Ροπές και τελεστές αναδόμησης του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος στην μνημονιακή Ελλάδα και η αναδιάταξη του συνδικαλιστικού κινήματος της μισθωτής εργασίας | Μέρος Ι/V

Ροπές και τελεστές αναδόμησης του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος στην μνημονιακή Ελλάδα και η αναδιάταξη του συνδικαλιστικού κινήματος της μισθωτής εργασίας | Μέρος Ι/V

του Κώστα Λαμπρόπουλου | red line

Προσέγγιση

Το εγχώριο οικονομικό σύστημα βρίσκεται σε μια διαδικασία συστημικού μετασχηματισμού.

Ο μετασχηματισμός αυτός:

α) εκκινεί από την τελική κατάληξη της προγενέστερης εγχώριας οικονομικής διαμόρφωσης, δηλαδή την ανεργία και τη φτώχεια, και

β) κινείται κατά μήκος ορισμένων εξωγενών για τη χώρα μακρο-ιστορικών σύνθετων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δυναμικών που αναγνωρίζονται ως ροπές αναδόμησης.

Ο μετασχηματισμός τελείται μέσω της αλληλεπιδραστικής συνέργειας μιας σειράς παραγόντων που αναγνωρίζονται ως τελεστές αναδόμησης.

Οι τελεστές επενεργούν επίσης διαθλώμενοι δια μέσου των διαδοχικών προγραμμάτων δημοσιονομικής εξισορρόπησης, αναχρηματοδότησης και μεταρρυθμίσεων (Μνημόνια 1, 2 και 3).

Η αλληλεπίδραση των τελεστών εντός του προκαθορισμένου δυναμικού πλαισίου που διαμορφώνουν οι ροπές παράγει ως μια φαινομενικά χαοτική διαχρονική διαδικασία τη βαθμιαία αποκρυστάλλωση ενός Νέου Οικονομικού Συστήματος το οποίο λειτουργεί αποκλειστικά πάνω στην πλήρη μικροοικονομική και μακροοικονομική ενσωμάτωση του Νόμου της Αξίας.

Το διαμορφούμενο Νέο Οικονομικό Σύστημα συμβάλλει μέσω της ανεργίας και της διαχείρισης της φτώχειας στη συγκρότηση, μέσω μιας επίσης χαοτικής διαδικασίας, ενός Νέου Κοινωνικού Συστήματος στο οποίο τη δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνουν με αποκεντρωμένο τρόπο τα επιχειρηματικά δίκτυα ως αλυσίδες αξίας επενδυμένων κεφαλαίων.

Η ανισομερής υπέρ του κεφαλαίου και σε βάρος της εργασίας κατανομή της ισχύος της παραγωγής απασχόλησης / κατάρτισης / επιλογής προσωπικού / διαχείρισης της φτώχειας καθιστά την υφιστάμενη συνδικαλιστική δραστηριότητα και οργάνωση αναποτελεσματικές και μη αποδοτικές, και άρα μη ελκυστικές αν όχι “επικίνδυνες”, τόσο για τους εργαζόμενους όσο και τους άνεργους.

Ο απεγκλωβισμός από την παραγόμενη ροπή συνδικαλιστικής παρακμής συνεπάγεται την αναδόμηση της οργάνωσης, την επαύξηση των δραστηριοτήτων και, κυρίως, την ποικιλόμορφη κοινωνικοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος.

Αντικείμενο

Ειδικότερα, αντικείμενο της Μελέτης είναι η αναγνώριση των θεμελιωδών οικονομικών μηχανισμών (τελεστές) μέσω των οποίων συγκροτείται σταδιακά και επίσης χαοτικά το υπό διαμόρφωση Νέο Οικονομικό Σύστημα ως διάδοχης διαμόρφωσης του μεταπολιτευτικού υποδείγματος οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής το οποίο κατέρρευσε μαζί με το κράτος και εξαιτίας της χρεοκοπίας του το 2010 και, επίσης, των διαδοχικών μνημονιακών πολιτικών που ημιτελώς και με μεγάλες χρονοκαθυστερήσεις εφαρμόστηκανεντωμεταξύ.

Εξυπακούεται ότι οι τελεστές ενεργοποιήθηκαν πρωτίστως αλλά σε καμία απολύτως περίπτωση αποκλειστικά από την εφαρμογή των διαδοχικών μνημονίων[1]. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν απορρέουν από την ίδια τη λογική της ιστορικής ανάπτυξης του καπιταλισμού γενικά και ειδικά στην ευρωπαϊκή εκδοχή του. Πρακτικά, η έμμεση πλην σαφής θεσμοθέτησή τους αποτελεί το οικονομικό και κοινωνικό ζητούμενο / περιεχόμενο των περισσότερων εκ των τελουμένων μνημονιακών «μεταρρυθμίσεων».

Αδιάψευστη εκδήλωση της εκπνοής του προηγούμενου μεταπολιτευτικού υποδείγματος είναι η υψηλότατη μακροχρόνια ανεργία η οποία ως φτώχεια διαρρηγνύει την κοινωνική συνοχή και επιβαρύνει επιπρόσθετα την προσπάθεια οικονομικής ανάταξης.

Η δράση των μηχανισμών / τελεστών που αλληλεπιδραστικά διαμορφώνουν το Νέο Οικονομικό Σύστημα εντάσσεται σε ένα δυναμικό πλαίσιο χαρακτηριστικών ροπών που αφορούν τις ανεπτυγμένες οικονομίες γενικά και ειδικά την ευρωπαϊκή οικονομία.

Ίσως χρειάζεται να υπενθυμιστεί ότι η Ελλάδα δεν είναι, τουλάχιστον προς το παρόν, απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι ένας οικονομικός και κοινωνικός σχηματισμός ανοικτός στον κόσμο και ιδιαίτερα στην Ν. Α. Ευρώπη και την Α. Μεσόγειο, περιοχές με τις οποίες διατηρεί ιστορικούς, θετικούς και αρνητικούς, δεσμούς. Η Ελλάδα αποτελεί, επίσης, Κράτος – Μέλος της Ευρωζώνης, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.Τα δεδομένα αυτά υποχρεώνουν τη χώρα να κινείται κατ’ αρχήν εντός ενός ορισμένου πολυδιάστατου πλαισίου περιορισμών ασχέτως της όποιας εσωτερικής κατάστασης βρίσκεται συγκυριακά.

Οι ροπές αυτές συνθέτουν -εξυπακούεται σε διαφορετική σύνθεση / εκδοχή ανά ευρωπαϊκή χώρα- το νέο ευρωπαϊκό σύνθετο υπόδειγμα αλληλεπιδραστικής οικονομικής – κοινωνικής περιβαλλοντικής ανάπτυξης στον 21ο αιώνα.

Υπό αυτή την αντιγεγονική οπτική, η οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση που επακολούθησε τη χρεοκοπία του κράτους, την κατάρρευση της οικονομίας και αποδιάρθρωση της κοινωνίας ερμηνεύεται ως κρίση μετάβασης από το εκτατικό στο εντατικό υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης.

Διαπιστώνεται, ωστόσο, στη συνέχεια ότι η συνδυασμένη διαχείριση της φτώχειας, της κατάρτισης και της επιλογής προσωπικού από το διαμορφούμενο Νέο Οικονομικό Σύστημα παράγει εντελώς ανεπιθύμητες παρενέργειες για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Ειδικότερα, παρέχει στις επιχειρήσεις ως πολυεθνικές αλυσίδες αξίας σφαιρικής μεγιστοποίησης της απόδοσης του επενδυμένου κεφαλαίου και ελαχιστοποίησης του κινδύνου μια δεσπόζουσα θέση ισχύος στις τοπικές κοινωνίες. Παραστατικά θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι διαμορφώνει έναν φεουδαλικό καπιταλισμό.

Συγκεκριμένα, το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό διαχωρίζεται σε δυο μεγάλες κατηγορίες: το “ευπειθές” και το “απειθές”, δηλαδή αντίστοιχα «συστημικά φιλικό» και «συστημικά εχθρικό». Το “ευπειθές” εργατικό δυναμικό προτεραιοποιείται στις καταρτίσεις και προσλήψεις και χαίρει ανθρωπιστικών συνδρομών στο πλαίσιο των δράσεων Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης σε περίπτωση κατάπτωσής του σε κατάσταση φτώχειας. Το “απειθές” εργατικό δυναμικό αποκλείεται από το σύστημα και υποχρεώνεται είτε να υποκύψει ή να μεταναστεύσει. Εξυπακούεται ότι όσο μικρότερη είναι η κατά περίπτωση κοινωνία αναφοράς τόσο ισχυρότερη είναι η ασκούμενη συστημική πίεση επί του πληθυσμού της.

Η εργατική τάξη δεν διαθέτει οργανωμένες άμυνες απέναντι στον καπιταλισμό αυτού του τύπου που δεν καταστέλλει συμπεριφορές και επιβάλλει πολιτικές προτιμήσεις με όρους κρατικής ή παρακρατικής βίας αλλά με όρους οικογενειακά εξατομικευμένης οικονομικής επιβίωσης.

Η αντιμετώπιση αυτού του καπιταλισμού αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα του συνδικαλιστικού κινήματος ήδη από σήμερα.

Είναι, όμως, αυτός ο προοπτικά πανίσχυρος καπιταλισμός αντιμετωπίσιμος; Η απάντηση που προκύπτει από την αξιολόγηση των συνδικαλιστικών στρατηγικών δυνατοτήτων είναι κατ’ αρχάς θετική. Δεν είναι εύκολη αλλά είναι εφικτή.

Η στρατηγική αντιμετώπισης περιστρέφεται γύρω από την κοινωνικοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος με όρους διαμοιραζόμενου οικονομικού συμφέροντος (καταναλωτικό κίνημα, κοινωνική και αλληλέγγυα επιχειρηματικότητα) και την αναδιοργάνωση της συνδικαλιστικής δομής κατά μήκος των πολυεθνικών αλυσίδων αξίας σφαιρικής μεγιστοποίησης της απόδοσης του επενδυμένου κεφαλαίου και ελαχιστοποίησης του κινδύνου και τη μετατόπιση της οργανωτικής έμφασης από το κλαδικό στο τοπικό / περιφερειακό επίπεδο.

1. Κατάρρευση, κρίση μετάβασης και ροπές ανασυγκρότησης του οικονομικού συστήματος στην Ελλάδα       

1.1.  Η χρεοκοπία του κράτους

Την μεταπολεμική εποχή, η Ελλάδα παρουσίασε ορισμένες χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ηπείρου που την καθιστούν ανεπανάληπτα μοναδική.

Πρώτο, ήταν η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα στην οποία ο β’ παγκόσμιος πόλεμος κατέληξε –τελικά- σε έναν εμφύλιο πόλεμο.

Δεύτερο, ο εμφύλιος αυτός πόλεμος διαδραματίστηκε σύμφωνα με το πρότυπο της αγροτικής εξέγερσης στην ύπαιθρο με επισκοπούμενη την επακόλουθη κατάκτηση των πόλεων (μαοϊσμός) κατ’ αντιστροφή του προτύπου της προλεταριακής εξέγερσης στις πόλεις με επιζητούμενη την επακόλουθη κατάκτηση της υπαίθρου που είχε παγιωθεί στην Ευρώπη από την εποχή της Οκτωβριανής Επανάστασης (λενινισμός).

Τρίτο, ο εμφύλιος πόλεμος τερματίστηκε με την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος αλλά όχι και με τη ολοσχερή συντριβή των δυνάμεών του. Σημαντικά τμήματα του ΚΚΕ και του Δημοκρατικού Στρατού διέφυγαν στις γειτονικές χώρες και διασώθηκαν για να έχουν στη συνέχεια παρανόμως ενεργή πολιτική παρέμβαση στην Ελλάδα.

Τέταρτο, οι πολλές φορές απροκάλυπτα σαδιστική βία που οι νικητές άσκησαν επί των ηττημένων και ο αστυνομικός κοινωνικός αποκλεισμός τους έδωσε τη δυνατότητα στους ηττημένους (σε συνδυασμό με την προηγούμενη ιδιαιτερότητα) να ιδεολογικοποιήσουν τη θυματοποίησή τους και να διαμορφώσουν ένα ηγεμονικό δίπολο «Καλού» – «Κακού» / «Προόδου» – «Αντίδρασης» / «Λαού» / «Κυβέρνησης» που εξορισμού αποκλείει κάθε συναινετικό συμβιβασμό μεταξύ των αντιμαχόμενων δυνάμεων. Το κυνήγι της «εκλογικής αυτοδυναμίας», δηλαδή κομματικής αυθαιρεσίας, εγγράφεται σ’ αυτή την ιδεολογική κοσμοαντίληψη.

Πέμπτο, η υποβοηθούμενη από τη σοβιετική ισχύ κομμουνιστική επανάκαμψη («Με το όπλο παρά πόδας») αποτελούσε ένα πραγματικό ενδεχόμενο στο μυαλό και την καρδιά μιας κοινωνικά ασήμαντης άρχουσας τάξης (το Παλάτι) που είχε επιβιώσει και επεβίωνε χάριν της ιμπεριαλιστικής προστασίας και βοήθειας, πρώτα βρετανικής, μετά αμερικανικής και, τέλος, ευρωπαϊκής.

Απέναντι στη μόνιμη απειλή της σοβιετικής εισβολής, η άρχουσα τάξη στην Ευρώπη αντιπαράθεσε στον κεντρικό σχεδιασμό σε αξίες χρήσης του σταλινισμού τον κρατικό μονοπωλιακό καπιταλισμό (αναπτυξιακό σχέδιο, κρατική βιομηχανία στους στρατηγικούς τομείς, εκτεταμένη κρατική παρέμβαση, δημόσιες υπηρεσίας κοινωνικής πρόνοιας, κ.λπ.). Την ευρωπαϊκή αυτή στρατηγική ακολούθησε και η άρχουσα τάξη στην Ελλάδα.

Έκτο, και για την ανάλυσή μας σημαντικότερο, μετά την αποκατάσταση της εύθραυστης -στο πλαίσιο του ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού των υπερδυνάμεων- τάξης, η κοινωνική αδυναμία της νικήτριας άρχουσας τάξης (δεύτερο κόμμα η ΕΔΑ με 24,42% στις εκλογές του 1958) την υποχρέωσε να αναζητήσει στήριγμα στη μικροαστική τάξη (καραμανλισμός αρχής γενομένης από την αντιπαροχή).

Πρακτικά, το μετεμφυλιακό αντεπαναστατικό κράτος μετασχηματίστηκε -λειτουργικά βαθμιαία μεν, πολιτικά σπασμωδικά δε- σε πελατειακό κράτος της μικροαστικής τάξης των πόλεων η οποία στη συνέχεια συμπαρέσυρε πρώτα την εργατική τάξη (Ένωση Κέντρου) και μετά την αγροτιά (ΠΑΣΟΚ). Η κίνηση αυτή ολοκληρώθηκε το 1981 με την ανάληψη της διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ.

Το αποτέλεσμα ήταν η διαμόρφωση μιας παγκόσμιας οικονομικο-κοινωνικής πρωτοτυπίας: διαμορφώθηκε ένας κρατικός μονοπωλιακός καπιταλισμός … μικροαστικού χαρακτήρα που τροφοδοτούνταν πρώτα από τους ευρωπαϊκούς πόρους που μεταβιβάζονταν υπερ της σύγκλισης και μετά από το δανεισμό στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.

Το σύστημα αυτό αποτελούταν από τρείς οικονομικούς τομείς: α) έναν εκτεταμένο κρατικό τομέα, β) έναν σημαντικό ιδιωτικό τομέα που, ωστόσο, αποτελούταν από ένα μικρό πλήθος μεγάλων επιχειρήσεων, ξένων και εγχώριων, και τέλος, γ) έναν εκτεταμένο μικροαστικό τομέα εκατοντάδων χιλιάδων αστικών μικροεπιχειρήσεων και αγροτικών εκμεταλλεύσεων.

Η υπερανάπτυξη του παρεμβατικού κράτους και η αλόγιστη οικονομική διαχείριση των συστατικών φορέων του κοινωνικού κράτους επέφεραν συμπληρωματικά την υπερανάπτυξη ενός ιδιωτικού τομέα πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων που ανατροφοδοτούσε θετικά την κρατική επέκταση στην κοινωνία και το δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

Αυτή η θετική αλληλεπιδραστική δυναμική ανάμεσα στον κρατικό και τον ιδιωτικό τομέα περιόρισε, σχεδόν μέχρι πλήρους εκμηδενισμού, την ανάπτυξη της κοινωνικής επιχειρηματικότητας.

Τρία είναι τα σημαντικότερα προσδιοριστικά χαρακτηριστικά του ελληνικού συστήματος:

Πρώτο, ενώ για όλες τις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες η συμμετοχή του εισοδήματος από μισθωτή εργασία στο εθνικό εισόδημα κυμαίνεται από 70% έως 80%, στην Ελλάδα βρίσκεται στο … 33%!

Δεύτερο, ο κοινωνικός τομέας της οικονομίας συμπιέστηκε σε επίπεδο λειτουργικής ασημαντότητας. Οι παραγωγικοί συνεργατισμοί αγαθών και υπηρεσιών είναι απλώς ανύπαρκτοι και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί ήταν και είναι προμηθευτικοί ή / και διάθεσης προϊόντων, δηλαδή οικονομικές οργανώσεις καθαρά μικροαστικού χαρακτήρα.

Τρίτο, το «κοινωνικό» κράτος συνυφάνθηκε πλήρως με το «πελατειακό» κράτος.

Με όρους λειτουργικούς το αναπτυξιακό υπόδειγμα που διαμορφώθηκε ήταν ανεπαρκώς εξωστρεφές για το συνολικό επίπεδο ανάπτυξης της οικονομίας, ενεργειακά σπάταλο και εχθρικό ως προς το περιβάλλον που στηριζόταν πρωτίστως από τη μια στις δημόσιες προμήθειες και τα δημόσια έργα  και από την άλλη στην εγχώρια ιδιωτική κατανάλωση και τις ιδιωτικές επενδύσεις σε ακίνητα που όλα τους χρηματοδοτούνταν σε υπέρμετρο βαθμό από το δανεισμό και τροφοδοτούνταν, κυρίως, από εισαγωγές.

Η αποβιομηχάνιση στο εσωτερικό -που συμπληρώθηκε από σημαντικές άμεσες παραγωγικές επενδύσεις στο εξωτερικό, εγγύς και απώτερο- δεν συνοδεύτηκε από την μαζική στοχευμένη αναβάθμιση των επαγγελματικών δεξιοτήτων και ικανοτήτων των εγχώριων ανθρώπινων πόρων που θα έθετε τις βάσεις για την ανάπτυξη της εγχώριας νέας βιομηχανίας (τροφίμων, έξυπνων δομικών υλικών, βιοκλιματικών συστημάτων και κατασκευών, υλικών συσκευασίας, κ.λ.π) αλλά αυτό αφέθηκε στην τύχη του να ανταγωνίζεται άνισα τα εν τω μεταξύ εισρέοντα διαδοχικά κύματα μεταναστών, νόμιμων και παράνομων, για θέσεις εργασίας χαμηλής προστιθέμενης αξίας και να αναζητά θέσεις απασχόλησης ανάλογες των υψηλών προσόντων του στο εξωτερικό.

Αλλά και ούτε το ίδιο το αναξιοποίητο διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό προσπάθησε από την πλευρά του να συμβάλλει στην επίλυση του δικού του προβλήματος με όρους κοινωνικής επιχειρηματικότητας.

Τέλος, ο δημόσιος, ευρύτερος δημόσιος και δημοτικός τομέας επέδειξαν απόλυτη θεσμική ακαμψία στη δημιουργία νέων παραγωγικών κλάδων οικονομικής δραστηριότητας (π.χ. ανακύκλωση υλικών, επεξεργασία απορριμμάτων, Α.Π.Ε., διαχείριση φυσικών πόρων, πολιτισμός, αρχαιολογία / ιστορία, κ.λ.π.).

Με τη σειρά της, η εκμηδένιση της κοινωνικής επιχειρηματικότητας εξάλειψε κάθε στοιχείο ανταγωνισμού, άρα και ελέγχου κόστους / οφέλους, στην παραγωγή και διάθεση των λεγόμενων «δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών» η λίστα των οποίων –εκτός όλων των άλλων- αυξανόταν συνεχώς.  Η μη θέση κοινωνικών περιορισμών κόστους / οφέλους στην κρατική δραστηριότητα επέτρεψε στο εκάστοτε πολιτικό διοικητικό και διαχειριστικό προσωπικό της να μην εισάγει (για προφανείς λόγους ίδιας αυτοσυντήρησης και αναπαραγωγής) τη χρήση του οικονομικού λογισμού της αξίας στις λειτουργίες και δραστηριότητες των επί μέρους δημόσιων / δημοτικών φορέων. Ο πολιτικός εξοστρακισμός του οικονομικού λογισμού της αξίας παρήγαγε τη γνωστή δυναμική υπερδανεισμού του δημόσιου, ευρύτερου δημόσιου και δημοτικού τομέα.

Όσο αυτός ο υπερδανεισμός τελούταν στο πλαίσιο του εθνικού και μη μετατρέψιμου νομίσματος, της Δραχμής, το ισοζύγιο πληρωμών αποτελούσε το μηχανισμό της συνολικής μακροοικονομικής και δημοσιονομικής εξισορρόπησης (υποτίμηση).

Μετά την ένταξη στη ζώνη του ευρώ την 1η Γενάρη 2002, που επέφερε επίσης τη δραματική μείωση των επιτοκίων τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού δανεισμού, ο μηχανισμός του ισοζυγίου πληρωμών εξουδετερώθηκε πλήρως.

Συνεπώς, η χρεοκοπία του Ελληνικού Δημοσίου θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί μόνο διαμέσου της εισαγωγής του αποκεντρωμένου οικονομικού λογισμού της αξίας (= έσοδα – έξοδα – αποσβέσεις) σε όλους ανεξαιρέτως τους συστατικούς φορείς του δημόσιου, ευρύτερου δημόσιου και δημοτικού τομέα της οικονομίας. Η μεταρρύθμιση αυτή, όμως, δεν έγινε ποτέ και συνεπώς δεν κατέστη δυνατή η ανακοπή της ενδογενούς ροπής προς τη χρεοκοπία του κράτους.

Τελικά, αυτή επήλθε το 2010 και αφού είχε προηγηθεί η (εντελώς αδικαιολόγητη) υπερπροσφυγή στο δανεισμό εκ μέρους της προηγούμενης κυβέρνησης για την αντιμετώπιση των αναμενόμενων απ’ αυτή επιπτώσεων της ευρω-ατλαντικής χρηματοπιστωτικής κρίσης (που τελικά δεν υπήρξαν στον υπερβολικό βαθμό που τις προέβλεπε ο τότε Υπουργός Οικονομικών κ. Αλογοσκούφης).

Πρακτικά τα Μνημόνια 1, 2 και 3 που επιβλήθηκαν σε όλες τις διαδοχικές κυβερνήσεις για την ευρωσική διάσωση της χώρας αποτελούν ταυτόχρονα και το πρόγραμμα εξάλειψης του μικροαστικού και του κρατικού τομέα στην οικονομία και του παράλληλου μετασχηματισμού της σε μια οικονομία πλήρως ανοικτής στο διεθνές πολυεθνικό κεφάλαιο.

1.2.  Η «μεγάλη ύφεση» της ελληνικής οικονομίας

Η χρεοκοπία του Ελληνικού Δημοσίου το 2010 έπληξε απευθείας το -υπέρμετρα εκτεθειμένο στο δημόσιο δανεισμό- εγχώριο τραπεζικό σύστημα με άμεσο αποτέλεσμα τη διακοπή της ομαλής χρηματοδοτικής / αναχρηματοδοτικής λειτουργίας του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Η ενισχυμένη δημοσιονομική λιτότητα (σχετική αύξηση φορολογίας και απόλυτη μείωση δημόσιων δαπανών) που στη συνέχεια επιβλήθηκε εξωγενώς για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας και ανταγωνιστικότητας (Μνημόνια) προκάλεσε την κάθετη μείωση της ενεργού ζήτησης στην οικονομία.

Στο πλαίσιο αυτό επακολούθησε μια ύφεση το μέγεθος της οποίας είναι συγκρίσιμο μόνο με τη «μεγάλη ύφεση» του 1929 – 1933 στις ΗΠΑ[2]. Το ΑΕΠ κατακρημνίστηκε κατά 25% μεταξύ 2008 και 2014 και η ανεργία, σχεδόν αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, εκτινάχθηκε στα ύψη.

ΑΕΠ ανά κεφαλή απασχολούμενου

1.3. Η ανεργία

Συγκεκριμένα, μεταξύ του Β’ τριμήνου 2015 και του Β’ τριμήνου 2008[3] η απασχόληση μειώθηκε κατά 1,012 εκατομμύριο άτομα. Η μείωση αυτή αποτελεί το 27,9% της απασχόλησης του Β’ τριμήνου 2008. Πρακτικά, 1:4 απασχολούμενους βρέθηκε χωρίς δουλειά!

Ο Πίνακας 1.Α. παρουσιάζει τις συγκεντρωτικές τομεακές επιπτώσεις λιτότητας και ύφεσης επί της απασχόλησης.

Το συμπέρασμα που προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια είναι ότι ο «μεγάλος ασθενής» της ελληνικής οικονομίας είναι ο δευτερογενής τομέας: σχεδόν 1:2 απασχολούμενος στον τομέα χάνει τη δουλειά του!

Από τον τριτογενή τομέα, ο «μεγάλος ασθενής» είναι ο κλάδος Ζ.  Χονδρικό και λιανικό εμπόριο, επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών. Συγκεκριμένα, η απασχόληση στον κλάδο μειώθηκε την εξεταζόμενη περίοδο κατά 187,8 χιλιάδες άτομα ή κατά -22,2%. Η μείωση της κλαδικής απασχόλησης αποτελεί το 39,4% της μείωσης της απασχόλησης που σημειώθηκε στον τριτογενή τομέα.

 

1.4.  Η φτώχεια

Με πυρήνα την ανεργία επανεμφανίζεται η φτώχεια ως κοινωνικό φαινόμενο που διαρρηγνύει κάθετα την συνοχή του κοινωνικού ιστού.

Περίπου το 1/3 του πληθυσμού βρίσκεται εντός του τυπικού ορίου της φτώχειας.

Το ιστορικά νέο στοιχείο στην εικόνα της φτώχειας είναι ότι σε κατάσταση φτώχειας δεν έχουν περιέλθει μόνο οι άποροι που περιέπεσαν σε κατάσταση ανεργίας αλλά και εύποροι άνεργοι καθώς ακόμα και αμειβόμενοι απασχολούμενοι των οποίων τα έσοδα, μετά τις διενεργηθείσες απανωτές μειώσεις μισθών και συντάξεων, δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσης των ίδιων και των οικογενειών τους. Περιλαμβάνονται, επίσης, και εργαζόμενοι των οποίων η καταβολή των αμοιβών καθυστερεί για μεγάλο χρονικό διάστημα ή / και λαμβάνουν καταβολές έναντι.

Ιδιαίτερη κατηγορία φτωχών είναι οι υπερχρεωμένοι δανειολήπτες οι οποίοι με την επελθούσα μείωση των τιμών της ακίνητης περιουσίας βρέθηκαν σε αρνητική καθαρή περιουσιακή θέση και με ανεπαρκές τρέχον εισόδημα για να εξυπηρετήσουν τον τραπεζικό δανεισμό μέσω του οποίου απέκτησαν ακίνητη περιουσία (στεγαστική πίστη).

Άλλη ιδιαίτερη κατηγορία φτωχών είναι οι χαμηλοσυνταξιούχοι οι οποίοι δεν μπορούν κ’ αν να προσπαθήσουν να ανακτήσουν στην αγορά εργασίας τις μειώσεις των συντάξεών τους που τους οδήγησαν σε κατάσταση φτώχειας.

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί η εμφάνιση σε κοινωνικά αισθητή κλίμακα των άστεγων.

Εάν, τώρα υπερβούμε την εξατομικευμένη αντίληψη της φτώχειας και ομαδοποιήσουμε τους φτωχούς με συγγενικά κριτήρια (πυρηνική οικογένεια, εκτεταμένη οικογένεια) τότε αποκτούμε την πλήρη εικόνα της φτώχειας ως την ακραία εκδήλωση της κρίσης του εγχώριου κοινωνικού και οικονομικού σχηματισμού.

1.5. Σμίκρυνση του κράτους χωρίς αλλαγή ρόλου

Η δημοσιονομική προσαρμογή έχει ήδη περιορίσει δραματικά όλες τις κρατικές δαπάνες (κόστος λειτουργίας, μισθοδοσία προσωπικού, παροχή και επιχορήγηση συντάξεων, δημόσια έργα).

Παράλληλα, το Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Εξισορρόπησης θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα την απεμπλοκή του κράτους από την επιχειρηματική δραστηριότητα μέσω των ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποιήσεων περιουσιακών στοιχείων μη επιχειρηματικού χαρακτήρα.

Η μέχρι τώρα κυβερνητική αντίσταση στις αποκρατικοποιήσεις έχει ματαιώσει τη μοναδική αναπτυξιακή συνιστώσα που περιέχεται στο κατά όλα τα άλλα απόλυτα υφεσιακό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής.

Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι παρά την όποια μείωση στο μέγεθος του κράτους ο ιστορικά διαμορφωμένος παρεμβατικός του ρόλος δεν έχει αντιστοίχως μειωθεί αλλά, απεναντίας, έχει αυξηθεί φθάνοντας, π.χ. τρόπος συλλογής φόρων και προστίμων, στα όρια της ληστρικής αυθαιρεσίας.

Η μεγαλύτερη αποτυχία του κράτους ως οργανωτικού σχήματος και των διαδοχικών κυβερνήσεων ως των εκάστοτε διαχειριστών του ήταν και είναι η αδυναμία τους να οργανώσουν μια παράλληλη στο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής ανάκαμψη των επενδύσεων. Το κράτος συνεχίζει να μπλέκεται λειτουργικά στο πεδίο των επενδύσεων (αξιολόγηση, επιλογή, παρακολούθηση, πιστοποίηση) επειδή τις υποστηρίζει με επιχορηγήσεις κεφαλαίου και φορολογικές απαλλαγές. Η διαδικασία του εκ των υστέρων ελέγχου είναι παντελώς απούσα από το εγχώριο κράτος διαχειριστή των πάντων, δηλαδή πλέον του τίποτα.

Αυτό το “τίποτα” στο πεδίο διαχείρισης της φτώχειας δεν είναι μεταφορικό αλλά κυριολεκτικό. Το κράτος αποδείχτηκε εντελώς ανίκανο να διαχειριστεί μια μη γραφειοκρατική διαδικασία στην αναγκαία από τις περιστάσεις κοινωνική κλίμακα.

Συνεχίζεται…


[1] στη συνέχεια της Μελέτης αναφέρονται συνοπτικά ως «μνημόνι-ο/α».
[2] Βλπ. Το Βήμα, 20150301:Β5.
[3] Το Γ’ τριμήνου 2008 σημειώθηκε η ιστορικά μέγιστη απασχόληση.


Βιβλιογραφία

Abiand A., Dell’Ariccia G., Li B., [201103] Creditless recoveries, International Monetary Fund, Working Paper #11/58.

Behrendt [20100408] S., Arab Sovereign Wealth Funds, Executive Magazine, http://www.carnegieendowment.org/publications/index.cfm?fa=view&id=40549.

Bijsterbosch M., Dahlhaus T., [201106] Determinants of credit-less recoveries, European Central Bank, Working Paper #1358.

Calvo A. G., Izquierdo A., Talvi E., [200608] Phoenix miracles in emerging markets: recovering without credit from systemic financial crises, Inter-American Development Bank,  Research Department, Working Paper #570.

Claessens S., Kose M. A., Terrones E. M., [201104] Financial cycles: what? how? when?, International Monetary Fund, Working Paper #11/76.

Claessens S., Kose M. A., Terrones E. M., [201104] How do business and financial cycles interact?, International Monetary Fund, Working Paper #11/88.

Claessens S., Kose M. A., Terrones E. M., [200812] What happens during recessions, crunches and busts?, International Monetary Fund, Working Paper #08/274.

Colletis [201507] G., Convertir la dette en investissement, Le Monde Diplomatique, pp. : 4-5.

Drucker [1976] P., The unseen revolution, how pension fund socialism came to America, Harper & Row.

ECB – European Central Bank [201009] EU banking structures, European Central Bank.

ECB – European Central Bank [201304] Financial integration in Europe, European Central Bank.

ECB – European Central Bank [201311] Banking structures report, European Central Bank.

Groeneveld [] H., European Cooperative banks and the future financial system.

Harribey [200003] J.-M., La financiarisation de l’économie et la création de valeur, Université Montesquieu – Bordeaux IV, Document de Travail #45.

Hufner [20100701] F., The German banking system: lessons from the financial crisis, Organisation for Economic Co-operation and Development, Economics Department, Working Paper #788.

IMF – International Monetary Fund [201107] Germany: banking sector structure, technical note, Financial Sector Assessment Program Update, International Monetary Fund, Country Report #11/370.

IMF – International Monetary Fund [20120410] The IMF’s financial surveillance work agenda, International Monetary Fund.

Kaplinsky [2000] R., Globalization and unequalisation: what can be learned from value chain analysis?, Journal of Development Studies, vol.37, #2:117-146.

Kaplinsky R., Morris M., [2003] A handbook for value chain research, IDRC, InternationalDevelopmentResearchCenter.

Kleiner [1991] A., Who owns Exxon? Garbage Magazine, Vol. 3, 05-01-1991, pp 56: http://www.well.com/~art/exxon.html.

Kodres L., Narain A., [20100816] Redesigning the contours of the future financial system, International Monetary Fund, Monetary and Capital Markets Department, SPN 10/10.

Manière [1999] Ph., Marx à la corbeille, quand les actionnaires font la révolution, Editions Stock, Paris.

Montalban [200901] M., L’influence de la financiarisation sur les modèles productifs dans l’industrie pharmaceutique: domination et contradictions de la conception du contrôle blockbuster, Université de Bordeaux, CREThA UMR CNRS 5113, Cahiers du CREThA #2009-01.

Simpson [201301] C.V.J., The German Sparkassen (savings banks): a commentary and case study, Simpson Associates.

Stavarek D., RepkovaI., Gajdosova K., [20110715] Theory of financial integration and achievements in the European Union, Silesian University – School of Business Administration, Department of Finance, Working Paper #34393.

Sugawara N., Zalduendo J., [201305] Credit-less recoveries – Neither a rare nor an insurmountable challenge, The World Bank Europe and Central Asia Region, Office of the Chief Economist, Policy Research Working Paper #6459.

Takats E., Upper C., [201307] Credit and growth after financial crises, Bank for International Settlements, Monetary and Economic Department, Working Paper #416.

Vinals J., Fiechter J., Pazarbasioglu C., Kodres L., Narain A., Moretti M., [20101003] Shaping the new financial system, International Monetary Fund, Monetary and Capital Markets Department, SPN 10/15.

ΕΕ [2014/91] Οδηγία 2014/91/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/65/ΕΚ για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) όσον αφορά τις λειτουργίες θεματοφύλακα, τις πολιτικές αποδοχών και τις κυρώσεις, Ι.257/187 28/08/2014.

ΕΕ [2014/59] Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012, L.173/190-12.06.2014.

ΕΕ [2015/1017]  Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2015, για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων, τον Ευρωπαϊκό Κόμβο Επενδυτικών Συμβουλών και την Ευρωπαϊκή Πύλη Επενδυτικών Έργων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1291/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1316/2013 – το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων

Ευρωπαϊκή Επιτροπή [200907] Εντάσσοντας τη διάσταση της αειφόρου ανάπτυξης στις πολιτικές της ΕΕ: Αναθεώρηση του 2009 της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αειφόρο ανάπτυξη, Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών, Βρυξέλλες – com2009_0400el01[1].

Ν.3908/11 Ενίσχυση Ιδιωτικών Επενδύσεων για την Οικονομική Ανάπτυξη, την Επιχειρηματικότητα και την Περιφερειακή Συνοχή ΦΕΚ τ.Α’, νο 8, 1.2.2011, όπως ισχύει με τις τροποποιήσεις των Ν.4072/12, Ν.4146/13, Ν.4242/14.

ΤτΕ – Τράπεζα της Ελλάδος [201302] Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2012, Τράπεζα της Ελλάδος.

ΤτΕ – Τράπεζα της Ελλάδος [201312] Νομισματική Πολιτική Ενδιάμεση Έκθεση 2013, Τράπεζα της Ελλάδος.

Λαμπρόπουλος [20140131] Κ., Παραγωγικοί και διαχειριστικοί συνεταιρισμοί ενέργειας, ΜΗΤ.

Λαμπρόπουλος [201305], Κ., Αναδιατυπώνοντας το σοσιαλισμό, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα.

Λαμπρόπουλος [2013] Κ., Έξοδος από την κρίση: Πράσινη επιχειρηματικότητα – Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ΕΚΕ) – Κοινωνική Οικονομία, Ένωση Φορέων: ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, ΙΝΕ ΓΣΕΕ, ΙΝΕΜΥ ΕΣΕΕ, ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ, ΚΕΚ ΓΣΕΒΕΕ, ΚΕΚ ΙΝΕ ΓΣΕΕ, ΚΑΕΛΕ ΕΣΕΕ, Αθήνα.

Χαρδουβέλης [20140406] Γκ., Τραπεζική ανασυγκρότηση και χρηματοδότηση της ανάπτυξης, Καθημερινή : 26.


Σημείωση

[1]Η μελέτη υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού» 2007-2013», Άξονας Προτεραιότητας 2: «Ενίσχυση της προσαρμοστικότητας του ανθρώπινου δυναμικού και των επιχειρήσεων». Ειδικότερα, η μελέτη αποτελεί προϊόν της πράξης 4 «Ενίσχυση της επιχειρησιακής ικανότητας του ΙΝΕ ΓΣΕΕ», υποέργο 1, «Σύσταση, οργάνωση και ανάπτυξη λειτουργιών α) Παρατηρητηρίου κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων και πολιτικών και β) μονάδας τεκμηρίωσης και υποστήριξης της θεσμικής εκπροσώπησης της ΓΣΕΕ», η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο εφαρμογής του Επιχειρησιακού Σχεδίου Δράσης του Ινστιτούτου Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας – ΙΝΕ ΓΣΕΕ. Η μελέτη ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο 2015.