Ροπές και τελεστές αναδόμησης του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος στην μνημονιακή Ελλάδα και η αναδιάταξη του συνδικαλιστικού κινήματος της μισθωτής εργασίας Μέρος ΙΙ/V

Ροπές και τελεστές αναδόμησης του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος στην μνημονιακή Ελλάδα και η αναδιάταξη του συνδικαλιστικού κινήματος της μισθωτής εργασίας Μέρος ΙΙ/V

1.6.   Η αναπτυξιακή ανασυγκρότηση του οικονομικού συστήματος στην Ελλάδα

1.6.1.  Αποκατάσταση τραπεζικής ρευστότητας και αύξηση μισθών και συντάξεων

Η πλέον διαδεδομένη τρέχουσα άποψη για την έξοδο από την κρίση είναι ότι αρκεί η αποκατάσταση της τραπεζικής ρευστότητας, δηλαδή , και η παράλληλα αύξηση των εισοδημάτων (μισθοί και συντάξεις) για να προκληθεί η απαιτούμενη αναπτυξιακή δυναμική εξόδου από την κρίση.

Η λογική ανεπάρκεια της πρότασης βρίσκεται στο ότι δεν μπορεί να εγγυηθεί την ενεργοποίηση του επενδυτικού πολλαπλασιαστή: η αύξηση της ζήτησης θα προκαλέσει αύξηση των επενδύσεων για την ικανοποίησή της ή όχι;

Είναι προφανές, ότι σε περιόδους υψηλής αβεβαιότητας σαν κι’ αυτή που διανύουμε η λήψη ουσιώδους επενδυτικής απόφασης περιλαμβάνει και άλλα στοιχεία εκτός από την διαπιστούμενη αύξηση της ζήτησης τα οποία μάλλον επενεργούν αρνητικά.

  • του Κώστα Λαμπρόπουλου |    | red line

1.6.2. Το εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης

Η δεύτερη διαδεδομένη άποψη για την έξοδο από την κρίση είναι η κομματικά συναινετική εκπόνηση ενός εθνικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης και η έναρξη της εφαρμογής του.

Η λογική ανεπάρκεια της πρότασης βρίσκεται στο ότι δεν μπορεί να υποδείξει και πολύ περισσότερο να εξαναγκάσει τους επενδυτικούς φορείς για να το υλοποιήσουν. Βεβαίως, το κράτος μπορεί και οφείλει να κάνει τα δικά του σχέδια και να υλοποιεί … εφόσον έχει διαθέσιμους πόρους γι’ αυτό (που μετά βεβαιότητας δεν έχει).

1.6.3.      Η προσφορά θέσεων απασχόλησης

Η προσφορά νέων θέσεων απασχόλησης προκύπτει συστημικά μέσω της σφαιρικής συνέργειας μιας σειράς επιμέρους παραγόντων των οποίων η λειτουργική συνάρθρωση και δομική συνύφανση παράγει το «Οικονομικό Σύστημα».

Συνεπώς, αυτή είναι συνυφασμένη όχι απλώς με τους επενδυτικούς φορείς αλλά πρωτίστως με τον τρόπο πραγματοποίησης των επενδύσεων και διαχείρισης των αποτελεσμάτων τους.

1.7.  Το Νέο Οικονομικό Σύστημα

1.7.1.      Το πραγματικό αναπτυξιακό δίλλημα

Η έξοδος από την κρίση, δηλαδή πρακτικά η απορρόφηση της υφιστάμενης ανεργίας οφείλει να απαντήσει  στο θεμελιώδες αναπτυξιακό δίλλημα που σήμερα αντιμετωπίζουμε:

Ø   επιστροφή στη βιομηχανία έντασης εργασίας και ανάπτυξη βασισμένη πάνω στο φθηνό κόστος της  εργασίας

ή

Ø   μετάβαση σε μια μεταβιομηχανική οικονομία υπηρεσιών διεθνούς εμβέλειας και ανάπτυξη βασισμένη πάνω στην υψηλή προστιθέμενη αξία της εργασίας.

Η απάντηση στο δίλλημα αυτό είναι κατά βάση πολιτική και –κατά τη γνώμη μου- δεν έχει ακόμα δοθεί μετά βεβαιότητας από το εκλογικό σώμα.

1.7.2. Λειτουργικά χαρακτηριστικά / περιορισμοί του Νέου Οικονομικού Συστήματος

Η Ελλάδα δεν είναι, τουλάχιστον προς το παρόν, απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι ένας οικονομικός και κοινωνικός σχηματισμός ανοικτός στον κόσμο και ιδιαίτερα στην Ν. Α. Ευρώπη και την Α. Μεσόγειο, περιοχές με τις οποίες διατηρεί ιστορικούς, θετικούς και αρνητικούς, δεσμούς. Η Ελλάδα αποτελεί, επίσης, Κράτος – Μέλος της Ευρωζώνης, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Τα δεδομένα αυτά υποχρεώνουν τη χώρα να κινείται κατ’ αρχήν εντός ενός ορισμένου πολυδιάστατου πλαισίου περιορισμών ασχέτως της όποιας εσωτερικής κατάστασης βρίσκεται συγκυριακά.

Οι περιορισμοί αυτοί συνθέτουν ως ροπές -εξυπακούεται σε διαφορετική σύνθεση / εκδοχή ανά ευρωπαϊκή χώρα- το νέο ευρωπαϊκό σύνθετο υπόδειγμα αλληλεπιδραστικής οικονομικής – κοινωνικής περιβαλλοντικής ανάπτυξης στον 21ο αιώνα

Το Νέο Οικονομικό Σύστημα το οποίο διαμορφώνεται σταδιακά χαρακτηρίζεται από τους ακόλουθους περιορισμούς εφικτότητας / ροπές ανασυγκρότησης:

1.7.2.1.  Βιώσιμη κατανάλωση

Το υπερβολικό και σε πολλές περιπτώσεις υπερβάλλον κόστος ανάταξης των επιπτώσεων των κλιματικών ανισορροπιών που προκαλούνται συνδυασμένα και αλληλεπιδραστικά από την εκτατικού τύπου οικονομική ανάπτυξη και την άναρχη άνοδο του βιοτικού επιπέδου προτεραιοποιεί σχεδόν υποχρεωτικά στις «ώριμες» αγορές των πολιτιστικά «προηγμένων» κοινωνιών τη χρήση του κριτηρίου του «περιβαλλοντικού αποτυπώματος» στη λήψη καταναλωτικών αποφάσεων αγοράς και χρήσης προϊόντων και υπηρεσιών.

Η προκύπτουσα ροπή «βιώσιμης κατανάλωσης» που αναδύεται σταδιακά αναδομεί αναδραστικά το υφιστάμενο εγχώριο σύστημα παραγωγής και διαχείρισης των προϊόντων και των υπηρεσιών και προσθέτει σ’ αυτό νέους κλάδους οικονομικών δραστηριοτήτων έντασης γνώσης.

Ειδικότερα στην Ελλάδα, ο τομέας αποδοτικής παραγωγής, διαχείρισης και χρήσης ενέργειας αποτελεί τον αναγκαίο όρο της όποιας κοινωνικά αισθητής οικονομικής ανάπτυξης επιδιώκεται.

1.7.2.2.  Μείωση εκπομπής ρύπων / σφαιρική προστασία περιβάλλοντος

Το εργαλείο βιωσιμότητας της ανάπτυξης, δηλαδή επανϊσορρόπησης της διαταραγμένης σχέσης κοινωνιών – περιβάλλοντος, είναι η διαχείριση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, κατ’ αρχάς και προς το παρόν, των επιχειρήσεων, των μέσων μεταφορών, ατομικών και δημόσιων, και των ιδιωτικών εγκαταστάσεων θέρμανσης  ή ψύξης.

Οι επιχειρήσεις υπάρχουν, λειτουργούν και δραστηριοποιούνται στο χώρο, φυσικό και αστικό. Κατά συνέπεια, παράγουν το ίδιο περιβαλλοντικό αποτύπωμά τους σ’ αυτόν.

Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα είναι ένα διάνυσμα φυσικών στοιχείων, π.χ. εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα, CO2, SO2, GHG, NOx, κ.ο.κ., που παράγεται από τη λειτουργία και δραστηριότητα της κάθε επιχείρησης / μεταφορικού μέσου / ιδιωτικής εγκατάστασης θέρμανσης ή ψύξης.

Προκύπτουν δύο μεγάλα θέματα ειδικά για την περίπτωση των επιχειρήσεων που είναι και οι μεγάλοι ατομικοί παραγωγοί περιβαλλοντικών επιπτώσεων:

Πρώτο: ενώ για κάθε επιχείρηση ξεχωριστά γνωρίζουμε ή μπορούμε με τις κατάλληλες τεχνικές μετρήσεις να ποσοτικοποιήσουμε το διανυσματικό περιβαλλοντικό αποτύπωμά της, δεν είμαστε σε θέση να αποτιμήσουμε την αξιακή συσχέτιση του κάθε ενός στοιχείου του διανύσματος στην παραγόμενη από την επιχείρηση αξία, δηλαδή πρακτικά τον κύκλο εργασιών της.

Γνωρίζουμε για παράδειγμα ότι μια αξία Α προέκυψε μέσω μια διαδικασίας που παρήγαγε ένα διάνυσμα Χι = [x1, x2, … , xn] περιβαλλοντικών εκροών αλλά δεν μπορούμε να κατανέμουμε αυτή την αξία ως ποσοστό  ai στα στοιχεία του διανύσματος xi.

Δεύτερο: το περιβαλλοντικό αποτύπωμα δεν παράγεται αυτοτελώς από την επιχείρηση ως τέτοιο αλλά παράγεται ως διαδικαστική επίπτωση / συνεπαγωγή στην ικανοποίηση μιας κοινωνικής ανάγκης του τελικού καταναλωτή. Μια Χαλυβουργία δεν ρυπαίνει, όσο ρυπαίνει, την ατμόσφαιρα, επειδή της «αρέσει να ρυπαίνει». Ο χάλυβας που παράγει, μεταφέρεται σε ένα σημείο πώλησης κι’ από εκεί διατίθεται στον τελικό καταναλωτή ό οποίος και χρησιμοποιεί το προϊόν με πράξη που ενέχει περιβαλλοντική επίπτωση.

Συνεπώς, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα αν και εξατομικευμένο (παραγωγή, μεταφορά, διάθεση, χρήση, κ.ο.κ.) είναι συλλογικά διαμορφούμενο, δηλαδή κοινωνικό.

Επομένως, εάν πάρουμε τα περιβαλλοντικά αποτυπώματα όλων των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που διενεργούνται εντός ενός χώρου ως σύνολο μπορούμε να τα συσχετίσουμε οικονομετρικά με το σύνολο των περιβαλλοντικών αποτυπωμάτων που η κάθε μια επιχειρηματική δραστηριότητα έχει και να ποσοτικοποιήσουμε τη γενική, δηλαδή κατά μέσο όρο, συσχέτιση του κάθε στοιχείου του περιβαλλοντικού αποτυπώματος με την μέση αξία.

Η άσκηση αυτή, πολύτιμη από άποψη παροχής πληροφόρησης, έχει μια εξίσου πολύτιμη πρακτική συνεπαγωγή. Θα δείξει την θετική ή αρνητική απόκλιση της κάθε μιας επιχείρησης από το μέσο όρο όλων των επιχειρήσεων.

Προφανώς, οι επιχειρήσεις εκείνες που έχουν υπερβάλλουσα επίπτωση οφείλουν να λάβουν τα δέοντα μέτρα για τη μείωσή της. Συνεπώς, θα μειωθεί ο μέσος όρος και, επομένως, θα επακολουθήσει δεύτερος κύκλος μετρήσεων και μειώσεων, κ.ο.κ.

Συνεπώς, η αρχή της περιβαλλοντικής διαχείρισης είναι η αρχή της σχετικής μείωσης των επιπτώσεων εκεί όπου αυτές συμβαίνουν (προμήθεια, παραγωγή, διάθεση, τελική χρήση).

Με τον τρόπο αυτό κατανέμεται κοινωνικά το ολιστικό δυσμενές περιβαλλοντικό αποτέλεσμα της ικανοποίησης κοινωνικών αναγκών.

Εξυπακούεται ότι η εφαρμογή αυτής της αρχής συνεπάγεται και προϋποθέτει την τεχνική αξιολόγηση της κάθε μονάδας (προμηθευτής, παραγωγός, έμπορος, καταναλωτής) περιβαλλοντικής επίπτωσης.

Βεβαίως, μια προσέγγιση αυτού του υποδείγματος τεχνολογικής προόδου μπορεί να επιτευχθεί πολύ πιο εύκολα εάν:

α) η συλλογή των δεδομένων δεν γίνει απολογιστικά από όλες τις επιχειρήσεις αλλά δειγματοληπτικά με επικέντρωση στους εγνωσμένους ρυπαντές (θερμική ηλεκτροπαραγωγή, χαλυβουργίες, οι τσιμεντοβιομηχανίες, μεταφορές, κ.λ.π.) ,

β) το διάνυσμα των επιπτώσεων περιοριστεί σε λίγα μόνο τυπικά στοιχεία που αντιπροσωπεύουν ισομορφικά και τα υπόλοιπα,

γ) προτεραιοποιηθούν οι ίδιες οι επιπτώσεις ώστε να είναι δυνατό να γίνει η σταδιακή αντιμετώπισή τους από την περισσότερο σημαντική επίπτωση στη λιγότερο σημαντική.

Τέλος, πρέπει να προστεθεί και ο στόχος της αντιμετώπισης της ενεργειακής φτώχειας (συγκριτική μικρότερη κατά κεφαλή κατανάλωση ενέργειας έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου) για την επίτευξη του οποίου, ωστόσο, δεν έχουν ακόμα εξειδικευτεί δράσεις πολιτικής.

1.7.2.3.  Βελτίωση ενεργειακής αποδοτικότητας

Η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητα αποτελείται από δύο σκέλη:

α) τη μείωση της σπατάλης ενέργειας μέσω της μείωσης των απωλειών,

β) την αύξηση του ανά μονάδα χρησιμοποιούμενης ενέργειας παραγόμενου έργου.

Το πρώτο σκέλος είναι καθαρά επενδυτικού χαρακτήρα και αφορά τόσο το πεδίο της παραγωγής όσο και το πεδίο της κατανάλωσης ενώ το δεύτερο είναι επιπλέον τεχνολογικού χαρακτήρα συνδεόμενο άμεσα με τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Πίνακας 2: Στόχοι και πεδία παρέμβασης της περιβαλλοντικής πολιτικής στην Ελλάδα

Η «οικονομία υδρογόνου» αποτελεί το όριο στο οποίο κατατείνει ο παραγωγικός ενεργειακός μετασχηματισμός στις προηγμένες οικονομίες με ρυθμούς, ωστόσο, που περιορίζονται δραματικά από τις κολοσσιαίες επενδύσεις της εξορυκτικής βιομηχανίας υδρογονανθράκων και τους συνυφασμένους με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο περίπλοκους διακρατικούς συσχετισμούς ισχύος.

1.7.2.4.  Μετατόπιση της βιομηχανικής – μεταποιητικής δραστηριότητας στις χώρες χαμηλού εργατικού κόστους

Η μετατόπιση της βιομηχανικής – μεταποιητικής δραστηριότητας από τις προηγμένες οικονομίες στις χώρες και περιοχές χαμηλού εργατικού κόστους συντελέστηκε χάριν, κυρίως, των επενδύσεων των ίδιων των πολυεθνικών εταιρειών στις χώρες αυτές και σε βάρος της βιομηχανικής απασχόλησης στις προηγμένες οικονομίες. Η μετατόπιση αυτή είναι πλέον μη αντιστρέψιμη με προφανείς επιπτώσεις τη συγκρότηση νέων πόλων περιφερειακής ανάπτυξης στην παγκόσμια οικονομία πλέον του παραδοσιακού μεταπολεμικού άξονα ΗΠΑ – Ευρώπης – Ρωσίας – Ιαπωνίας – Αυστραλίας.

Η αναδυόμενη νέα βιομηχανία στις προηγμένες οικονομίες αποτελεί παραγωγική εφαρμογή αποτελεσμάτων έρευνας και καινοτομιών σε επιχειρήσεις μικρής και μεσαίας κλίμακας.

Παραδείγματα προηγμένης βιομηχανικής δραστηριότητας είναι και τα ακόλουθα:

α) Προστασία και αποκατάσταση του περιβάλλοντος, ο σχεδιασμός περιβαλλοντικά φιλικών παραγωγικών δραστηριοτήτων και διαδικασιών καθώς και –γενικότερα- η διαχείριση των φυσικών πόρων.

β) Έρευνα, ανάπτυξη και εφαρμογή τεχνολογιών αποκεντρωμένης παραγωγής ενέργειας, ηλεκτρικής, θερμικής, κ.ο.κ., από τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους (υπέδαφος, έδαφος, νερό, ήλιος, άνεμος, ατμόσφαιρα).

γ) Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και υγρών / στερών / αερίων καυσίμων από την αξιοποίηση και επεξεργασία στερεών και υγρών αποβλήτων και απορριμμάτων ως κύρια / αποκλειστική ή δευτερεύουσα / συμπληρωματική δραστηριότητα.

δ) Έρευνα, ανάπτυξη και παραγωγή συστημάτων, φορητών και σταθερών, αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας (μπαταρίες).

ε) Έρευνα, ανάπτυξη και χρήση του υδρογόνου ως καυσίμου σε μηχανές και συστήματα εσωτερικής καύσης.

στ) Έρευνα, ανάπτυξη και χρήση τεχνολογιών αφαλάτωσης με συμπαραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

ζ) Παραγωγή βιολογικών λιπασμάτων και ζωοτροφών από την επεξεργασία απορριμμάτων και αποβλήτων.

η) Τεχνολογίες μείωσης του περιβαλλοντικού αποτυπώματος επιχειρήσεων και καταναλωτών, της εξοικονόμησης ενέργειας αλλά και της αποδοτικότερης χρήσης των ενδιάμεσων εισροών και πρώτων υλών.

θ) Έρευνα, ανάπτυξη και παραγωγή βιολογικών τροφίμων, μεταποιημένων ή μη.

ι) Έρευνα, ανάπτυξη και παραγωγή αυτοπροσαρμοζόμενων στο περιβάλλον υλικών συσκευασίας και δομικών υλικών / συστημάτων.

1.7.2.5. Εξωστρέφεια και ανταγωνιστικότητα

Οι ανυπέρβλητοι περιορισμοί στην εσωτερική ζήτηση καθιστούν μονόδρομο τον εξαγωγικό αναπροσανατολισμό της οικονομίας της οικονομίας και την προσέλκυση αλλοδαπών επενδύσεων. Τόσο το ένα όσο και το άλλο δεν μπορούν να επιτευχθούν δίχως τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας η οποία, φυσικά, δεν αφορά μόνο το μισθολογικό κόστος αλλά πρωτίστως το ενεργειακό κόστος καθώς επίσης και το συνολικό κόστος λειτουργίας της οικονομίας, κράτους και κοινωνίας.

Ειδικότερα η εξωστρέφεια οφείλει να αναγνωρίζει εκείνα τα τμήματα των διεθνών αγορών στα οποία τα προϊόντα και οι υπηρεσίες είναι ή / μπορούν προοπτικά να καταστούν ανταγωνιστικά και να επινοεί τους αποτελεσματικούς τρόπους διείσδυσης σ’ αυτά.

1.7.2.6. Επαύξηση της προστιθέμενης αξίας μέσω εφευρετικότητας – καινοτομίας

Το όποιο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας οφείλεται στο σχετικά υψηλότερο άμεσο και έμμεσο κόστος παραγωγής μπορεί να αντισταθμιστεί με το όφελος από την ενσωμάτωση καινοτομιών στην παραγωγική και εμπορική διαδικασία και στις όποιες εκροές τους.

1.7.2.7. Αναπροσδιορισμός των σχέσεων της Ευρώπης με τη Β. Αφρική και Μ. Ανατολή

Οι συγκλονιστικές εξελίξεις στην Β. Αφρική και Μ. Ανατολή που συντελέστηκαν την προηγούμενη περίοδο και συνεχίζουν να συντελούνται προκαλούν βραχυπρόθεσμα αρνητικές επιπτώσεις με κύρια αιχμή τους οικονομικούς μετανάστες και τους πρόσφυγες αλλά σε μεσομακροπρόθεσμη χρονική κλίμακα ανοίγουν ένα παράθυρο ευκαιρίας για το εμπόριο και, κυρίως, τις μεταποιητικές επενδύσεις της Ευρώπης.

Υπό το πρίσμα αυτό, η μεταναστευτική / προσφυγική πολιτική πρέπει να είναι ανοικτή και, κυρίως, διπλής κατεύθυνσης.

1.8.  Νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα και κρίση μετάβασης

1.8.1.      Σύνθετο υπόδειγμα αλληλεπιδραστικής οικονομικής – κοινωνικής περιβαλλοντικής ανάπτυξης
Συνθέτοντας τις ροπές αυτές τo 2009 η ΕΕ γενίκευσε την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική που είχε ήδη θέσει σε εφαρμογή και συγκεκριμενοποίησε γύρω από τον πυρήνα της τα βασικά ποιοτικά χαρακτηριστικά του επιζητούμενου ευρωπαϊκού υποδείγματος σύνθετης και αλληλεπιδραστικής οικονομικής – κοινωνικής – περιβαλλοντικής ανάπτυξης στον 21ο αιώνα.

Ειδικότερα, η Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής[200907]στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών κατέστησε σαφές ότι «Η αειφόρος ανάπτυξη είναι ο πρωταρχικός μακροχρόνιος στόχος της ΕΕ που θεσπίστηκε στη Συνθήκη. Η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αειφόρο ανάπτυξη (ΣΑΑ της ΕΕ), όπως αναθεωρήθηκε το 2006, αποτελεί το πλαίσιο για ένα μακρόπνοο όραμα της αειφόρου ανάπτυξης, όπου η οικονομική ανάπτυξη, η κοινωνική συνοχή και η προστασία του περιβάλλοντος συμβαδίζουν με αμοιβαία υποστήριξη.».

Τα βασικά χαρακτηριστικά του επιζητούμενου υποδείγματος είναι τα ακόλουθα:

1.     Κλιματική αλλαγή και καθαρή ενέργεια,

2.     Αειφορία στις μεταφορές,

3.     Βιώσιμη κατανάλωση και παραγωγή,

4.     Διατήρηση και διαχείριση των φυσικών πόρων,

5.     Δημόσια υγεία,

6.     Κοινωνική ένταξη, δημογραφία και μετανάστευση,

7.     Φτώχεια στον πλανήτη,

8.     Εκπαίδευση και κατάρτιση,

9.     Έρευνα και ανάπτυξη,

10.  Χρηματοδότηση και οικονομικά μέσα.

Τέλος, η Ανακοίνωση επισημαίνει ότι:

«Ειδικότερα, η στρατηγική θα μπορούσε να εστιαστεί στους μακροπρόθεσμους στόχους της ΕΕ σε βασικής σημασίας τομείς, ιδίως μέσω:

–       της συμβολής σε μια γρήγορη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλής κατανάλωσης άνθρακα και χαμηλών εισροών, βασισμένη σε ενεργειακά αποδοτικές τεχνολογίες και βιώσιμες μεταφορές και μέσω αλλαγών προς μια αειφόρο καταναλωτική συμπεριφορά·

–       της εντατικοποίησης των περιβαλλοντικών προσπαθειών για την προστασία της βιοποικιλότητας, των υδάτων και άλλων φυσικών πόρων. Διαπιστώνεται ότι η καταστροφή της βιοποικιλότητας συνεχίζεται με ανησυχητικό ρυθμό. Η υποβάθμιση των οικοσυστημάτων όχι μόνο υποβαθμίζει την ποιότητα της ζωής μας και της ζωής των μελλοντικών γενεών, αλλά επίσης αποτελεί εμπόδιο για μια αειφόρο, μακροχρόνια οικονομική ανάπτυξη·

–       της προώθησης της κοινωνικής ένταξης. Οι πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες κινδυνεύουν να είναι τα μεγαλύτερα θύματα της οικονομικής κρίσης και οι επιπτώσεις της μπορούν να διαρκέσουν περισσότερο για τις ομάδες αυτές εκτός αν ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα·

–       της ενίσχυσης της διεθνούς διάστασης της αειφόρου ανάπτυξης και εντείνοντας τις προσπάθειες για την καταπολέμηση της παγκόσμιας φτώχειας.».

1.8.2. Κρίση μετάβασης

Η επονομαζόμενη «πράσινη» οικονομία είναι η μετα-βιομηχανική διαμόρφωση της οικονομίας στην περιορισμένη γεωγραφική έκταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποτελεί επίσημα διακηρυγμένο στρατηγικό στόχο της.

Βεβαίως, από οικονομική άποψη η «Ευρωπαϊκή Ένωση» δεν περιορίζεται από τα εξωτερικά σύνορα των κρατών – μελών της αλλά επεκτείνεται λειτουργικά και πέραν αυτών στους χώρους εκείνους της υφηλίου στους οποίους το νόμισμά της χρησιμοποιείται ως αποταμιευτικό ή / και αποθεματικό νόμισμα ή / και οι φορείς με έδρα την Ευρώπη πραγματοποιούν άμεσες και έμμεσες επενδύσεις κεφαλαίου.

Η «πράσινη» οικονομία στην Ευρώπη αποτελεί συστατικό λειτουργικό υποσύστημα της παγκόσμιας οικονομίας η οποία και προς το παρόν δεν κινείται προς μια «πράσινη» μετα-βιομηχανική κατεύθυνση αλλά προς τη βρυχώμενη «γκρίζα» εκβιομηχάνιση.

Η «πράσινη» οικονομία στην Ευρώπη είναι, λοιπόν, εξ ορισμού μια ανοικτή οικονομία με όρους, όμως, κοινωνικά ορθολογικούς σε μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα.

Είναι προφανές ότι η τελούμενη εγχώρια παραγωγική αναδιάρθρωση / προσαρμογή  αν και συντελείται δια μέσου των επιχειρήσεων υπερβαίνει τις εξατομικευμένες δυνατότητες των περισσότερων απ’ αυτές.

Επίσης, στις περισσότερες περιπτώσεις, προϋποθέτει και συνεπάγεται την ενεργή συμμετοχή των φορέων επιστημονικής γνώσης, των καταναλωτών αλλά και των τοπικών κοινωνιών των πολιτών.

Συνεπώς, αναδύονται –επίσης- νέες σύνθετες οικονομικο-κοινωνικές συλλογικότητες που ανασυνθέτουν την ιδιωτική, δημόσια / δημοτική και κοινωνική επιχειρηματικότητα κατά μήκος μιας νέας αναπτυξιακής ροπής η οποία τροφοδοτείται από τη λειτουργική προσαύξηση του αξιοποιούμενου κοινωνικού κεφαλαίου.

Αυτή η νέα αναπτυξιακή ροπή είναι γνωστή στην οικονομική θεωρία ως το «εντατικό υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης» κατ’ αντιδιαστολή με το υφιστάμενο «εκτατικό υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης».

Το πρώτο αντλεί τη δυναμική του από την αποδοτικότερη χρήση των πόρων / συντελεστών της παραγωγής. Το δεύτερο αντλεί τη δυναμική του από τη συνεχή ποσοτική προσαύξηση των χρησιμοποιούμενων πόρων / συντελεστών της παραγωγής.

Στο θεωρητικό αυτό πλαίσιο, η τρέχουσα κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας και αποδιάρθρωση της κοινωνίας, που πυροδοτήθηκε από τη χρεοκοπία του κράτους, αποτελεί την κρίση μετάβασης από το εκτατικό στο εντατικό υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης / μεγέθυνσης.

1.3.  Συμπέρασμα

Η ελληνική οικονομία και κοινωνία τείνουν παραμετρικά δια μέσου της τρέχουσας κρίσης μετάβασης προς τη διαμόρφωση ενός νέου υποδείγματος σύνθετης και αλληλεπιδραστικής οικονομικής – κοινωνικής – περιβαλλοντικής ανάπτυξης στον 21ο αιώνα το οποίο λειτουργεί αποκλειστικά επί της βάσης του νόμου της αξίας.

Η μετάβαση αυτή τελείται χαοτικά δια μέσου της αλληλεπιδραστικής επενέργειας ροπών και τελεστών ανασυγκρότησης του προϋπάρχοντος την μεταπολιτευτική περίοδο (1974 – 2010) οικονομικού συστήματος.

Συνεχίζεται…


Σημείωση

[1]Η μελέτη υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού» 2007-2013», Άξονας Προτεραιότητας 2: «Ενίσχυση της προσαρμοστικότητας του ανθρώπινου δυναμικού και των επιχειρήσεων». Ειδικότερα, η μελέτη αποτελεί προϊόν της πράξης 4 «Ενίσχυση της επιχειρησιακής ικανότητας του ΙΝΕ ΓΣΕΕ», υποέργο 1, «Σύσταση, οργάνωση και ανάπτυξη λειτουργιών α) Παρατηρητηρίου κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων και πολιτικών και β) μονάδας τεκμηρίωσης και υποστήριξης της θεσμικής εκπροσώπησης της ΓΣΕΕ», η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο εφαρμογής του Επιχειρησιακού Σχεδίου Δράσης του Ινστιτούτου Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας – ΙΝΕ ΓΣΕΕ. Η μελέτη ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο 2015.