Το πάγιο σταθερό κεφάλαιο, οι αποσβέσεις και το ποσοστό του κέρδους  / του κώστα λαμπρόπουλου

Το πάγιο σταθερό κεφάλαιο, οι αποσβέσεις και το ποσοστό του κέρδους / του κώστα λαμπρόπουλου

Κατά τον φίλτατο Κάρολο, έτσι όπως τον οριστικοποίησε μεταθανάτια ο Φρειδερίκος στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου (τους) το 1894, το ποσοστό του κέρδους μειώνεται διαχρονικά επειδή κάθε νέα επένδυση ενέχει περισσότερο σταθερό κεφαλαίο και αναλογικά μικρότερο μεταβλητό κεφάλαιο ως προς τις παρελθούσες επενδύσεις. Βεβαίως, ο ισχυρισμός περί της πτώσης ισχύει -κατά την ίδια δήλωση των Κάρολου και Φρειδερίκου- μόνο εφόσον το ποσοστό υπεραξίας ή ο βαθμός εκμετάλλευσης της απασχολούμενης μισθωτής εργασίας διατηρείται διαχρονικά σταθερός πράγμα, που εμπειρικά οφθαλμοφανώς και αναλυτικά αυτονόητα, δεν ισχύει.

Επομένως, τουλάχιστον τυπικά, δεν υπάρχει «Νόμος» επειδή ο Φρειδερίκος -αναγνωρισμένος ιντριγκαδόρος και χειραγωγός από την εποχή που διέλυσε την Ένωση των Δικαίων του (καημένου) Βάϊτλινγκ το 1847- αποφάσισε (για ευνόητους λόγους στη διαρκή πολιτική διαμάχη του με την κατ’ αυτόν “οπορτουνιστικά ρεφορμιστική” ηγεσία του Sozialdemokratische Partei Deutschlands – SPD)  η οποία και επεδίωκε πάση θυσία την επανανομιμοποίηση του κόμματος το 1890, να βάλει τη λέξη αυτή στην επικεφαλίδα ενός τμήματος των χειρόγραφων σημειώσεων του Κάρολου που κληρονόμησε και τις έκανε τον 3ο τόμο του Κεφαλαίου τους. Το τελευταίο πολιτικό μήνυμα που ο γηραιός Φρειδερίκος εξέπεμπε προς την ηγεσία του SPD ήταν απλό και σαφές: «Θέλετε, δεν θέλετε, ο καπιταλισμός είναι καταδικασμένος να καταστραφεί! Το λέει και ο «Νόμος της πτώσης του ποσοστού του κέρδους»! Συνεπώς, αφήστε τις τρίχες και ηγηθείτε στην προλεταριακή επανάσταση!».

Μην αντιλαμβανόμενοι -μαρξιστικά- το εμπερικλειόμενο ιστορικό συγκυριακό πολιτικό περιεχόμενο μιας θεωρητικής τοποθέτησης του απώτατου παρελθόντος, οι απελπισμένοι από την πιο πρόσφατη αλλά πλέον σήμερα απώτερη κατάρρευση του “σοσιαλισμού” στην ΕΣΣΔ αυτοαποκαλούμενοι «μαρξιστές οικονομολόγοι» (όπως, δηλαδή, λέμε «επαναστάτες μαρξιστές» ή «μαρξιστές επαναστάτες») επιμένουν να ανακηρύσσουν όχι το προλεταριάτο αλλά το «Νόμο της πρόωσης του ποσοστού κέρδους» σαν την αυτοκαταστροφική δύναμη που εγκλείει μέσα του ο σύγχρονος καπιταλισμός. Αντί να ψάξουν να βρουν το σοσιαλισμό που θα συγκινήσει και, επομένως, θα συστρατεύσει υπερβατικά τις προλεταριακές μάζες του μητροπολιτικού καπιταλισμού, έχουν μετατραπεί σε καφετζούδες της οικονομικής συγκυρίας του καπιταλισμού (πάνω, κάτω, αριστερά, δεξιά, απανάπτυξη, ήπια επένδυση, διατήρηση της ανεργίας, κ.ο.κ.) αφού δεν διαθέτουν κανένα μακροοικονομετρικό εργαλείο παγκόσμιας κλίμακας για να προσομοιώσουν και, επομένως, να “προβλέψουν” τυπικά, δηλαδή με οργανωμένη αυθαιρεσία, τη φορά της παγκόσμιας οικονομικής δυναμικής. Εδώ -θα μου πείτε- δεν έχει το εργαλείο αυτό το ΔΝΤ και οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας, θα το έχουν οι κατά τα άλλα καλοκάγαθοι πιστοί του ποσοστού του κέρδους;

Επίσης, στην πραγματικότητα ο «κόσμος» στον οποίο αναφέρονται είναι αποκλειστικά η Δυτική Ευρώπη, ο δικός τους, κατά δικός τους κόσμος δηλαδή, που βρίσκεται σε ιστορική διαδικασία υποβάθμισης της συμμετοχής της στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας που αναπτύσσεται, μαζί με τον βάρβαρο καπιταλισμό της Κίνας και Ινδίας, ραγδαία στις νεογέννητες «Οικονομία του Ειρηνικού» και «Οικονομία του Ινδικού».  Η Κίνα και η Ινδία, ο καπιταλισμός τους και η υπερεκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού, παρόμοια με εκείνη της βιομηχανικής επανάστασης στην Αγγλία, δεν μπαίνουν στην εικόνα που σχηματίζουν για την παγκόσμια κατανομή μέσω των διεθνών αλυσίδων αξίας του ποσοστού του κέρδους. Το δικό τους “μαρξιστικό ποσοστό κέρδους” αφορά μόνο τη Δυτική Ευρώπη, δηλαδή την ιστορική κοιτίδα του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού που βρίσκεται τώρα σε πορεία ολόπλευρης παρακμής. Η ίδια άλλωστε η σέκτα των πιστών του «Νόμου της πτώσης του ποσοστού του κέρδους» αποτελεί μία από τις μάλλον γραφικές εκδηλώσεις της ευρωπαϊκής -και εν προκειμένω ιδεολογικής- παρακμής…

Ας δούμε τώρα ορισμένες πικρές αλήθειες για το δήθεν “Νόμο της πτωτικής καπιταλιστικής αυτοκαταστροφής”.

Πρώτο: η υπεραξία δεν είναι προκαθορισμένο μέγεθος, όπως στα αριθμητικά παραδειγματάκια των Κάρολου και Φρειδερίκου, αλλά το κατάλοιπο απολογιστικό μέγεθος της διαφοράς ανάμεσα στα έσοδα και τις δαπάνες της επιχείρησης εντός μιας κάποιας χρονικής περιόδου.

Τα μεν έσοδα της επιχείρησης καθορίζονται ως γινόμενο των τιμών πώλησης των προϊόντων και των ποσοτήτων προϊόντων που πωλήθηκαν. Η απλή αυτή αλήθεια είναι εντελώς απούσα από την προβληματική των Κάρολου και Φρειδερίκου.

Οι δε -κατά Κάρολο και Φρειδερίκο- δαπάνες της επιχείρησης περιλαμβάνουν το σταθερό κεφάλαιο και το μεταβλητό κεφάλαιο.

Η έννοια του μεταβλητού κεφαλαίου είναι απολύτως σαφής. Αποτελεί τη δαπάνη μισθοδοσίας της επιχείρησης, δηλαδή το γινόμενο του μέσου μισθού w επί την μέση απασχόληση (σε φυσικές μονάδες) L.

Δεύτερο: το περίφημο ή διαβόητο «σταθερό κεφάλαιο», το διαχρονικά διογκούμενο πτωτικό βαρίδι του ποσοστού του κέρδους, είναι, όμως, κατηγορία εννοιολογικά συγχυσμένη.

Εξηγούμαι: περιλαμβάνει τρία πράγματα εκ των οποίων το ένα είναι εντελώς ανομοιογενές με τα υπόλοιπα δύο:

Α) περιλαμβάνει την αξία (κόστος αγοράς και εγκατάστασης) του παγίου κεφαλαίου (γήπεδα, κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός, κ.ο.κ.), έστω f.

Β) περιλαμβάνει τις δαπάνες τρέχουσας συντήρησης και επιδιόρθωσης του παγίου κεφαλαίου (που επιτρέπει τη διαχρονική διατήρηση της αξίας των μέσων παραγωγής και της συνημμένης παραγωγικότητας της εργασίας), έστω σ.

Γ) περιλαμβάνει την αγορά των τρεχουσών ενδιάμεσων εισροών (πρώτες και βοηθητικές ύλες, υλικά συσκευασίας, ενέργεια, επικοινωνίας, κ.ο.κ.), έστω u.

Από αυτά, η δεύτερη και τρίτη κατηγορία, αντιστοίχως σ και u, αποτελούν πληρωμές προς τρίτους, δηλαδή πραγματικές δαπάνες της εταιρείας.  Η πρώτη κατηγορία, το πάγιο σταθερό κεφάλαιο f, δεν αποτελεί δαπάνη αλλά τμηματική ή ολική απόσβεση του επενδεδυμένου πάγιου κεφαλαίου που εμφανίζεται ως διαχρονική σωρευτική αποταμίευση του ιδιοκτήτη του κεφαλαίου εντός της εταιρείας του η οποία και θα του αποδοθεί εφ’ άπαξ κατά την εκκαθάριση της εταιρείας του όταν τερματιστεί η λειτουργία της.

Η σχέση ανάμεσα στο χρονικό διάστημα x μετά το οποίο επέρχεται η φυσική απαξίωση του πάγιου σταθερού κεφαλαίου, προφανώς αυτό θα πάψει να είναι παραγωγικό μετά από x χρόνια χρήσης και ανάλογα με την έντασή της, και το χρονικό διάστημα y στο οποίο ολοκληρώνεται η πλήρης αξιακή απόσβεσή του είναι καθοριστική για την διαχρονική αναπαραγωγή, δηλαδή συσσώρευση, δηλαδή επανεπένδυση του υφιστάμενου και επένδυση νέου κεφαλαίου.

Το πρόβλημα εδώ είναι απλό: ενώ από τη μια η διαχρονική «φυσική αντοχή» του πάγιου σταθερού κεφαλαίου είναι -αν και ελαστικά- τεχνικά δοσμένη (π.χ. z ώρες χρήσης που -με μέση ημερήσια χρήση z’- μας κάνει x χρόνια), από την άλλη το χρονικό διάστημα αξιακής ανάκτησης του πάγιου σταθερού κεφαλαίου δεν είναι προκαθορισμένο αλλά εξαρτάται από την επιθυμία του ιδιοκτήτη του πότε να πάρει πίσω σε χρηματική μορφή το ποσό που επένδυσε στη μορφή του πάγιου σταθερού κεφαλαίου.

Υπάρχουν δύο ακραίες καπιταλιστικές συμπεριφορές ανασυσσώρευσης κεφαλαίου με όλες τις άπειρες ενδιάμεσες διαβαθμίσεις τους / συνδυασμούς τους:

Α) η συντηρητική, δηλαδή εκείνη που επιδιώκει την διαχρονική ανάκτηση του επενδεδυμένου πάγιου σταθερού κεφαλαίου, δηλαδή την απόσβεσή του, όσο γίνεται συντομότερα.

Β) η ριψοκίνδυνη, δηλαδή εκείνη που επεκτείνει την απόσβεση του επενδεδυμένου πάγιου σταθερού κεφαλαίου καθ’ όλη τη χρονική διάρκεια της φυσικής ζωής του.

Το θέμα τώρα ποιο είναι;

Ότι στη μεν συντηρητική στάση οι υψηλότερες της ριψοκίνδυνης στάσης αποσβέσεις του πάγιου σταθερού κεφαλαίου μειώνουν ισόποσα -με όλους τους άλλους όρους ίδιους- την υπεραξία, άρα και το ποσοστό της, άρα και το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.

Στη δε ριψοκίνδυνη στάση ισχύουν ακριβώς τα αντίστροφα, δηλαδή οι χαμηλές αποσβέσεις αυξάνουν αναλογικά την υπεραξία.

Με δύο λόγια, η υπεραξία προσδιορίζεται από τον συντηρητικό ή ριψοκίνδυνο χαρακτήρα του καπιταλιστή / καπιταλισμού!

Τρίτο: η λογική συνεπαγωγή αυτής της διαπίστωσης τινάζει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου στον αέρα.

Αφού δεν υπάρχει κανένας «Νόμος» που να ορίζει το μέγεθος των περιοδικών αποσβέσεων του πάγιου σταθερού κεφαλαίου, ο καπιταλιστής κατά την κρίση του μπορεί να το αυξομειώνει κατά το δοκούν. Επομένως, κατ’ αντιστοιχία διακυμαίνεται και η υπεραξία. Εν ολίγοις, το ποσοστό της υπεραξίας ή ο βαθμός εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας εξαρτάται από το αποσβεστικό καπρίτσιο του καπιταλιστή μας. Αν είναι σπάταλος και ασφαλής ως επιχειρηματική προσωπικότητα, δεν κάνει αποσβέσεις και επομένως η υπεραξία που ενθυλακώνει μεγαλώνει την μακρύτερη περίοδο που κάνει μικρότερες αποσβέσεις. Αν είναι τσιγκούνης και ανασφαλής, κάνει υπεραποσβέσεις και επομένως η υπεραξία που ενθυλακώνει το σχετικά μικρότερο χρονικό διάστημα που κάνει αποσβέσεις μικραίνει και μετά απογειώνεται.

Ποιες είναι, λοιπόν, οι αποσβέσεις που μπαίνουν στον υπολογισμό της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, του “καλού και συντηρητικού” ή του “κακού και ριψοκίνδυνου” καπιταλιστή;

Η κατάσταση, όμως, είναι ακόμα χειρότερη εάν έχει, έστω σταδιακά, αποσβεστεί ολόκληρο το πάγιο σταθερό κεφάλαιο: ποια είναι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου μετά την ολοσχερή απόσβεση του πάγιου σταθερού κεφαλαίου;

Κατά τον Κάρολο και Φρειδερίκο και τους «μαρξιστές οικονομολόγους» προφανώς είναι: θ = (Δαπάνες συντήρησης σ + ενδιάμεσες εισροές u) / μεταβλητό κεφάλαιο v.

Προκύπτουσα διαπίστωση: η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου μειώθηκε και η υπεραξία αυξήθηκε κατά το (μέσο) ποσό της ετήσιας απόσβεσης του πάγιου σταθερού κεφαλαίου!

Επομένως, ποια ακριβώς είναι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου κατά τη διάρκεια της λειτουργικής ζωής του επενδεδυμένου πάγιου σταθερού κεφαλαίου; Αυτή που προκύπτει με αναπόσβεστο κεφάλαιο ή εκείνη που προκύπτει με αποσβεσμένο κεφάλαιο;

Μια λύση στο πρόβλημα της αποσβεστικής καπιταλιστικής αυθαιρεσίας είναι να εγκαταλείψουμε το πάγιο σταθερό και να περάσουμε στον υπολογισμό της οργανικής σύνθεσης με αριθμητή την επένδυση Ι καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργικής ζωής της επένδυσής μας,

Δυστυχώς, αυτό το φάρμακο είναι χειρότερο από την αρρώστια καθότι προκαλεί απευθείας τη μείωση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου θ!

Στην περίπτωση αυτή για να προσδιοριστεί η οργανική σύνδεση του κεφαλαίου θ ως ο λόγος της (αρχικής) επένδυσης Ι (Ι = c0 + v0) ως προς το μεταβλητό κεφάλαιο θα πρέπει να πολλαπλασιάσουμε το ετήσιο μεταβλητό κεφάλαιο v με το πλήθος των ετών της αναμενόμενης φυσικής λειτουργίας του πάγιου σταθερού κεφαλαίου που έχει προκύψει από την επένδυσή μας.

Επομένως: θ = Ι / τ*v, όπου τ: η χρονική διάρκεια ζωής του πάγιου σταθερού κεφαλαίου.

Τέταρτο: η σχέση ανάμεσα στις αποσβέσεις και τις νέες επενδύσεις καθορίζει την αναπτυξιακή δυναμική του καπιταλισμού.

Όσο υπάρχει αναπόσβεστο πάγιο σταθερό κεφάλαιο τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος από τις νέες επενδύσεις, τη συσσώρευση δηλαδή υπεραξίας, καθότι το κεφάλαιο σε διακινδύνευση απώλειας που ισούται με το άθροισμά τους αυξάνεται.

Επομένως, η διατήρηση του αναλαμβανόμενου κινδύνου στα αυτά διαχρονικά επίπεδα όσο αυξάνει ο όγκος του αναπόσβεστου παγίου σταθερού κεφαλαίου σημαίνει περισσότερο αργό ρυθμό στην διενέργεια νέων επενδύσεων προκειμένου να αποσβεστούν οι υφιστάμενες και αυτό δεν έχει τίποτα να κάνει με το προσδοκώμενο υψηλότερο ή χαμηλότερο ποσοστό του κέρδους των νέων σχεδιαζόμενων επενδύσεων.

Για να δώσουμε ένα παράδειγμα σε απλά ελληνικά: εάν πρώτα δεν αποσβεστούν π.χ. τα ιλιγγιώδη κεφάλαια που έχουν επενδυθεί στην πετρελαϊκή βιομηχανία οι καπιταλιστές δεν θα κάνουν επενδύσεις στις νέες ενεργειακές τεχνολογίες (π.χ. υδρογόνο) όσο σχετικά υψηλό ποσοστό κέρδους και να περιέχουν καθότι θα προκαλούσαν μόνοι τους ζημία (οικονομική απαξίωση) στο ήδη επενδεδυμένο κεφάλαιό τους στην πετρελαϊκή βιομηχανία.

Επίσης, ο χρόνος ωρίμανσης και πραγματοποίησης μιας επένδυσης αποτελεί ευθεία συνάρτηση του μεγέθους της: μια επένδυση 100.000 € στην Ελλάδα χρειάζεται 3 – 6 μήνες για να σχεδιαστεί, ελεγχθεί, αδειοδοτηθεί  και πραγματοποιηθεί. Εάν πρόκειται για μια επένδυση 1.000.000€ χρειάζονται 12 – 18 μήνες. Κ.ο.κ. Η επένδυση σ’ ένα καινοτόμο προϊόν μπορεί να πάρει και μια δεκαετία για να ολοκληρωθεί.

Εν κατακλείδι, η επενδυτική συμπεριφορά του καπιταλισμού δεν μπορεί μονοσήμαντα να αναχθεί αποκλειστικά και μόνο στην αυξομείωση του ποσοστού του κέρδους και μάλιστα του προσδοκώμενου στο μέλλον (πάλι γίναμε καφετζούδες).

Απεναντίας εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες που όλοι τους συνδιαρθρώνονται στην έννοια της «παγκόσμιας αλυσίδας παραγωγής, αξίας και κέρδους».

Τελικά, ποιο είναι το πρακτικό συμπέρασμα εξ όλων αυτών;

Ότι κάθε εγχείρημα ποσοτικοποίησης του «ποσοστού του κέρδους» πρέπει:

Α) να διακρίνει τις επιχειρήσεις σε ιδιωτικές και δημόσιες / κρατικές,

Β) να αφορά το λειτουργικό πλεόνασμα πριν από τόκους, φόρους, ενοίκια και αποσβέσεις δικτύων επιχειρήσεων ως παγκόσμιων αλυσίδων παραγωγής, αξίας και κέρδους,

Γ) να συνεκτιμά τις “απώλειες” κερδοφορίας που κατευθύνονται στις υπεράκτιες εταιρείες (offshore companies) που συμμετέχουν στο δίκτυο των επιχειρήσεων που συνθέτουν τις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής, αξίας και κέρδους,

Δ) να συνεκτιμά την ιδιοποίηση υπεραξίας / κέρδους με την τυπική μορφή των μισθών εκ μέρους της γκαλμπρέ-ηθικής τεχνοδομής,

Ε) να συνεκτιμά την μη αντισταθμιστική χρήση εταιρικών πόρων (δαπάνες) από τα στελέχη των επιχειρήσεων.

Χωρίς αυτά τα βασικά, κάθε απόπειρα ποσοτικοποίησης του «ποσοστού του κέρδους» είναι ένα παιχνίδι αριθμητικής διανοητικά ενδιαφέρον για ορισμένους, επιστημολογικά αδιάφορο για άλλους και, τέλος, ταξικά αποπροσανατολιστικό για κάποιους άλλους.

Κλείνω με τη διατύπωση μιας λογικής, ωστόσο υπερβατικής, ταυτολογίας: «Ο καπιταλισμός υπάρχει επειδή οι καπιταλιστές δεν απαλλοτριώνονται».

Τα σχόλια είναι κλειστά.