Λαϊκή Ενότητα: Η δύσκολη ισορροπία στο καινούριο μας ποδήλατο

Λαϊκή Ενότητα: Η δύσκολη ισορροπία στο καινούριο μας ποδήλατο

  • |

Σωτήρης Σιαμανδούρας

Μαθημένοι από τα χρόνια στον ΣΥΡΙΖΑ, έχουμε αναπτύξει το –σωτήριο την προηγούμενη περίοδο- αντανακλαστικό, να κάνουμε κριτική από τα αριστερά. Νομίζω όμως ότι είναι καιρός να μάθουμε και καινούρια κόλπα. Σε ένα ολοένα και πιο σύνθετο περιβάλλον, όπου η κρίση συναντάει την περιστολή της δημοκρατίας και τον πόλεμο, αυτό δεν αρκεί.

Βγαί­νου­με από μια ήττα που δεν έχει ερ­μη­νευ­θεί ικα­νο­ποι­η­τι­κά. Έχουν βε­βαί­ως γρα­φτεί εξαι­ρε­τι­κά κεί­με­να. Αλλά η καλή ερ­μη­νεία δεν αρκεί να εξη­γεί, πρέ­πει να μπο­ρεί να επι­δρά και να αλ­λά­ζει τα πράγ­μα­τα. Και δυ­στυ­χώς, αν και έχουν πε­ρά­σει τρεις μήνες από την εκλο­γι­κή ήττα, η επιρ­ροή της Λαϊ­κής Ενό­τη­τας δεν φαί­νε­ται να με­γα­λώ­νει αλλά να συ­μπιέ­ζε­ται. Αυτό ση­μαί­νει ότι δεν λά­βα­με το μή­νυ­μα και δεν ερ­μη­νεύ­σα­με σωστά το απο­τέ­λε­σμα, αφού δεν αλ­λά­ξα­με αυτά που έπρε­πε να αλ­λά­ξου­με. Φυ­σι­κά, είναι νωρίς ακόμα.

Είναι βε­βαί­ως σωστή η κρι­τι­κή από τα αρι­στε­ρά. Είναι αλή­θεια ότι πι­στω­νό­μα­στε τη συμ­με­το­χή στην κυ­βέρ­νη­ση ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-ΑΝΕΛ παρά την απο­χώ­ρη­ση -την πιο άμεση απο­χώ­ρη­ση στην ιστο­ρία της Αρι­στε­ράς- και συ­νε­πώς είναι ανα­γκαί­ες κι­νή­σεις που να ενι­σχύ­ουν την αξιο­πι­στία μας, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στο συν­δι­κα­λι­στι­κό και στην Τ.Α. (τί να πει κα­νείς για την Πε­ρι­φέ­ρεια Ατ­τι­κής;), αλλά και μι­κρές κα­θη­με­ρι­νές κι­νή­σεις που να εμπε­δώ­νουν έναν ρι­ζο­σπα­στι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό. Είναι επί­σης ανά­γκη, από αυτή την άποψη, να δεί­ξου­με ότι έχου­με αφή­σει πίσω μας το μο­ντέ­λο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, ότι μι­λά­με για ελεγ­χό­με­νη και συλ­λο­γι­κή ηγε­σία, ότι δια­θέ­του­με τις δη­μο­κρα­τι­κές δι­κλεί­δες που θα μας προ­στα­τεύ­σουν από μια πλήρη αυ­το­νό­μη­ση της ηγε­σί­ας. Ισχύ­ει επί­σης ότι η ανά­κτη­ση της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας της εθνι­κής οι­κο­νο­μί­ας δεν είναι μόνο μια άλυτη αντί­φα­ση αλλά και μια πολύ στενή ιδέα, άχαρη, ανί­κα­νη να εμπνεύ­σει. Νο­μί­ζω ότι απο­δεί­χτη­κε ήδη επαρ­κώς στις εκλο­γές ότι πολύ λίγοι θα ήθε­λαν να φα­ντα­στούν τη χώρα σαν ένα με­γά­λο ερ­γο­στά­σιο, και καλώς έκα­ναν αν το δούμε έτσι. Επι­πλέ­ον, η άποψη αυτή, άποψη της φε­ρό­με­νης ως πλειο­ψη­φί­ας, ανοί­γει με λάθος όρους επι­κίν­δυ­να γε­ω­πο­λι­τι­κά παι­χνί­δια σε μια τα­ραγ­μέ­νη εποχή, και αντι­κα­θι­στά την αφέ­λεια όσων πε­ρί­με­ναν «λο­γι­κή» από τον δυ­τι­κό ιμπε­ρια­λι­σμό με την ανα­μο­νή στή­ρι­ξης από τον ρώ­σι­κο και τον κι­νέ­ζι­κο ιμπε­ρια­λι­σμό, υπό­θε­ση που έχει δια­ψευ­σθεί επα­νει­λημ­μέ­νως. Ισχύ­ουν όλα αυτά. Αυτή η κρι­τι­κή από τα αρι­στε­ρά είναι ανα­γκαία και τη συμ­με­ρί­ζο­μαι από­λυ­τα, εκεί είμαι. Αλλά δεν αρκεί. Δεν αρκεί να ισιώ­σου­με από τη μία πλευ­ρά. Πρέ­πει να ισιώ­σου­με και από την άλλη. Θέλει ισορ­ρο­πία το πο­δή­λα­το.

Δυ­στυ­χώς, οι δυ­σκο­λί­ες που αντι­με­τω­πί­ζου­με δεν μπο­ρούν να εξη­γη­θούν μόνο με βάση τις συ­ντη­ρη­τι­κές όψεις του πε­ριε­χο­μέ­νου του εκ­φε­ρό­με­νου λόγου της ΛΑΕ, στις οποί­ες ανα­φερ­θή­κα­με. Αυτά δεν εμπό­δι­σαν ούτε τους ΑΝΕΛ ούτε το ΚΚΕ να τα πάνε κα­λύ­τε­ρα. Εμείς έχου­με μάλ­λον και ένα επι­πλέ­ον πρό­βλη­μα. Νο­μί­ζω λοι­πόν ότι με­γά­λο μέρος του προ­βλή­μα­τος απο­τε­λεί αυτή τη στιγ­μή και ο δια­κη­ρυ­κτι­κός μα­ξι­μα­λι­σμός, ένας δια­κη­ρυ­κτι­κός μα­ξι­μα­λι­σμός λει­τουρ­γι­κός, αφού υπο­κρύ­πτει, έστω και αθέ­λη­τα, τον επί του συ­γκε­κρι­μέ­νου αδια­κή­ρυ­κτο συ­ντη­ρη­τι­σμό. Και είναι ο συν­δυα­σμός του συ­ντη­ρη­τι­σμού στο πραγ­μα­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο και του μα­ξι­μα­λι­στι­κού, υπε­ρα­ρι­στε­ρού βερ­μπα­λι­σμού στην εκ­φο­ρά, αυτό που εξη­γεί την τόσο χα­μη­λή πτήση. Ο συν­δυα­σμός.

Έχου­με κλί­νει το «έξω από το ευρώ, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ», καθώς και το «θα δια­γρά­ψου­με τα μνη­μό­νια» σε όλες τις κλί­σεις. Αλλά πριν από εμάς το έκανε και η ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ και δεν τη βο­ή­θη­σε σε κάτι. Αυτό θα έπρε­πε να μας έχει μάθει κάτι, αλ­λιώς θα βρι­σκό­μα­σταν στην ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ. Άλ­λω­στε, αυ­τα­πά­τες δεν εί­χα­με για όσο βρε­θή­κα­με στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Αλλά δεν βοη­θά­ει να το ξέ­ρεις. Και δεν βοη­θά­ει να το λες. Έχει ση­μα­σία πότε το λες, για να μην σε θε­ω­ρούν απλώς ιδιόρ­ρυθ­μη πε­ρί­πτω­ση. Ει­δι­κά εγώ έχω πικρή πείρα σ’ αυτό, γιατί έμαθα με τον δύ­σκο­λο τρόπο. Η πρω­το­πο­ρία, αν φύγει πολύ μπρο­στά, παύει να είναι τέ­τοια. Δεν ανοί­γει κα­νέ­ναν δρόμο, γιατί δεν τη βλέ­πει κα­νείς να την ακο­λου­θή­σει. Χρειά­στη­κε λοι­πόν στο προη­γού­με­νο διά­στη­μα να πε­ρι­μέ­νου­με σε κά­ποια ση­μεία τον κόσμο του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και τον πα­ρα­έ­ξω κόσμο και να μη φύ­γου­με νωρίς, γιατί θα φεύ­γα­με μόνοι μας, και ίσως θα μπο­ρού­σα­με να έχου­με φύγει λίγο νω­ρί­τε­ρα, ίσως, αλλά υπο­θέ­τω, για να κα­θί­σου­με τόσο, έχου­με κα­τα­λά­βει ότι δεν πρέ­πει να φεύ­γου­με μπρο­στά πολύ νωρίς. Λοι­πόν, φεύ­γου­με μπρο­στά πάρα πολύ νωρίς, από αυτή την άποψη.

Συ­νε­πώς, επεί­γει ο λόγος μας να γειω­θεί και να αλ­λά­ξει φορά: από το πρό­γραμ­μα στην έξοδο και όχι από την έξοδο στο πρό­γραμ­μα. Και προ­κει­μέ­νου να γειω­θεί, θα πρέ­πει να κά­νου­με πιο συ­γκε­κρι­μέ­νη την τα­ξι­κή μας ανα­φο­ρά. Επεί­γει ένας τα­ξι­κός ανα­προ­σα­να­το­λι­σμός από τα με­σο­στρώ­μα­τα στα χα­μη­λό­τε­ρα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα, στη δική μας τάξη. Όπως έδει­ξε η γι­γα­ντιαία αποχή, υπάρ­χει ένα τε­ρά­στιο κομ­μά­τι της κοι­νω­νί­ας που δεν εκ­φρά­ζε­ται πο­λι­τι­κά. Είναι κυ­ρί­ως οι άνερ­γοι και οι επι­σφα­λώς ερ­γα­ζό­με­νοι, που μέχρι στιγ­μής έχουν μεί­νει έξω από κάθε προ­ε­κλο­γι­κή και κυ­βερ­νη­τι­κή εξαγ­γε­λία. Είναι πολύ ση­μα­ντι­κό να συ­γκε­κρι­με­νο­ποι­η­θεί και προ­γραμ­μα­τι­κά ότι εκ­φρά­ζου­με πρώτα και κύρια αυτόν τον κόσμο, στον οποίο ανή­κου­με, και όχι με­σο­στρώ­μα­τα που στε­ρού­νται πραγ­μα­τι­κής δυ­να­μι­κής γιατί δί­νουν μια μάχη οπι­σθο­φυ­λα­κής. Έτσι, στην ιε­ράρ­χη­ση, πρέ­πει να μπαί­νει μπρο­στά το ζή­τη­μα της απα­σχό­λη­σης και της συλ­λο­γι­κής ορ­γά­νω­σης μιας ζωής αξιο­βί­ω­της και όχι η διαρ­κής υπε­ρά­σπι­ση δι­καιω­μά­των που, εκτός από αμυ­ντι­κή, δεν αφορά άμεσα τα χα­μη­λό­τε­ρα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα και προ­ϋ­πο­θέ­τει τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φορές την ανα­πα­ρα­γω­γή του συ­στή­μα­τος χωρίς ρι­ζι­κές αλ­λα­γές.

Επι­πλέ­ον, είναι γνω­στή πλέον η κρι­τι­κή στον οι­κο­νο­μι­σμό, σε ση­μείο που είναι σχε­δόν ύπο­πτο να την αγνο­εί κα­νείς. Τα­ξι­κός ανα­προ­σα­να­το­λι­σμός δεν μπο­ρεί να ση­μαί­νει μόνο μέτρα οι­κο­νο­μι­κής φύσης αλλά και πα­ρεμ­βά­σεις στους ιδε­ο­λο­γι­κούς μη­χα­νι­σμούς που να εμπε­δώ­νουν την ηγε­μο­νία μιας χει­ρα­φε­τη­τι­κής κουλ­τού­ρας. Αλ­λα­γή των σχο­λι­κών συγ­γραμ­μά­των, πα­ρεμ­βά­σεις στο οι­κο­γε­νεια­κό δί­καιο, εκ­δη­μο­κρα­τι­σμός του στρα­τεύ­μα­τος και της αστυ­νο­μί­ας, εκ­κο­σμί­κευ­ση του κρά­τους, και τόσα άλλα που ήταν πάγια αι­τή­μα­τα της αρι­στε­ράς πριν αφαι­ρε­θούν ένα προς ένα από τον λόγο της κατά τη δια­δι­κα­σία «βί­αι­ης ωρί­μαν­σης» του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.

Κι έπει­τα έχου­με άλλα ζη­τή­μα­τα, πιο σύγ­χρο­νες προ­βλη­μα­τι­κές, που για αυτόν ακρι­βώς τον λόγο είναι και πιο ου­σια­στι­κές. Είναι αδύ­να­τον να κα­τα­νο­ή­σου­με την κρίση του κα­πι­τα­λι­σμού χώρια από την κρίση της πόλης και την κρίση του οι­κο­συ­στή­μα­τος. Η χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή κρίση είναι στενά -και δια­χρο­νι­κά- συν­δε­δε­μέ­νη με τα όρια και την πα­θο­γέ­νεια της κα­τα­σκευα­στι­κής φού­σκας. Και τα όρια του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού έχουν απο­δει­χθεί το νερό και ο αέρας. Είναι λοι­πόν αδύ­να­τον να απα­ντή­σου­με χωρίς να τα λά­βου­με υπόψη, χωρίς να βά­λου­με ζη­τή­μα­τα διεκ­δί­κη­σης της πόλης και προ­στα­σί­ας του πε­ρι­βάλ­λο­ντος, χωρίς να σκά­σου­με την ιδε­ο­λο­γι­κή φού­σκα της ανά­πτυ­ξης, μιας έν­νοιας που εξ ορι­σμού φυ­σι­κο­ποιεί σύν­θε­τες πα­ρεμ­βά­σεις δια­χεί­ρι­σης και ελέγ­χου της κα­θη­με­ρι­νής ζωής σε μο­ρια­κό επί­πε­δο.

Προ­φα­νώς, δεν μπορώ και δεν έχει νόημα να φτιά­ξω πρό­γραμ­μα επι­τό­που αλλά θα δώσω με­ρι­κά εν­δει­κτι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα, για να μην κα­τη­γο­ρη­θώ ότι θε­ω­ρη­τι­κο­λο­γώ:

-Μα­ζι­κοί διο­ρι­σμοί στα σχο­λεία και τα νο­σο­κο­μεία με στόχο την κά­λυ­ψη των πά­γιων ανα­γκών και την αντι­με­τώ­πι­ση της ανερ­γί­ας.

-Τρια­ντα­πε­ντά­ω­ρο, χωρίς μεί­ω­ση απο­δο­χών, για την αντι­με­τώ­πι­ση της ανερ­γί­ας.

-Επα­να­φο­ρά της αργία της Κυ­ρια­κής και αύ­ξη­ση των αδειών.

-Άμε­ση αύ­ξη­ση του κα­τώ­τα­του μι­σθού.

– Νο­μο­θε­τι­κό πλαί­σιο για να πε­ρά­σουν τα πα­ρα­τη­μέ­να ερ­γο­στά­σια στους ερ­γά­τες.

– Δω­ρε­άν πα­ρα­χώ­ρη­ση όλης της καλ­λιερ­γή­σι­μης γης στους αγρό­τες.

– Σει­σά­χθεια.

– Στα­δια­κή κα­τάρ­γη­ση της κρα­τι­κής μι­σθο­δο­σί­ας των κλη­ρι­κών.

– Θε­σμοί λαϊ­κού ελέγ­χου της δια­φθο­ράς.

-Πά­γω­μα των εξο­πλι­σμών.

-Στά­ση πλη­ρω­μών στους δα­νει­στές.

Και μετά δια­πραγ­μά­τευ­ση. Μόνο μετά.

Αυτό δεν είναι το Plan B. Αυτό μοιά­ζει με το Plan A, πράγ­μα­τι. Κά­ποια από αυτά τα έχει πει και ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, ναι. Δεν έχει καμιά ση­μα­σία. Κι οι μπολ­σε­βί­κοι από τους Εσέ­ρους πήραν το αγρο­τι­κό πρό­γραμ­μα και η ηγε­τι­κή ομάδα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ το πήρε από εμάς… Η δια­φο­ρά είναι ότι εμείς έχου­με τη βού­λη­ση να το κά­νου­με πράξη και έχου­με ήδη απο­δεί­ξει ότι εν­νο­ού­με αυτό που λέμε –χωρίς αυτό να ση­μαί­νει ότι «κα­θα­ρί­σα­με» και δεν πρέ­πει να συ­νε­χί­σου­με να το απο­δει­κνύ­ου­με.

Άρα, Plan C. Ρι­ζο­σπα­στι­κό πε­ριε­χό­με­νο και πράξη, με­τα­βα­τι­κό, γειω­μέ­νο, τα­ξι­κά ανα­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νο πρό­γραμ­μα για τον σο­σια­λι­στι­κό με­τα­σχη­μα­τι­σμό, για την κοι­νω­νι­κή απε­λευ­θέ­ρω­ση. Να τε­λειώ­νου­με με τον ρε­φορ­μι­σμό, με τη γρα­φειο­κρα­τία, με τον κοι­νο­βου­λευ­τι­κό κρε­τι­νι­σμό. Να τε­λειώ­νου­με όμως και με τον δια­κη­ρυ­κτι­κό μα­ξι­μα­λι­σμό, να βρού­με την ισορ­ρο­πία, να μά­θου­με πο­δή­λα­το.