Ροπές και τελεστές αναδόμησης του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος στην μνημονιακή Ελλάδα και η αναδιάταξη του συνδικαλιστικού κινήματος της μισθωτής εργασίας | Μέρος ΙV/V

Ροπές και τελεστές αναδόμησης του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος στην μνημονιακή Ελλάδα και η αναδιάταξη του συνδικαλιστικού κινήματος της μισθωτής εργασίας | Μέρος ΙV/V

3.    Η διαχείριση της φτώχειας ως νέα κατάτμηση της κοινωνίας προς όφελος του κεφαλαίου

Οι λόγοι εκείνοι που έσπρωξαν ένα τμήμα της κοινωνίας σε κατάσταση φτώχειας είναι οι ίδιοι με εκείνους που δεν επιτρέπουν στην Κεντρική Κυβέρνηση και την Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση να διαχειριστούν τις επιπτώσεις της.

  • του Κώστα Λαμπρόπουλου |     | red line

Η ραγδαία επέκταση της ανάγκης στήριξης των ευπαθών και ευάλωτων τμημάτων του πληθυσμού από τη μια και η σμίκρυνση των δημόσιων / δημοτικών δυνατοτήτων από την άλλη παρήγαγε ένα έλλειμμα το οποίο τείνει να καλυφθεί από νέους παρόχους κοινωνικών υπηρεσιών.

3.1.        Η φιλανθρωπία

Φιλανθρωπία είναι η οικειοθελής παροχή αγαθών ή υπηρεσιών ή χρημάτων άνευ ανταλλάγματος σε πρόσωπα που δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν πλήρως τις ανάγκες τους.

Η παροχή μπορεί να είναι αδιαμεσολάβητη, δηλαδή να παρέχεται απ’ ευθείας από τον φιλάνθρωπο προς τον αποδέκτη ή διαμεσολαβοποιημένη, δηλαδή να παρέχεται δια μέσου μιας φιλανθρωπικής οργάνωσης που έχει συσταθεί για το σκοπό αυτό (π.χ. ίδρυμα).

Ο παλιότερος και μεγαλύτερος σύγχρονος θεσμός φιλανθρωπίας είναι η Εκκλησία. Ακολουθούν χρονικά οι «εθνικοί ευεργέτες», δηλαδή πλούσιοι κεφαλαιούχοι που διαθέτουν ένα μέρος της συσσωρευμένης περιουσίας τους σε διάφορες κοινωφελείς δράσεις. Σήμερα, οι Δήμοι συμμετέχουν ενεργητικά στη διαχείριση δράσεων ελάφρυνσης των συνεπειών της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού (κοινωνικά παντοπωλεία, κοινωνικά φαρμακεία, κοινωνικά ιατρεία, κοινωνικά εστιατόρια, κ.α.).

Η φιλανθρωπία θέτει τον αποδέκτη της παροχής σε κατάσταση εξάρτησης από τον πάροχό της και, επομένως, προσδίδει μια ταξική ιεραρχικότητα («ικανοί και καλοί πλούσιοι – ανίκανοι φτωχοί») στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής που επιτυγχάνει.

3.2.        Η μη αμειβόμενη εργασία: ο εθελοντισμός

Εθελοντισμός είναι η οικειοθελής παροχή προσωπικής εργασίας άνευ ανταλλάγματος για την εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού ή / και την ικανοποίηση συλλογικής ανάγκης.

Η εθελοντική εργασία ως μη αμειβόμενη εργασία δεν παρέχει στο φορέα της μέσα βιοπορισμού. Κατά συνέπεια, ο βιοπορισμός του εθελοντή εξασφαλίζεται από τρίτους (οικογένεια, επίδομα ανεργίας) ή από την εκμετάλλευση ίδιων περιουσιακών στοιχείων (ενοίκια ακινήτων, κ.α.).

Ειδικότερα σημειώνεται ότι:

·       στην περίπτωση του εργαζόμενου εθελοντή, η δωρεάν εθελοντική εργασία μειώνει αντιστοίχως την κοινωνική χρονική αμοιβή της αμειβόμενης εργασίας του.

·       στην περίπτωση του μη εργαζόμενου εθελοντή, η δωρεάν εργασία του μειώνει το κοινωνικό κόστος αναπαραγωγής.

Τέλος, σημειώνεται ότι ο εθελοντισμός:

·       επαυξάνει την κοινωνική συνοχή καθότι ενσωματώνει κοινωνικά τους επωφελούμενους,

·       ενσωματώνει κοινωνικά τον εθελοντή στην περίπτωση που δεν είναι εργαζόμενος.

Βασικός φορέας εθελοντισμού είναι οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις – ΜΚΟ.

3.3.        Η αλληλεγγύη

Αλληλεγγύη είναι η οικειοθελής αναδιανομή αγαθών ή υπηρεσιών ή χρημάτων ανάμεσα στα μέλη μιας συλλογικότητας από εκείνα που βρίσκονται σε σχετικά καλύτερη κατάσταση προς εκείνα που βρίσκονται σε σχετικά χειρότερη κατάσταση.

Η αλληλεγγύη δεν είναι ποτέ διαπροσωπική σχέση αλλά είναι πάντοτε διαμεσολαβοποιημένη από μια συλλογικότητα ως εσωτερική πράξη της.

Η αλληλεγγύη αντλεί την ιστορική καταγωγή της συνδυασμένα από τις προ-καπιταλιστικές αγροτικές κοινότητας και από τους βιομηχανικούς εργάτες (εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν αγρότες που είχαν μετοικήσει στις βιομηχανικές πόλεις) οι οποίοι κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης σύσταιναν κοινά ταμεία αλληλοβοήθειας για να αντιμετωπίσουν συλλογικά τους ατομικούς κινδύνους ατυχήματος, ασθένειας και ανεργίας.

Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η αλληλεγγύη –κατ’ αντιδιαστολή με τη φιλανθρωπία- δεν είναι ξεκομμένη από την έννοια της αντιπαροχής του επωφελούμενου υπέρ της συλλογικότητας με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι:

·       ο επωφελούμενος ή συγγενικά του πρόσωπα είναι ικανά προς τούτο,

και

·       η παρέχουσα συλλογικότητα έχει ανικανοποίητες ανάγκες οι οποίες και μπορούν να ικανοποιηθούν με συμμετοχή του αποδέκτη της παροχής.

Γενικότερα, η εργατική αλληλεγγύη αντιλαμβάνεται την αντιπαροχή διαχρονικά: σήμερα εγώ βοηθάω εσένα, αύριο εσύ βοηθάς εμένα.

3.4.        Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη

Η κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων εξειδικεύεται σε πέντε επιμέρους πεδία.

Το πρώτο πεδίο αφορά το ίδιο το προσωπικό της επιχείρησης σε όλα τα θέματα που το αφορούν: από την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας μέχρι το κλίμα των διαπροσωπικών σχέσεων που αναπτύσσεται μεταξύ του.

Το δεύτερο πεδίο αφορά το σεβασμό και προστασία του περιβάλλοντος.

Το τρίτο πεδίο είναι το νομικό. Μια επιχείρηση θα πρέπει ν’ αντισυμβάλλεται με όποιον συμβάλλεται στις αγορές με όρους οι οποίοι να είναι σύννομοι.

Το τέταρτο πεδίο είναι η ηθική επιχειρηματικής συμπεριφοράς και συναλλαγών..

Τέλος υπάρχει και το πέμπτο πεδίο που είναι η αλληλεγγύη.

Η παρέμβαση των επιχειρήσεων στο πεδίο της αλληλεγγύης απορρέει από τη διαπίστωση ότι μία αγορά μπορεί να εξυπηρετεί ορθά εκείνους που συμμετέχουν σε αυτή, δε συμμετέχουν όμως όλοι οι συμπολίτες μας σε αυτή. Υπάρχουν εισοδήματα τα οποία δεν μπορούν να έχουνε πρόσβαση σε μια συγκεκριμένη αγορά. Υπάρχουν επίσης οι άνεργοι, υπάρχουν επίσης οι φτωχοί. Όλα αυτά τα άτομα αποκλείονται, εξ’ ορισμού, από την αγορά. Επομένως η ίδια η επιχείρηση θα πρέπει από την πλευρά της ν’ αναλάβει την κοινωνική της ευθύνη και να προχωρήσει σε πράξεις αλληλεγγύης για να υποστηρίξει, εκτός των πλαισίων της αγοράς, εκείνους τους καταναλωτές οι οποίοι δεν μπορούν, λόγω του ανεπαρκούς εισοδήματος που έχουν να συμμετάσχουν σε αυτή με ίσους όρους με τους υπόλοιπους άλλους.

Ο αποκλεισμός από την αγορά ισοδυναμεί μ’ ένα κοινωνικό αποκλεισμό. Κι ο κατατεμαχισμός της κοινωνίας θα έχει σίγουρα δυσμενείς επιπτώσεις και στην ίδια την οικονομία αργά ή γρήγορα.

Το QualityNetFoundation – QNF, το Δίκτυο των Υπεύθυνων Οργανισμών και Ενεργών Πολιτών, είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός, που συστάθηκε το 1997 με σκοπό την προώθηση της Κοινωνικής Υπευθυνότητας, λειτουργώντας ως κοινωνικός διαμεσολαβητής με στόχο την ανάπτυξη συνεργασιών για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών.

Το Δίκτυο υλοποιεί τις ακόλουθες επίσης χαρακτηριστικές δρστηριότητες:

·       Καταγράφει τις κοινωνικές ανάγκες και τη δυνατότητα προσφοράς, όπως αυτές προκύπτουν μέσα από συστηματική έρευνα και διαβούλευση με τους θεσμικούς φορείς και την επιχειρηματική κοινότητα.

·       Χτίζει συνεργασίες μεταξύ των θεσμικών και επιστημονικών φορέων, της επιχειρηματικής κοινότητας και της κοινωνίας των πολιτών, με σκοπό την υλοποίηση δράσεων και πρωτοβουλιών, οι οποίες καλύπτουν καταγεγραμμένες ανάγκες.

·       Αξιολογεί την κοινωνική απόδοση των δράσεων και των προγραμμάτων που αναπτύσσουν οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης.

·       Προωθεί την υιοθέτηση υπεύθυνης συμπεριφοράς από τους πολίτες/καταναλωτές, μέσω της λειτουργίας του Δικτύου Ενεργών Πολιτών και των θεσμών που αναπτύσσει.

·       Εκπαιδεύει μαθητές της Α’/θμιας και Β’/θμιας Εκπαίδευσης σε θέματα πολιτικής υπευθυνότητας.

Το Νοέμβριο 1999, 13 μεγάλες εταιρείες, από κοινού με τους σημαντικότερους συλλογικούς φορείς των επιχειρήσεων, συνυπέγραψαν τη Διακήρυξη για τη συγκρότηση του «Ελληνικού Δικτύου για την Κοινωνική Συνοχή» ως αστικής – μη κερδοσκοπικής εταιρείας. Στη συνέχεια, η ονομασία της άλλαξε σε «Ελληνικό Δίκτυο για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη».

Το 2005, ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών – ΣΕΒ υιοθέτησε τη «Χάρτα Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων των Επιχειρήσεων».

Το 2006, αφ’ ενός η Γενική Γραμματεία Ισότητας και αφ’ έτερου του ΣΕΒ, της ΓΣΕΒΕΕ, της ΕΣΕΕ, του ΕΒΕΑ και του Ελληνικού Δικτύου για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη υπέγραψαν Πρωτόκολλο Συνεργασίας για την Προώθηση ίσων ευκαιριών σε άνδρες και γυναίκες στις επιχειρήσεις.

Η εμπλοκή των επιχειρήσεων στην διαχείριση των επιπτώσεων της φτώχειας με όρους Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής συγκέντρωσης πόρων (φιλανθρωπία, εθελοντισμός, αλληλεγγύη) και φορέων για τον κοινωνικό διαμοιρασμό του σχετικού κόστους.

3.5.        Η κοινοπρακτική διαχείριση της φτώχειας

Στο πλαίσιο αυτό διαμορφώνεται το σχήμα που θα μπορούσε να ονομαστεί η «κοινοπρακτική διαχείριση της φτώχειας».

Το σχήμα περιλαμβάνει Αυτοδιοικητικούς φορείς, τις Μητροπόλεις και ΜΚΟ η λειτουργία του οποίου χρηματοδοτείται από δημόσιους πόρους οι οποίοι επαυξάνονται μέσω φιλανθρωπιών και εταιρικών παροχών.

Τρέχον σχετικό παράδειγμα είναι το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Επισιτιστικής και Βασικής Υλικής Συνδρομής (ΕΠ ΕΒΥΣ) 2015-6 το οποίο χρηματοδοτείται πλήρως από το Ταμείο Ευρωπαϊκής Βοήθειας προς τους Άπορους  (ΤΕΒΑ/FEAD)[1].

Μέσω του τρόπου αυτού επιτυγχάνεται μείωση του κόστους των δημόσιων / δημοτικών παροχών κοινωνικών υπηρεσιών.

3.6.        Η κατάτμηση της εργατικής τάξης: «ευπειθές» και «απειθές» εργατικό δυναμικό

Η συνδυασμένη διαχείριση της φτώχειας, της κατάρτισης και της επιλογής προσωπικού που δημιουργεί μονοψωνιστικές καταστάσεις στις αγορές εργασίας σε τοπικό επίπεδο με επίκεντρο τις συνεργαζόμενες ιδιωτικές επιχειρήσεις (ενδεχομένως κατά μήκος μιας πολυεθνικής αλυσίδας αξίας) παράγει εντελώς ανεπιθύμητες παρενέργειες για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας.

Ειδικότερα, παρέχει στις επιχειρήσεις ως πολυεθνικές αλυσίδες αξίας σφαιρικής μεγιστοποίησης της απόδοσης του επενδυμένου κεφαλαίου και ελαχιστοποίησης του κινδύνου μια δεσπόζουσα θέση ισχύος στις τοπικές κοινωνίες. Παραστατικά θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι διαμορφώνει έναν φεουδαλικό καπιταλισμό.

Συγκεκριμένα, το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό διαχωρίζεται σε δυο μεγάλες κατηγορίες: το “ευπειθές” και το “απειθές”, δηλαδή αντίστοιχα «συστημικά φιλικό» και «συστημικά εχθρικό». Το “ευπειθές” εργατικό δυναμικό προτεραιοποιείται στις καταρτίσεις και προσλήψεις και χαίρει ανθρωπιστικών συνδρομών στο πλαίσιο των δράσεων Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης σε περίπτωση κατάπτωσής του σε κατάσταση φτώχειας. Το “απειθές” εργατικό δυναμικό αποκλείεται από το σύστημα και υποχρεώνεται είτε να υποκύψει ή να μεταναστεύσει. Εξυπακούεται ότι όσο μικρότερη είναι η κατά περίπτωση κοινωνία αναφοράς τόσο ισχυρότερη είναι η ασκούμενη συστημική πίεση επί του πληθυσμού της.

3.7.        Πολιτικές επιπτώσεις

Εξυπακούεται ότι στην έννοια της “συστημικής ευπείθειας” περιλαμβάνεται και η εκδήλωση πολιτικής προτίμησης των υποδεικνυομένων από την συνασπισμένη τοπική επιχειρηματικότητα κομμάτων, συνδυασμών και υποψηφίων.

Στη βάση αυτή διαμορφώνονται μη θεσμικού τύπου τοπικά μπλοκ κοινωνικο-πολιτικής εξουσίας. Ως σχετικές εκφράσεις του φαινομένου αυτού (σε ημιπολιτική διάσταση) μπορεί να υποδειχθούν οι περιπτώσεις των κ.κ. Μαρινάκη στο Δήμο Πειραιά και Μπέου στο Δήμο Βόλου.

3.8.        Συμπέρασμα

Η διαχείριση της φτώχειας μέσω κοινοπρακτικών σχημάτων φιλάνθρωπων, εθελοντών, δημοτικών και εκκλησιαστικών αρχών που υποστηρίζονται από εταιρικούς χορηγούς μειώνει δραματικά το κόστος παροχής ανάλογων κοινωνικών υπηρεσιών από τις αρχές και ταυτόχρονα θέτει τους ωφελούμενους σε θέση εξάρτησης από της δωρητές / παρόχους των σχετικών υπηρεσιών προς αυτούς.

Η συσχέτιση της εξάρτησης σε καθεστώς φτώχειας, δηλαδή πρακτικά ανεργίας, με την εξάρτηση για την πρόσληψη / παραμονή στην εργασία από ένα τοπικό κέντρο, τυπικό ή άτυπο, προσδίδει στις επιχειρήσεις που τελικά το συγκροτούν εξαιρετική κοινωνική εξουσία επί προσώπων τα οποία δύνανται πλέον πολύ εύκολα να διαχωριστούν σε «ευπειθή» – «απειθή», «καλά» – «κακά», κ.ο.κ. και με ότι αυτό συνεπάγεται για τη ζωή τους.

Συνεχίζεται…


[1] Επισημαίνεται ότι στο πρόγραμμα αυτό συμμετέχει η Ένωση Εργαζόμενων Καταναλωτών Ελλάδας – ΕΕΚΕ,


Σημείωση

[1]Η μελέτη υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού» 2007-2013», Άξονας Προτεραιότητας 2: «Ενίσχυση της προσαρμοστικότητας του ανθρώπινου δυναμικού και των επιχειρήσεων». Ειδικότερα, η μελέτη αποτελεί προϊόν της πράξης 4 «Ενίσχυση της επιχειρησιακής ικανότητας του ΙΝΕ ΓΣΕΕ», υποέργο 1, «Σύσταση, οργάνωση και ανάπτυξη λειτουργιών α) Παρατηρητηρίου κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων και πολιτικών και β) μονάδας τεκμηρίωσης και υποστήριξης της θεσμικής εκπροσώπησης της ΓΣΕΕ», η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο εφαρμογής του Επιχειρησιακού Σχεδίου Δράσης του Ινστιτούτου Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας – ΙΝΕ ΓΣΕΕ. Η μελέτη ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο 2015.