση»), ότι σε αυτές τις εκλογές θα υπάρξει κρίση αντιπροσώπευσης, ότι οι αντεργατικοί – αντιλαϊκοί νόμοι των τελευταίων ετών, όχι μόνο έχουν δυσκολέψει την διεξαγωγή μαζικών λαϊκών πολιτικών αγώνων, αλλά ήδη μεταλλάσσουν τους κοινωνικούς χώρους (χώροι εργασίας, πανεπιστήμια, κτλ.), ότι το μνημόνιο τελικά ήταν η επαναθεμελίωση εκ βάθρων του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και δεν έφυγε ποτέ, ότι η δημοκρατική εκτροπή κινδυνεύει να είναι κανονικότητα – αν συμφωνούμε σε όλα τα παραπάνω, τότε η απάντηση είναι μόνο μία εν έτει 2023: ευρεία εκλογική κάθοδος ολόκληρου του πόλου της Αριστεράς, με συμμετοχή κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών δυνάμεων, χωρίς αποκλεισμούς σε όλες τις εκλογικές μάχες που θα διεξαχθούν μέσα στο έτος.

Η Λαϊκή Ενότητα – Ανυπότακτη Αριστερά είναι η μοναδική δύναμη που το συγκεκριμένο ζήτημα το έχει απαντήσει με σαφήνεια ήδη από τη συνδιάσκεψη της προ τριμήνου και μάλιστα, ομόφωνα. Και η συγκεκριμένη συγκυρία θα είναι αμείλικτη σε όλους και όλες μας, αν η συνεισφορά μας σε αυτές τις εκλογές είναι είτε η πριμοδότηση της ΝΔ (αν όντως είναι πρώτο κόμμα) μέσω της αποχής ή της υποτίμησης τους είτε του ΣΥΡΙΖΑ αν δεν υφίσταται καν ως επιλογή ένα αριστερό ψηφοδέλτιο, η μόνη πραγματική απάντηση στην πολιτική Μητσοτάκη.

Εκτός φυσικά, αν ούτε η ΝΔ είναι τόσο κακή κυβέρνηση, ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολιτικά υπαίτιος για την νεκρανάσταση της Δεξιάς στην Ελλάδα και έξω από οποιαδήποτε θετική πολιτική απάντηση, ούτε η κατάσταση είναι «άλλη πίστα» ακόμα και για τα δεδομένα του παρασιτικού και κρατικοδίαιτου ελληνικού καπιταλισμού σε όλα τα επίπεδα, ούτε η Αριστερά κινδυνεύει να μη «βρίσκει χώρο να σταθεί», ακολουθώντας τα θλιβερά ιστορικά παραδείγματα άλλων χωρών.

Τότε ναι.

Δεν υπάρχει λόγος βιασύνης.

[1] Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850

aristerorevma.gr