Επιστήμονες και πολιτικοί. Ποια σχέση;

Επιστήμονες και πολιτικοί. Ποια σχέση;

  • |

Ζούμε σε κοινωνίες γνώσης. Ετσι λέμε. Η γνώση ορίζει σε μεγάλο βαθμό τους θεσμούς και τη ζωή μας. Η κεντρική θέση της γνώσης αξιοδοτεί την ίδια και βέβαια τους θεράποντές της, τους επιστήμονες. Είναι έτσι; Για εύγλωττους λόγους η πανδημία ανέδειξε τη σχέση επιστήμονα/πολιτικού. Ακούμε τους ειδικούς, λένε οι πολιτικοί συχνά, ιδιαίτερα όταν στριμώχνονται.

Παντελής Κυπριανός*

Το ζήτημα της σχέσης επιστημόνων/πολιτικών, επιστήμης/πολιτικής δεν είναι νέο. Με εξαίρεση τις δεκαετίες του Μεσοπολέμου που επικράτησαν στη Δύση η αίσθηση της παρακμής και η αναζήτηση του παρελθόντος, το δυτικό φαντασιακό διαπερνάται από την εικόνα της προόδου, της επιστημονικής οργάνωσης της κοινωνίας, της κυριαρχίας των αυξανόμενων επιστημόνων. Ηδη τον 19ο αιώνα ο Α. Κοντ και ο Κ. Μαρξ, με τον τρόπο τους, εικονογραφούσαν κοινωνίες εδρασμένες στην επιστήμη.

Τι κάνει, στη συνθήκη αυτή, ο επιστήμονας; Τι ο πολιτικός; Ο δεύτερος, μας λέει ο Μ. Βέμπερ στο λυκαυγές του 20ού αιώνα, συμβουλεύεται τον πρώτο σε όλα ανεξαρτήτως τα ζητήματα, στο αντικείμενό του. Από τον επιστήμονα μπορεί να μάθει το πώς. Αντίθετα, ως αιρετός και εκφραστής της λαϊκής βούλησης είναι επιφορτισμένος με το τι, τους αξιακούς δηλαδή προσανατολισμούς της κοινωνίας. Λίγες δεκαετίες αργότερα ο Ζ. Σούμπετερ αλλάζει την προοπτική αυτή. Οι αποφάσεις οφείλουν να λαμβάνονται με γνώμονα τη γνώση. Οι πολιτικοί απλά υλοποιούν τις αποφάσεις των ειδικών.

Η αντίληψη αυτή υποστήριζε θα μας προφύλασσε από τους αδαείς πολιτικούς και από τις σχέσεις και πρακτικές που οργανώνονται με γνώμονα το προσωπικό όφελος σε βάρος του συνόλου. Στη λογική αυτή δυτικές κυβερνήσεις συγκρότησαν επιτροπές επιστημόνων, «σοφών», ενίοτε κέντρων προγραμματισμού σε όλους τους τομείς (εκπαίδευση, υγεία, οικονομία…) με στόχο την τεκμηριωμένη λήψη των αποφάσεων.

Οι επιστήμονες σήμερα δεν είναι οι διανοούμενοι του Μεσαίωνα ή οι homo universalis της Αναγέννησης, όπως ο Μιχαήλ Αγγελος. Το αντίθετο, σημείωνε το 1872 ο Φ. Νίτσε: «Γιατί οι ειδικές επιστημονικές σπουδές έχουν λάβει τέτοια έκταση σήμερα, ώστε όποιος θέλει να πετύχει κάτι αξιόλογο σε κάποια επιστήμη (…) πρέπει να ασχοληθεί με έναν εντελώς ειδικό επιστημονικό τομέα μένοντας παράλληλα ανυποψίαστος για όλους τους άλλους».

Πώς λοιπόν κάποιος, γνώστης κάτι πολύ εξειδικευμένου μπορεί να μιλήσει για το γενικό; Μπορεί ένας λοιμωξιολόγος ή ένας οικονομολόγος να είναι και ειδικός στην εκπαίδευση; Πολύ δύσκολα. Οποιος αμφιβάλλει ας διαβάσει την πρόσφατη έκθεση Πισσαρίδη για την εκπαίδευση.

Ο «πειρασμός» ωστόσο είναι μεγάλος για κάθε αναγνωρίσιμο επιστήμονα -και όχι μόνο- να εκφέρει άποψη πέραν της αρμοδιότητάς του σε μια μεσοκρατούμενη κοινωνία του θεάματος. Πειρασμός που ξεκινά από τα ΜΜΕ που ψάχνουν κοινό, από τους ίδιους τους επιστήμονες και τους πολιτικούς που έχουν κάθε λόγο να αξιοποιήσουν ποικιλότροπα τη γνώση, τους ειδικούς, μεταξύ άλλων και για προσδώσουν εγκυρότητα, να νομιμοποιήσουν, τις αποφάσεις τους.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για εργαλειακή χρήση του επιστημονικού λόγου ή την κατασκευή, κατά Μ. Φουκό, «καθεστώτων αλήθειας» τα οποία λειτουργούν ως αυτονόητα που νομιμοποιούν πολιτικές αποφάσεις και πρακτικές.

Αλλά και από την πλευρά τους επιστήμονες επιχειρούν να αξιοποιήσουν, να «εξαργυρώσουν» ενίοτε, την αναγνωρισιμότητά τους ως ειδικών σε ένα πεδίο και να παρεμβαίνουν στον δημόσιο χώρο ως ειδήμονες επί άλλων θεμάτων, αν όχι επί παντός. Είναι προφανές ότι η στάση αυτή μπορεί να του αποφέρει δημοσιότητα και πρόσθετη αναγνώριση, δεν προσφέρει όμως πολλά στον δημόσιο διάλογο και κάποια στιγμή μπορεί να βλάψει τον ίδιο, να τον απαξιώσει.

Η εξίσωση, πολυπαραγοντική. Για τους επιστήμονες ο Ε. Μορίν πρότεινε: επιστήμη με συνείδηση, επιστήμονες με συνείδηση. Οι επιστήμονες γνωρίζουν τι και μέχρι πού πάνε. Αυτό ασφαλώς δεν είναι ευχερές εφόσον ένα από τα μεγάλα διακυβεύματα του δημόσιου χώρου είναι η εξουσία. Από τη μεριά των κυβερνώντων και της εξουσίας το «φρένο» συνίσταται στην αποφυγή εργαλειοποίησης των επιστημόνων. Μακροπρόθεσμα και η ίδια θα χάσει και θα απαξιώσει σημαντική ομάδα ανθρώπων που μπορεί να βοηθήσει αποφασιστικά παντού.

Τι μένει; Δύο πράγματα: Το πρώτο το εξέφρασε εναργέστατα ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας δύο αιώνες πριν, συμπυκνώνοντας το πνεύμα του Διαφωτισμού και τις προσδοκίες μιας φωτισμένης δημοκρατικής διοίκησης: «Πώς λοιπόν, πώς τάχατες να διοική αυτός, οπού ποτέ δεν στοχάζεται εις την διοίκησιν;». Στοχασμός ή σε μια γλώσσα πιο οικεία σήμερα, ορθολογισμός και αξιοκρατία.

Το δεύτερο έγκειται στη σχέση επιστημόνων και πολιτικών. Για να μη μακρηγορώ, θα συμφωνήσω με την πρόταση του Μ. Βέμπερ. Αλλά, ο επιστήμονας δεν λέει απλά την άποψή του και μετά κλείνει την πόρτα. Εχει και αυτός αξίες και με την έννοια αυτή συμμετέχει ενεργά στον δημόσιο χώρο, τις υπερασπίζει και μάχεται γι’ αυτές. Μπορεί, αλλιώς, να φτιάχνει κάποιος πυραύλους χωρίς να έχει άποψη αν πρέπει, και πότε, να χρησιμοποιηθούν;

Ολα αυτά μας αναδεικνύουν το ζήτημα της λειτουργίας του δημόσιου χώρου. Παράδειγμα. Η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να προχωρήσει στις 10 Μαρτίου σε κλείσιμο δομών για την αποτροπή της διασποράς του κορονοϊού ήταν επιστημονική; Στηριζόταν στις γνώσεις των ειδικών για τον ιό αλλά ελήφθη γιατί οι δομές της υγείας δεν θα άντεχαν την πίεση. Την πρόταση διατύπωσε πολλάκις τον Φλεβάρη ο Ηλ. Μόσιαλος, καθηγητής στο LSE, με παραστάσεις και από την Κίνα και με ενεργή παρουσία στον δημόσιο χώρο από φοιτητής.

Η απόφαση, συνεπώς, δεν ήταν καθαρά «επιστημονική», αλλά προϊόν ανάγκης. Τι θα γινόταν αν το Δημόσιο Σύστημα Υγείας μας ήταν πιο εύρωστο ή αν είχαμε εμπιστοσύνη στους θεσμούς όπως οι Σουηδοί; Κοντολογίς, καμία απόφαση δεν είναι μη πολιτική, επιστημονική. Μπορεί να εδράζεται σε επιστημονικά δεδομένα αλλά έχει πεδίο εφαρμογής μια συγκεκριμένη κατάσταση. Γι’ αυτό έχουμε ανάγκη από καλούς επιστήμονες με συνείδηση αλλά και από αυτό που υποστήριξε με θέρμη ο Ανώνυμος συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας.

* Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών

efsyn.gr