Ο Μπολσονάρο, ο Λούλα και η αντικαπιταλιστική Αριστερά

Ο Μπολσονάρο, ο Λούλα και η αντικαπιταλιστική Αριστερά

  • |

H Βραζιλία μετρά αντίστροφα για τις εθνικές εκλογές του φθινοπώρου (2 Οκτώβρη). Στο φόντο άλλων εκλογικών αποτελεσμάτων στη Λατινική Αμερική (Κολομβία, Περού, Χιλή), όπου υπήρξαν νίκες της Αριστεράς αλλά και πολωτική ενίσχυση της ακροδεξιάς, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι κάλπες στη μεγαλύτερη δύναμη της υπο-ηπείρου. Ιδιαίτερα καθώς αυτή βγαίνει από την θητεία του Μπολσονάρο.

Πάνος Πέτρου 

Η Βρα­ζι­λία του Μπολ­σο­νά­ρο

Η θη­τεία του Μπολ­σο­νά­ρο υπήρ­ξε επει­σο­δια­κή, γε­μά­τη «ζιγκ-ζαγκ» και συ­γκρού­σεις, τόσο στους κόλ­πους των «από πάνω» όσο και στη σχέση με τους «από κάτω». Ωστό­σο υπήρ­ξαν κά­ποιες πολύ «σκο­τει­νές» στα­θε­ρές.

Η πρώτη ήταν η προ­σή­λω­ση στην ενί­σχυ­ση των επι­χει­ρη­μα­τιών, με προ­ώ­θη­ση σχε­δί­ων ιδιω­τι­κο­ποί­η­σης, με με­γά­λες πε­ρι­κο­πές στο δη­μό­σιο, με εγκλη­μα­τι­κή πα­ρά­δο­ση του Αμα­ζο­νί­ου και γε­νι­κό­τε­ρα των δα­σι­κών εκτά­σε­ων και ιθα­γε­νι­κών γαιών στην πιο ασύ­δο­τη λε­η­λα­σία, με κα­τάρ­γη­ση των πιο «μό­νι­μων» επι­δο­μα­τι­κών προ­γραμ­μά­των (και αντι­κα­τά­στα­σή τους με «έκτα­κτα», ενί­ο­τε πιο γεν­ναιό­δω­ρα σε ποσά, αλλά που εμπέ­δω­ναν τη «ζωή στην επι­σφά­λεια» και την εξάρ­τη­ση της επι­βί­ω­σης από την καλή διά­θε­ση του «ηγέτη»).

Η δεύ­τε­ρη στα­θε­ρά υπήρ­ξε η ενί­σχυ­ση του ρόλου του στρα­τού. Η θέση του από­στρα­του Χά­μιλ­τον Μου­ράο στην αντι­προ­ε­δρία υπήρ­ξε η κο­ρυ­φή ενός πα­γό­βου­νου που διο­γκώ­θη­κε δρα­μα­τι­κά τα τε­λευ­ταία 3 χρό­νια. Ενερ­γοί και από­στρα­τοι αξιω­μα­τι­κοί κα­τέ­λα­βαν μια σειρά από θέ­σεις σε όλες τις βαθ­μί­δες του κρά­τους. Άρθρο στο intercept κάνει λόγο για «τους πε­ριο­ρι­σμούς διο­ρι­σμούς στρα­τιω­τι­κών από οποιον­δή­πο­τε δη­μο­κρα­τι­κά εκλεγ­μέ­νο πρό­ε­δρο στη σύγ­χρο­νη ιστο­ρία». Ο στρα­τός υπήρ­ξε το μόνο σώμα που εξαι­ρέ­θη­κε από σκλη­ρές πε­ρι­κο­πές στις δα­πά­νες άλλων υπουρ­γεί­ων, πήρε τη με­ρί­δα του λέ­ο­ντος σε δη­μό­σια οι­κο­νο­μι­κή ενί­σχυ­ση, ενώ οι αξιω­μα­τι­κοί ήταν οι μόνοι που είδαν τους μι­σθούς, τις συ­ντά­ξεις και τα επι­δό­μα­τά τους να αυ­ξά­νο­νται εν μέσω πε­ρι­κο­πών ή «πα­γώ­μα­τος» σε όλο το υπό­λοι­πο δη­μό­σιο. Αλλά δεν πρό­κει­ται μόνο για το χρήμα. Η πλα­τιά διείσ­δυ­ση του στρα­τού στο κρά­τος είναι ένα βα­θύ­τε­ρο πο­λι­τι­κό φαι­νό­με­νο. Με τα λόγια της Άνα Πε­νί­δο, ερευ­νή­τρια του θε­σμού του στρα­τού στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Σάο Πά­ου­λο: «Πρό­κει­ται για ένα υπό­γειο σχέ­διο το οποίο οι­κο­δο­μεί­ται υπό την κυ­βέρ­νη­ση Μπολ­σο­νά­ρο και το οποίο θα συ­νε­χί­σει να έχει την ικα­νό­τη­τα να επη­ρε­ά­ζει την εξου­σία ανε­ξάρ­τη­τα από το νι­κη­τή των εκλο­γών». Ένα τέ­τοιο πα­ρά­δειγ­μα είναι η πρό­θε­ση «στρα­τιω­τι­κο­ποί­η­σης» των δη­μό­σιων σχο­λεί­ων. Έχει κι αυτό καλά λεφτά για τους αξιω­μα­τι­κούς που ανα­λαμ­βά­νουν τις διευ­θύν­σεις. Αλλά έχει και μια σο­βα­ρή πο­λι­τι­κή-ιδε­ο­λο­γι­κή πτυχή, όταν σχο­λεία κα­λού­νται να υιο­θε­τή­σουν μια πιο «στρα­τιω­τι­κού τύπου» σχο­λι­κή ύλη με αντάλ­λαγ­μα επι­πλέ­ον χρη­μα­το­δό­τη­ση από το κρά­τος.

Η τρίτη στα­θε­ρά της θη­τεί­ας Μπολ­σο­νά­ρο ήταν η διαρ­κής ενί­σχυ­ση της ακρο­δε­ξιάς. Μετά το 2018 και την εκλο­γή του, ο αριθ­μός ακρο­δε­ξιών ομά­δων αυ­ξή­θη­κε κατά 300%, σε σύ­γκρι­ση με το 10% που κα­τα­γρά­φη­κε στην Κε­ντρι­κή και την Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη (που θε­ω­ρού­νται το πλέον ευ­νοϊ­κό έδα­φος για την άν­θη­ση αντι­δρα­στι­κών ρευ­μά­των) και η Βρα­ζι­λία απο­τε­λεί τη χώρα με την πιο γρή­γο­ρη ανά­πτυ­ξη τέ­τοιων πυ­ρή­νων, που πε­ρι­λαμ­βά­νουν ένα πλατύ φάσμα που ξε­κι­νά από «πα­λιάς σχο­λής» χι­τλε­ρι­κούς, περνά από λευ­κούς υπερ-εθνι­κι­στές και φτά­νει στους Κα­θο­λι­κούς φο­ντα­με­ντα­λι­στές. Η ακραία αντι­δρα­στι­κή προ­ε­κλο­γι­κή κα­μπά­νια του Μπολ­σο­νά­ρο, η εκλο­γι­κή του νίκη και ο τρό­πος που πο­λι­τεύ­τη­κε ως πρό­ε­δρος, «απε­νο­χο­ποί­η­σε» το εξ­τρε­μι­στι­κό κοινό και το μα­ζι­κο­ποί­η­σε. Πέρα από την πο­λι­τι­κο-ιδε­ο­λο­γι­κή ενί­σχυ­ση, υπήρ­ξαν και κά­ποιες πολύ «υλι­κές» αλ­λα­γές σε αυτό το οι­κο­σύ­στη­μα. Αφε­νός, μια ενί­σχυ­ση των δε­σμών (σε κά­ποιες με­γά­λες πό­λεις) ανά­με­σα στις πιο «ιδε­ο­λο­γι­κές» νε­ο­φα­σι­στι­κές ομά­δες και τις «μι­λί­τσιες» που αν­θί­ζουν στη Βρα­ζι­λία, ντε φάκτο αντι­δρα­στι­κές στην κα­θη­με­ρι­νή τους δράση, αλλά πα­ρα­δο­σια­κά πιο «απο­λί­τι­κες». Αφε­τέ­ρου, ο Μπολ­σο­νά­ρο απε­λευ­θέ­ρω­σε την οπλο­κα­το­χή, επι­τρέ­πο­ντας την πρό­σβα­ση ακόμα και σε όπλα που μέχρι πρό­τι­νος απο­τε­λού­σαν απο­κλει­στι­κό προ­νό­μιο των ενό­πλων δυ­νά­με­ων. Η γρή­γο­ρη αύ­ξη­ση της οπλο­κα­το­χής μετά από αυτό το μέτρο, προ­φα­νώς αφορά κυ­ρί­ως αυτόν τον πα­ρα­στρα­τιω­τι­κό «χώρο».

Αντί­στα­ση και φθορά

Η φω­τει­νή πλευ­ρά υπήρ­ξε η αντί­στα­ση, που ανα­θερ­μάν­θη­κε ει­δι­κά στο δεύ­τε­ρο μισό της θη­τεί­ας του. Η εγκλη­μα­τι­κή δια­χεί­ρι­ση της παν­δη­μί­ας (στα όρια της «άρ­νη­σης» του ιού, με απο­τέ­λε­σμα εκα­το­ντά­δες χι­λιά­δες νε­κρούς), η αύ­ξη­ση της δε­ξιάς και κρα­τι­κής βίας, η φτώ­χεια γέν­νη­σαν το «Fora Bolsonaro» (έξω ο Μπολ­σο­νά­ρο), πρώτα ως δη­μο­φι­λές σύν­θη­μα, κι έπει­τα ως κί­νη­μα, το οποίο μπό­ρε­σε να κα­τε­βά­σει χι­λιά­δες αν­θρώ­πους στους δρό­μους σε δια­δο­χι­κές «Μέρες Δρά­σης».

Η αυ­ξη­μέ­νη εμπλο­κή των στρα­τιω­τι­κών στη δια­χεί­ρι­ση του κρά­τους είχε μια πα­ρά­πλευ­ρη απώ­λεια στο κύρος των ενό­πλων δυ­νά­με­ων και του ίδιου του (πρώην λο­χα­γού) Μπολ­σο­νά­ρο. Οι αξιω­μα­τι­κοί πρω­τα­γω­νί­στη­σαν σε πολλά σκάν­δα­λα δια­φθο­ράς. Μπο­ρεί να γλί­τω­σαν την απαγ­γε­λία κα­τη­γο­ριών ή και την έρευ­να (απο­τέ­λε­σμα έμ­με­σων απει­λών προς το Κο­γκρέ­σο…), αλλά υπέ­στη ένα με­γά­λο πλήγ­μα ο αγα­πη­μέ­νος τους μύθος ότι η δια­φθο­ρά είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των «πο­λι­τι­κά­ντη­δων»…

Η βρα­ζι­λιά­νι­κη οι­κο­νο­μία όχι μόνο δεν «απο­γειώ­θη­κε» από την ενί­σχυ­ση των επι­χει­ρη­μα­τιών, αλλά πα­ρέ­μει­νε στη βαθιά κρίση που τη μα­στί­ζει τα τε­λευ­ταία 8-9 χρό­νια (και με «συμ­βα­τι­κούς» όρους ανά­πτυ­ξης, επεν­δύ­σε­ων κλπ, αλλά και όσον αφορά την ανερ­γία και το βιο­τι­κό επί­πε­δο). Ο καλ­πα­σμός του πλη­θω­ρι­σμού, σε μια χώρα με ακραία φτώ­χεια και εκα­τομ­μύ­ρια αν­θρώ­πους να ζουν κα­θη­με­ρι­νά «στο όριο» ως προς το αν θα εξα­σφα­λί­σουν τα ανα­γκαία, έφθει­ρε την επιρ­ροή του «μπολ­σο­να­ρι­σμού» σε ευ­ρύ­τε­ρα στρώ­μα­τα, πέρα από τον (ανη­συ­χη­τι­κά με­γά­λο, αλλά όχι πλειο­ψη­φι­κό) πο­λι­τι­κο­ποι­η­μέ­νο «σκλη­ρό πυ­ρή­να» του (30%). Οι επι­δο­τή­σεις στους φτω­χό­τε­ρους που στα­θε­ρο­ποί­η­σαν στοι­χειω­δώς τη δη­μο­φι­λία του σε μια προη­γού­με­νη με­γά­λη κρίση, είναι σή­με­ρα απο­λύ­τως ανε­παρ­κείς κι εξα­νε­μί­ζο­νται τη στιγ­μή της κα­τα­βο­λής τους. Ο Μάρ­της και ο Απρί­λης χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν από μια ανα­θέρ­μαν­ση των απερ­γιών, κυ­ρί­ως με μι­σθο­λο­γι­κά αι­τή­μα­τα. Ήταν διά­σπαρ­τες (ανά κλάδο ή/και ανά Πο­λι­τεία), αλλά αρ­κε­τές (ντε­λι­βε­ρά­δες, δη­μό­σιοι υπάλ­λη­λοι του ομο­σπον­δια­κού κρά­τους, εκ­παι­δευ­τι­κοί στο Πιά­ουι και  στο Μίνας Γκε­ράις), ερ­γα­ζό­με­νοι στο μετρό στο Μπέλο Ορι­ζό­ντε, οδο­κα­θα­ρι­στές στο Ρίο Ντε Τζα­νέι­ρο κλπ).

Η επι­στρο­φή του Λούλα

Ένας επι­πλέ­ον «πο­νο­κέ­φα­λος» για τον Μπολ­σο­νά­ρο υπήρ­ξε η απε­λευ­θέ­ρω­ση του Λούλα Ντα Σίλβα από τη φυ­λα­κή. Ο ιστο­ρι­κός ηγέ­της του PT δια­θέ­τει αίγλη και με­γά­λο πο­λι­τι­κό κε­φά­λαιο –ιδιαί­τε­ρα στις τά­ξεις των φτω­χό­τε­ρων, που είδαν το βιο­τι­κό τους επί­πε­δο να βελ­τιώ­νε­ται την πε­ρί­ο­δο 2002-2010.

Η Βρα­ζι­λία στά­θη­κε πά­ντο­τε στο δεξί άκρο του «ροζ κύ­μα­τος», στο βαθμό που το όνομα της χώρας έγινε συ­νώ­νυ­μο μιας ακίν­δυ­νης Αρι­στε­ράς που μπο­ρεί να ανε­χτεί η αστι­κή τάξη (με το «αντι­πα­ρά­δειγ­μα» στη σχε­τι­κή αργκό να είναι η Βε­νε­ζου­έ­λα). Αλλά ο Λούλα κυ­βέρ­νη­σε σε μια πε­ρί­ο­δο απο­γεί­ω­σης της βρα­ζι­λιά­νι­κης οι­κο­νο­μί­ας που του επέ­τρε­ψε να με­τριά­σει τη φτώ­χεια. Το με­ρί­διο της «πίτας» που πήγε στους φτω­χούς ήταν μικρό, ιδιαί­τε­ρα καθώς αυτή η «πίτα» με­γά­λω­νε ρα­γδαία. Αλλά, για πολ­λούς στις φα­βέ­λες, που βί­ω­ναν ασύλ­λη­πτα επί­πε­δα φτώ­χειας, η στοι­χειώ­δης (για έναν ισχυ­ρό κα­πι­τα­λι­σμό στον 21ο αιώνα) βελ­τί­ω­ση της ζωής τους έκανε δια­φο­ρά. Όπως είχε γρα­φτεί στο πα­ρελ­θόν, για να ερ­μη­νεύ­σει την εκλο­γι­κή αν­θε­κτι­κό­τη­τα του «λου­λί­σμο» στις φα­βέ­λες, παρά τη διά­ψευ­ση των με­γά­λων προσ­δο­κιών: «Κα­νείς δεν θα ξε­χά­σει ποτέ τη μέρα που απέ­κτη­σε για πρώτη φορά ψυ­γείο». Ο Λούλα απο­χώ­ρη­σε από την εξου­σία με δη­μο­φι­λία 80% και εξα­σφά­λι­σε τη νίκη της Ντίλ­μα Ρού­σεφ ως διά­δο­χό του. «Προ­στα­τεύ­τη­κε» από την βαθιά κρίση του PT, καθώς δεν βρι­σκό­ταν ο ίδιος στην προ­ε­δρία όταν η οι­κο­νο­μι­κή κρίση έκανε απα­γο­ρευ­τι­κή την συ­νέ­χεια μιας πο­λι­τι­κής «τα­ξι­κής συ­νερ­γα­σί­ας» και επι­τά­χυ­νε τη στρο­φή του PT στο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό.

Το 2018, όταν επαν-ενερ­γο­ποι­ή­θη­κε για να δια­σώ­σει το βυ­θι­ζό­με­νο κόμμα του, εμ­φα­νι­ζό­ταν να προη­γεί­ται στις δη­μο­σκο­πή­σεις του Μπολ­σο­νά­ρο. Ακο­λού­θη­σε η συ­νω­μο­σία που τον έστει­λε στη φυ­λα­κή. Όλα αυτά συ­νέ­βα­λαν στον «μύθο» του. Και έκα­ναν την απε­λευ­θέ­ρω­σή του από τη φυ­λα­κή ένα ισχυ­ρό συμ­βο­λι­κό γε­γο­νός που ενί­σχυ­σε την αυ­το­πε­ποί­θη­ση του κοι­νω­νι­κού στρα­το­πέ­δου των «από κάτω», που εκ­φρά­στη­κε με την νέα κλι­μά­κω­ση και μα­ζι­κο­ποί­η­ση των κι­νη­το­ποι­ή­σε­ων «Fora Bolsonaro!».

Όμως ο ίδιος ο Λούλα δεν εν­θάρ­ρυ­νε ποτέ την ανά­πτυ­ξη και την κλι­μά­κω­ση αυτού του κι­νή­μα­τος. Δεν κά­λε­σε στις δια­δη­λώ­σεις, δεν συμ­με­τεί­χε σε αυτές προ­σω­πι­κά, δεν έστρε­ψε το PT προς τη συ­στη­μα­τι­κή στή­ρι­ξή τους –πράγ­μα­τα που με δε­δο­μέ­νο το «πο­λι­τι­κό βάρος» που δια­θέ­τει, θα μπο­ρού­σαν να έχουν κάνει δια­φο­ρά. Αλλά η στρα­τη­γι­κή του Λούλα ήταν η εκλο­γι­κή «υπο­μο­νή μέχρι την κάλπη» και δεν είχε χώρο για εξω­κοι­νο­βου­λευ­τι­κές «πε­ρι­πέ­τειες».

Διερ­γα­σί­ες στην αστι­κή αντι­πο­λί­τευ­ση

Η αδυ­να­μία του κι­νή­μα­τος να ανα­τρέ­ψει τον Μπολ­σο­νά­ρο από τους δρό­μους, συ­νο­δεύ­τη­κε από (και διευ­κό­λυ­νε) την απρο­θυ­μία τμη­μά­των της φι­λε­λεύ­θε­ρης αστι­κής τάξης και αντι­πο­λί­τευ­σης να επι­μεί­νουν στις δια­δι­κα­σί­ες κοι­νο­βου­λευ­τι­κής ανα­τρο­πής του και να τερ­μα­τί­σουν τη δια­μά­χη τους μαζί του με συμ­βι­βα­σμό. Σε αυτό το ση­μείο είχε γίνει σαφές ότι ο Μπολ­σο­νά­ρο θα ολο­κλή­ρω­νε ανε­μπό­δι­στα τη θη­τεία του και οι τύχες του θα κρί­νο­νταν στις κάλ­πες του 2022.

Στις γραμ­μές σο­βα­ρών τμη­μά­των της αστι­κής τάξης κυ­ριαρ­χού­σε η συ­ζή­τη­ση για τον ανα­γκαίο «τρίτο δρόμο». Γρά­φτη­καν πολλά για τους προ­βλη­μα­τι­σμούς που γεν­νού­σε η προ­ο­πτι­κή να κυ­ριαρ­χή­σουν στην αντι­πα­ρά­θε­ση «οι δύο πιο πο­λω­τι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες στη Βρα­ζι­λία» και υπήρ­ξε κι­νη­τι­κό­τη­τα για την ανά­δει­ξη κά­ποιας υπο­ψη­φιό­τη­τας που θα εκ­φρά­ζει πο­λι­τι­κά τον «φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό» και τη «στα­θε­ρό­τη­τα», απέ­να­ντι και στον «άγαρ­μπο» νε­ο­φα­σί­στα και στον «δι­χα­στι­κό» Λούλα, (το συ­ντη­ρη­τι­κό κοινό, στο κλίμα του «αντι-PT» εξ­τρε­μι­σμού που καλ­λιερ­γή­θη­κε μετά το 2016, τον θε­ω­ρεί πλέον τον διά­βο­λο προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νο).

Αυτά τα σχέ­δια απο­δεί­χθη­καν εξαι­ρε­τι­κά αδύ­να­μα. Οι πιο ανα­γνω­ρί­σι­μοι ηγέ­τες της κε­ντρο­δε­ξιάς, όπως ο Σέρ­χιο Μόρο (ο δι­κα­στής που τις έρευ­νες δια­φθο­ράς γκρέ­μι­σε το PT, στο­χο­ποί­η­σε τον Λούλα, αλλά έστει­λε και δε­ξιούς στη φυ­λα­κή και τε­λι­κά ήρθε σε σύ­γκρου­ση με τον Μπολ­σο­νά­ρο) και ο Ζοάο Ντό­ρια (που είχε τη στή­ρι­ξη του PSDB, ενός από τα βα­σι­κά αστι­κά κόμ­μα­τα της χώρας), απο­σύρ­θη­καν από την κούρ­σα, δια­πι­στώ­νο­ντας ότι δεν ξε­περ­νού­σαν (μαζί) ένα 10-11%.

Νε­κρα­νά­στα­ση της στρα­τη­γι­κής της τα­ξι­κής συ­νερ­γα­σί­ας

 

Σε αυτό το τοπίο ξε­δι­πλώ­θη­κε η στρα­τη­γι­κή του Λούλα. Όπως είχε αφή­σει να δια­φα­νεί από την «ενω­τι­κή» και «με­τριο­πα­θή» ρη­το­ρι­κή στις δη­μό­σιες πα­ρεμ­βά­σεις μετά την απο­φυ­λά­κι­σή του, αλλά και από την εκλο­γο­κε­ντρι­κή αντι­με­τώ­πι­ση της αντι-Μπολ­σο­νά­ρο πάλης, ο Λούλα στό­χευε να προ­σελ­κύ­σει την υπο­στή­ρι­ξη της «φι­λε­λεύ­θε­ρης» αστι­κής αντι­πο­λί­τευ­σης. Αυτή επι­σφρα­γί­στη­κε με τη συμ­φω­νία να είναι υπο­ψή­φιος αντι­πρό­ε­δρος ο Τζε­ράλ­ντο Αλ­κμίν.

Ο Αλ­κμίν ήταν ιδρυ­τι­κό στέ­λε­χος του PSDB, πο­λι­τι­κός εκ­πρό­σω­πος της Δε­ξιάς επί 30 χρό­νια, αντί­πα­λος του Λούλα στις εκλο­γές του 2006, με ενερ­γή συμ­με­το­χή στην κοι­νο­βου­λευ­τι­κή ανα­τρο­πή της Ντίλ­μα Ρού­σεφ το 2016, άν­θρω­πος των ισχυ­ρών επι­χει­ρη­μα­τιών του Σάο Πά­ου­λο, που δια­τη­ρεί επα­φές με τη δια­βό­η­τη κα­θο­λι­κή ορ­γά­νω­ση Opus Dei και έχει  τρα­γι­κά (οι­κο­νο­μι­κά και κα­τα­σταλ­τι­κά) «πε­πραγ­μέ­να» ως πρώην κυ­βερ­νή­της του Σάο Πά­ου­λο.

Απο­χώ­ρη­σε από το κόμμα του κι εντά­χθη­κε στο PSB (κε­ντρώο, πιο «φι­λι­κό» προς τον Λούλα και το PT), ώστε να διευ­κο­λύ­νει τη συμ­μα­χία, λέ­γο­ντας όμορ­φα λόγια για «γεν­ναιο­δω­ρία, πο­λι­τι­κό με­γα­λείο, αλ­τρου­ϊ­σμό και ενό­τη­τα… ώστε να ανοι­κο­δο­μή­σου­με τη χώρα».

Ο Λούλα υπήρ­ξε ακόμα πιο θερ­μός: Απο­κα­λεί πλέον τον Αλ­κμίν «σύ­ντρο­φο» (!) και για να υπο­γραμ­μί­σει το βάθος της συμ­μα­χί­ας, δη­λώ­νει ότι θα ήταν ευ­πρόσ­δε­κτος να γίνει μέλος του PT (!!).

Δεν πρό­κει­ται για μια πε­ριο­ρι­σμέ­νη, «τα­κτι­κή», εκλο­γι­κή συμ­μα­χία. Ο Λούλα έχει δη­λώ­σει ότι «το ση­μα­ντι­κό που πρέ­πει να γνω­στο­ποι­ή­σου­με είναι πως δεν αφορά μόνο το στόχο της νίκης στις εκλο­γές, γιατί η εκλο­γι­κή νίκη θα είναι ίσως ευ­κο­λό­τε­ρη σε σύ­γκρι­ση με τα κα­θή­κο­ντα που θα μας πε­ρι­μέ­νουν για την απο­κα­τά­στα­ση της χώρας». Το PSB σε επι­στο­λή του προς τον Λούλα δή­λω­νε ότι «Η πρό­τα­ση δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στην εκλο­γι­κή πτυχή… πε­ρι­λαμ­βά­νει και μια προ­γραμ­μα­τι­κή πτυχή, εφό­σον η συ­γκρό­τη­ση ενός πλα­τιού με­τώ­που απαι­τεί τη δη­μιουρ­γία ενός προ­γράμ­μα­τος που θα κα­λύ­πτει τις προσ­δο­κί­ες των δυ­νά­με­ων που το συ­να­παρ­τί­ζουν».

Ο Λούλα συ­νε­χί­ζει να απευ­θύ­νε­ται προ­νο­μια­κά στους φτω­χούς, αλλά χωρίς με­γά­λες υπο­σχέ­σεις, ως ο υπο­ψή­φιος που θα απο­κα­τα­στή­σει μια παλιά, σχε­τι­κά πιο βιώ­σι­μη, «κα­νο­νι­κό­τη­τα». Με τα λόγια του ίδιου: «να επι­στρέ­ψου­με στις μέρες που ένας ερ­γά­της μπο­ρού­σε να φάει μπρι­ζό­λα και να πιεί μπύρα το σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο».

Η συ­νυ­πο­ψη­φιό­τη­τα Λού­λα-Αλ­κμίν υπήρ­ξε μια σα­νί­δα σω­τη­ρί­ας για τα τμή­μα­τα της αστι­κής αντι­πο­λί­τευ­σης στον Μπολ­σο­νά­ρο, που κα­τά­φε­ραν να «πα­ρα­μεί­νουν στο παι­χνί­δι» μέσω αυτής της συμ­μα­χί­ας. Οι άλλες αστι­κές δυ­νά­μεις, που το κοινό τους κα­θο­ρί­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο από την «αντι-PT» διά­θε­ση, απο­συ­ρό­με­νες από την κούρ­σα, ου­σια­στι­κά ανά­βουν «πρά­σι­νο φως» στη στή­ρι­ξη του νε­ο­φα­σί­στα.

Με βάση τα ποιο­τι­κά στοι­χεία των ερευ­νών, ο Αλ­κμίν δεν πρό­κει­ται να φέρει τις ψή­φους της «με­σαί­ας τάξης» στον Λούλα: Τα πιο εύ­πο­ρα στρώ­μα­τα πα­ρα­μέ­νουν το προ­νο­μια­κό κοινό του Μπολ­σο­νά­ρο. Ο ρόλος του Αλ­κμίν είναι αυτός της «εγ­γύ­η­σης» του Λούλα προς την αστι­κή τάξη, για να του επι­τρέ­ψει αυτή να κυ­βερ­νή­σει, και ταυ­τό­χρο­να του «ιμά­ντα» με­τα­βί­βα­σης των απαι­τή­σε­ων της αστι­κής τάξης στην κυ­βέρ­νη­ση.

Αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή Αρι­στε­ρά

Όλα αυτά έχουν δη­μιουρ­γή­σει ένα πολύ πιε­στι­κό πε­ρι­βάλ­λον για την αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή Αρι­στε­ρά, τις δυ­νά­μεις στα αρι­στε­ρά του PT.

Από το πε­ρα­σμέ­νο φθι­νό­πω­ρο, το συ­νέ­δριο του PSOL είχε κα­τα­λή­ξει ομό­φω­να ότι σε πε­ρί­πτω­ση δεύ­τε­ρου γύρου, θα ψη­φί­σει «ενά­ντια στον Μπολ­σο­νά­ρο» δη­λα­δή τον Λούλα. Αλλά υπήρ­ξαν δια­φο­ρές στην στάση στον πρώτο γύρο. Η πρό­τα­ση για αυ­τό­νο­μη κά­θο­δο του PSOL μειο­ψή­φη­σε (44%) και η από­φα­ση της τα­κτι­κής στον πρώτο γύρο πα­ρα­πέμ­φθη­κε για τον Απρί­λη, όταν θα είχαν γίνει γνω­στές οι προ­θέ­σεις του Λούλα ως προς τις συμ­μα­χί­ες και το πε­ριε­χό­με­νο της κυ­βέρ­νη­σής του.

Παρά τη συμ­φω­νία Λού­λα-Αλ­κμίν, απο­φα­σί­στη­κε η στή­ρι­ξη της υπο­ψη­φιό­τη­τας Λούλα από τον πρώτο γύρο. Αλλά στη «σκιά» αυτής της συμ­μα­χί­ας, συ­μπλη­ρώ­θη­κε με κά­ποιες επι­πλέ­ον απο­φά­σεις: Η διαρ­κής πο­λε­μι­κή ενά­ντια στον Αλ­κμίν και την αστι­κή πα­ρου­σία στο συ­να­σπι­σμό του PT, η ανε­ξάρ­τη­τη προ­ε­κλο­γι­κή κα­μπά­νια του PSOL (με «το δικό του πρό­γραμ­μα, το δικό του όραμα για το τί είναι μια κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς και τα μέτρα που το ίδιο θε­ω­ρεί ανα­γκαία στη σύ­γκρου­ση με την άρ­χου­σα ελίτ») και η απα­γό­ρευ­ση κάθε δια­πραγ­μά­τευ­σης για οποιεσ­δή­πο­τε κρα­τι­κές-κυ­βερ­νη­τι­κές κ.ά. θέ­σεις στο συ­να­σπι­σμό Λού­λα-Αλ­κμίν.

Με αυτά τα μέτρα, το PSOL προ­στα­τεύ­ε­ται από τη βα­σι­κή ανη­συ­χία που εξέ­φρα­σε η μειο­ψη­φία: Ότι το αστι­κό πο­λι­τι­κό κα­θε­στώς μπο­ρεί να ασκεί στο PSOL πιέ­σεις δε­ξιάς προ­σαρ­μο­γής των θέ­σε­ών του έμ­με­σα, με εν­διά­με­σο «ιμά­ντα» το PT, και ότι ένα τμήμα της ηγε­σί­ας επε­δί­ω­κε την πα­ρου­σία του PSOL στην κα­μπά­νια του PT από τον πρώτο γύρο, προ­κει­μέ­νου να δια­πραγ­μα­τευ­τεί από κα­λύ­τε­ρες θέ­σεις τη συμ­με­το­χή στην κυ­βέρ­νη­ση.

Ωστό­σο η επι­λο­γή πα­ρα­μέ­νει αμ­φι­λε­γό­με­νη. Είναι προ­φα­νές ότι το απο­τέ­λε­σμα της σύ­γκρου­σης με­τα­ξύ Λούλα και Μπολ­σο­νά­ρο δεν πρέ­πει να αφή­νει κα­θό­λου αδιά­φο­ρη την αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή Αρι­στε­ρά.

Ο  Μπολ­σο­νά­ρο δεν είναι μια «συμ­βα­τι­κή» κυ­βέρ­νη­ση της Δε­ξιάς, δεν είναι καν το αντί­στοι­χο μιας ευ­ρω­παϊ­κής «γρα­βα­τω­μέ­νης» ακρο­δε­ξιάς. Όπως προ­κύ­πτει κι από την πε­ρι­γρα­φή της θη­τεί­ας του, είναι κάτι ποιο­τι­κά πολύ πιο επι­κίν­δυ­νο. Η αξιο­ποί­η­ση του ικα­νό­τε­ρου δια­θέ­σι­μου ερ­γα­λεί­ου για την εκλο­γι­κή του ήττα είναι ση­μα­ντι­κή. Ενώ το ότι έχει απέ­να­ντί του τον Λούλα, με το συμ­βο­λι­σμό που δια­τη­ρεί η υπο­ψη­φιό­τη­τά του ανά­με­σα στις «πλα­τιές πρω­το­πο­ρί­ες» του βρα­ζι­λιά­νι­κου κι­νή­μα­τος, κάνει πολύ πιο εύ­κο­λη την σαφή το­πο­θέ­τη­ση στο δί­λημ­μα.

Ωστό­σο, το σύ­στη­μα δύο γύρων (συ­νή­θως) «με­τα­θέ­τει» την ασφυ­κτι­κή πίεση της «χρή­σι­μης ψήφου» για το δεύ­τε­ρο γύρο, δί­νο­ντας δυ­να­τό­τη­τες σε όλες τις δυ­νά­μεις να δο­κι­μά­σουν τις τύχες τους και να με­τρή­σουν την επιρ­ροή του πο­λι­τι­κού μη­νύ­μα­τός τους. Το PSOL θα μπο­ρού­σε να δο­κι­μά­σει να «με­τρη­θεί», και να δώσει τη μάχη ενά­ντια στον Μπολ­σο­νά­ρο στο δεύ­τε­ρο γύρο. Με­γα­λύ­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον θα είχε ασφα­λώς να με­τρη­θούν ενω­μέ­νες οι δυ­νά­μεις στα αρι­στε­ρά του PT (PSOL, PSTU, Unidade Popular, PCB), όπως είχε κα­λέ­σει ένα κεί­με­νο 12 αρι­στε­ρών δια­νο­ού­με­νων λίγο πριν τη διά­σκε­ψη του PSOL. Αλλά αυτή η προ­ο­πτι­κή έδει­χνε ακόμα πιο μα­κρι­νή, καθώς υπάρ­χουν ήδη τρεις δια­φο­ρε­τι­κές υπο­ψη­φιό­τη­τες (ελά­χι­στης, πολύ στε­νής «κα­τα­γρα­φής»).

Την επι­λο­γή του PSOL να κα­λέ­σει σε ψή­φι­ση του Λούλα εξή­γη­σε σε άρθρο του ο σύ­ντρο­φος Βα­λέ­ριο Αρ­κά­ρι. Όσον αφορά τις πιο «ιδε­ο­λο­γι­κές» εν­στά­σεις (που αντι­με­τω­πί­ζουν ένα δια­κρι­τό  «αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κό» εκλο­γι­κό κα­τέ­βα­σμα ως αυ­τα­πό­δει­κτης αξίας) έχει ιδιαί­τε­ρη αξία μια υπεν­θύ­μι­ση που κάνει:

«Οι απο­φά­σεις επί της εκλο­γι­κής τα­κτι­κής για την Αρι­στε­ρά πρέ­πει να στη­ρί­ζο­νται στην ανά­λυ­ση της συ­γκυ­ρί­ας, αλ­λιώς δεν είναι τα­κτι­κή, γί­νε­ται διαρ­κής στρα­τη­γι­κή. Όταν η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αλ­λά­ζει, αλ­λά­ζουν και οι τα­κτι­κές. Η με­τα­τρο­πή μιας τα­κτι­κής σε στρα­τη­γι­κή βλά­πτει, γιατί η ακαμ­ψία αντι­κα­θι­στά την πο­λι­τι­κή σκέψη». Πα­ρα­θέ­το­ντας ένα με­γά­λο εύρος δια­φο­ρε­τι­κών συν­θη­κών και αντί­στοι­χων εκλο­γι­κών τα­κτι­κών επι­λο­γών (από το ενερ­γό μποϊ­κο­τάζ μέχρι την αυ­τό­νο­μη κά­θο­δο), ση­μειώ­νει ότι «υπάρ­χουν και συν­θή­κες, όπως οι ση­με­ρι­νές, όπου οφεί­λου­με… να ψη­φί­σου­με ένα άλλο αρι­στε­ρό κόμμα με το οποίο έχου­με ασυμ­φι­λί­ω­τες δια­φο­ρές».

Η ση­μα­σία του συ­σχε­τι­σμού

Με­γα­λύ­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον έχουν οι «πο­λι­τι­κές» εν­στά­σεις, που αφο­ρούν την ανά­γνω­ση της συ­γκυ­ρί­ας και τις εκτι­μή­σεις για το συ­σχε­τι­σμό -στην κοι­νω­νία, αλλά και στο εσω­τε­ρι­κό της Αρι­στε­ράς.

Η πρώτη δια­φω­νία αφορά τον κοι­νω­νι­κό συ­σχε­τι­σμό και άρα την εκτί­μη­ση για τις προ­ο­πτι­κές του Μπολ­σο­νά­ρο. Όπου αντι­πα­ρα­τί­θε­νται η εκτί­μη­ση ότι «ο Μπολ­σο­νά­ρο είναι τόσο απο­δυ­να­μω­μέ­νος που το απο­τέ­λε­σμα [του πρώ­του γύρου] θα δρο­μο­λο­γή­σει την ανα­πό­φευ­κτη ήττα του» και η άποψη ότι «ο Μπολ­σο­νά­ρο δεν είναι ένα πτώμα που απο­μέ­νει πλέον μόνο να εντα­φια­στεί» και ότι -συ­νε­πώς- ο ρόλος της αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής Αρι­στε­ράς είναι να ερ­γα­στεί για την πιο κα­θα­ρή-ηχη­ρή ήττα του από τον πρώτο γύρο.

Όμως ακόμα με­γα­λύ­τε­ρη αξία -σε ό,τι μας αφο­ρά- έχει η εκτί­μη­ση για τον συ­σχε­τι­σμό μέσα στην Αρι­στε­ρά. Γιατί αφορά την κα­λύ­τε­ρη τα­κτι­κή για να εξυ­πη­ρε­τη­θεί και το δεύ­τε­ρο κα­θή­κον εκτός από αυτό της ήττας του Μπολ­σο­νά­ρο, η ενί­σχυ­ση της αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής Αρι­στε­ράς.

Μετά το 2013, είχε κα­τα­γρα­φεί μια τάση ενί­σχυ­σης του PSOL, ενώ ιδιαί­τε­ρα μετά το 2016, το PT είχε μπει σε τρο­χιά απο­δυ­νά­μω­σης. Ασφα­λώς το PSOL πα­ρέ­με­νε μια μειο­ψη­φία με­τα­ξύ των πο­λι­τι­κο­ποι­η­μέ­νων τμη­μά­των της ερ­γα­τι­κής τάξης και των κι­νη­μά­των, η πλειο­ψη­φία των οποί­ων πα­ρέ­με­νε συν­δε­δε­μέ­νη με το PT. Αλλά η αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή Αρι­στε­ρά κα­τα­κτού­σε δικό της, ορατό, «χώρο». Με στενά εκλο­γι­κούς όρους, ο Αρ­κά­ρι εκτι­μά ότι αυτή η συν­θή­κη έχει ανα­τρα­πεί: «Ο Λούλα βγήκε από τη φυ­λα­κή “ψη­λό­τε­ρος” από ό,τι ήταν πριν. Η κα­μπά­νια του θα προ­κα­λέ­σει ένα τσου­νά­μι στα ερ­γο­στά­σια και τις ερ­γα­το­γει­το­νιές των με­γά­λων πό­λε­ων…».

Από αυτές τις εκτι­μή­σεις, προ­κύ­πτουν και οι τα­κτι­κές επι­λο­γές. Κατά πόσο η (εκλο­γι­κή) πα­ρου­σί­α­ση ενός σχε­δί­ου «πέρα από τον Λου­λί­σμο» θα βρει «χώρο» και θα διευ­κο­λύ­νει τη σύν­δε­ση του PSOL με τις πρω­το­πο­ρί­ες, ή αν υπάρ­χει ο κίν­δυ­νος που πε­ρι­γρά­φει ο Αρ­κά­ρι: «αν το PSOL πα­ρου­σιά­σει δική του υπο­ψη­φιό­τη­τα, δεν θα απο­φύ­γει μια δρα­μα­τι­κή απο­μό­νω­ση που θα το βυ­θί­σει σε ένα σπι­ράλ πε­ρι­θω­ριο­ποί­η­σης, ακόμα κι αν επι­τί­θε­ται στον Μπολ­σο­νά­ρο με τη με­γα­λύ­τε­ρη οξύ­τη­τα…». Σύμ­φω­να με τη δεύ­τε­ρη «σχολή σκέ­ψης», η βα­θύ­τε­ρη σύν­δε­ση του PSOL με τις πλα­τιές πρω­το­πο­ρί­ες κι η ενί­σχυ­ση της θέσης του, εξυ­πη­ρε­τεί­ται κα­λύ­τε­ρα από την απο­φυ­γή μιας αυ­τό­νο­μης κα­θό­δου.

Δεν μπο­ρού­με να γνω­ρί­ζου­με -από μα­κριά- τον συ­σχε­τι­σμό, την κα­τά­στα­ση πνευ­μά­των στις ερ­γα­το­γει­το­νιές, και άρα ποια τα­κτι­κή βοηθά πε­ρισ­σό­τε­ρο τις προ­ο­πτι­κές της αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής Αρι­στε­ράς. Ευ­χό­μα­στε οι σύ­ντρο­φοι να πράτ­τουν το σωστό. Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση, η δια­σφά­λι­ση της ενό­τη­τας του PSOL και το ξε­πέ­ρα­σμα των σε­χτα­ρι­σμών στα «αρι­στε­ρά του PT» θα είναι κρί­σι­μα μετά την κάλπη. Γιατί τότε θα αρ­χί­σουν οι πραγ­μα­τι­κές μάχες, στις οποί­ες η τα­ξι­κή συ­νερ­γα­σία που πρε­σβεύ­ει ο «λου­λί­σμο» θα απο­δει­χθεί ανε­παρ­κές ερ­γα­λείο (είτε ως κυ­βέρ­νη­ση, είτε ως αντι­πο­λί­τευ­ση, είτε απέ­να­ντι σε μια -διό­λου απί­θα­νη- πρα­ξι­κο­πη­μα­τι­κή από­πει­ρα του Μπολ­σο­νά­ρο να αμ­φι­σβη­τή­σει το απο­τέ­λε­σμα) και η αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή Αρι­στε­ρά θα έχει να παί­ξει έναν ανα­ντι­κα­τά­στα­το ρόλο.

https://rproject.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.