Καπιταλισμός και κρίση

Καπιταλισμός και κρίση

Δέκα χρόνια από την κατάρρευση της Lehman Brothers

1. Κρίση και χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση

Η χρε­ο­κο­πία τον Σε­πτέμ­βριο 2008 της Lehman Brothers, τέ­ταρ­της σε μέ­γε­θος επεν­δυ­τι­κής τρά­πε­ζας των ΗΠΑ, έκανε σύ­ντο­μα σε όλους κα­τα­νοη­τό ότι ο κα­πι­τα­λι­σμός σε  πα­γκό­σμιο επί­πε­δο ει­σερ­χό­ταν σε μια κρίση, που η έντα­σή της δεν είχε προη­γού­με­νο κατά τη με­τα­πο­λε­μι­κή πε­ρί­ο­δο.

Γιάννης Μηλιός

Στις σχε­τι­κές συ­ζη­τή­σεις διε­θνώς πήραν αρ­χι­κά το πάνω χέρι οι ετε­ρό­δο­ξες προ­σεγ­γί­σεις κεϊν­σια­νής κοπής ή αφε­τη­ρί­ας. Προ­βλή­θη­κε έτσι, ακόμα και από τον «έγκυ­ρο» οι­κο­νο­μι­κό Τύπο των ΗΠΑ και της Ευ­ρώ­πης, η άποψη ότι η ηγε­μο­νία του πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νου χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού κλά­δου της οι­κο­νο­μί­ας πα­ρά­γει μια ιδιαί­τε­ρα αρ­πα­κτι­κή εκ­δο­χή κα­πι­τα­λι­σμού, η οποία εγκλεί­ει εν­δο­γε­νώς τά­σεις προς δη­μιουρ­γία κρί­σε­ων. Στη σχε­τι­κή συ­ζή­τη­ση, ο όρος χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση υπο­δη­λώ­νει το φαι­νό­με­νο της αυ­ξα­νό­με­νης ση­μα­σί­ας των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών αγο­ρών, των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών κι­νή­τρων και των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών ελίτ, τόσο σε εθνι­κό, όσο και σε διε­θνές επί­πε­δο.

Η γε­νι­κή αυτή οπτι­κή κυ­ριαρ­χεί επί­σης σε πολ­λές μαρ­ξι­στι­κές συ­ζη­τή­σεις. Από έναν με­γά­λο αριθ­μό θε­ω­ρη­τι­κών, που επη­ρε­ά­ζο­νται από τον μαρ­ξι­σμό, έχουν δια­μορ­φω­θεί δύο κα­τευ­θύν­σεις ερ­μη­νεί­ας: είτε ο νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρος κα­πι­τα­λι­σμός δεν κα­τόρ­θω­σε να απο­κα­τα­στή­σει την κερ­δο­φο­ρία του κε­φα­λαί­ου (το πο­σο­στό κέρ­δους) σε υψηλά επί­πε­δα, είτε, αντι­θέ­τως, προ­χώ­ρη­σε υπερ­βο­λι­κά προς αυτή την κα­τεύ­θυν­ση (των υψη­λών κερ­δών), πα­ρα­χω­ρώ­ντας στην ερ­γα­τι­κή τάξη ει­σο­δή­μα­τα ανε­παρ­κή για την κα­τα­νά­λω­ση του κοι­νω­νι­κού προ­ϊ­ό­ντος. Και στις δύο πε­ρι­πτώ­σεις, ο χρη­μα­τι­στι­κο­ποι­η­μέ­νος κα­πι­τα­λι­σμός εμ­φα­νί­ζε­ται να είναι πα­γι­δευ­μέ­νος σε μια δι­η­νε­κή κρίση, το τέλος της οποί­ας δεν είναι άμεσα ορατό.

Εντού­τοις, η χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση απο­τε­λεί ορ­γα­νι­κή εξέ­λι­ξη και όχι πα­ρα­μόρ­φω­ση της κα­πι­τα­λι­στι­κής πα­ρα­γω­γής.

2. Ο Μαρξ και η χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή σφαί­ρα

Οι χρη­μα­το­πι­στω­τι­κές αγο­ρές απο­τε­λούν αφε­νός μη­χα­νι­σμούς χρη­μα­το­δό­τη­σης και αφε­τέ­ρου τό­πους συ­στη­μα­τι­κής απο­τί­μη­σης δε­δο­μέ­νων και συλ­λο­γής πλη­ρο­φο­ριών και επο­μέ­νως ερ­γα­λεία αξιο­λό­γη­σης με ση­μα­ντι­κές συ­νέ­πειες για την ορ­γά­νω­ση των κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων εξου­σί­ας. Η χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση ανα­πτύ­χθη­κε έτσι ως μια τε­χνο­λο­γία εξου­σί­ας, με σκοπό την ενί­σχυ­ση της απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας των κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων εξου­σί­ας.

Όταν ο Μαρξ πε­ρι­γρά­φει την κοι­νω­νι­κή φύση των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών αγο­ρών, ει­σά­γει την έν­νοια του «πλα­σμα­τι­κού κε­φα­λαί­ου» και μι­λά­ει για φε­τι­χι­σμό. Θέλει να επι­σύ­ρει την προ­σο­χή μας στο γε­γο­νός ότι οι κι­νη­τές χρη­μα­το­πι­στω­τι­κές αξίες (με­το­χές, ομό­λο­γα, πα­ρά­γω­γα…) απο­τε­λούν πραγ­μο­ποι­η­μέ­νες μορ­φές εμ­φά­νι­σης της κοι­νω­νι­κής σχέ­σης του κε­φα­λαί­ου. Απο­τε­λούν δο­μι­κές ανα­πα­ρα­στά­σεις των κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων, οι οποί­ες συ­σκο­τί­ζουν την τα­ξι­κή φύση των κα­πι­τα­λι­στι­κών κοι­νω­νιών, ενώ, ταυ­τό­χρο­να, ση­μα­το­δο­τούν και προ­κα­λούν τον κα­τάλ­λη­λο τρόπο συ­μπε­ρι­φο­ράς, που απαι­τεί­ται για τη δρα­στι­κή ανα­πα­ρα­γω­γή των κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων εξου­σί­ας.

«Το χρήμα […] γί­νε­ται από μια αξία δο­σμέ­νου με­γέ­θους, σε αυ­το­α­ξιο­ποιού­με­νη, αυ­το­αυ­ξα­νό­με­νη αξία. Πα­ρά­γει κέρ­δος […]. Έτσι το χρήμα, εκτός από την αξία χρή­σης που έχει σαν χρήμα, απο­κτά­ει μια πρό­σθε­τη αξία χρή­σης, συ­γκε­κρι­μέ­να, την αξία χρή­σης να λει­τουρ­γεί σαν κε­φά­λαιο. Η αξία χρή­σης του συ­νί­στα­ται εδώ ακρι­βώς στο κέρ­δος που πα­ρά­γει, όταν έχει με­τα­τρα­πεί σε κε­φά­λαιο. Με την ιδιό­τη­τα αυτή του δυ­νη­τι­κού κε­φα­λαί­ου, του μέσου για την πα­ρα­γω­γή του κέρ­δους, το χρήμα γί­νε­ται εμπό­ρευ­μα, ένα εμπό­ρευ­μα όμως sui generis. Ή πράγ­μα που κα­τα­λή­γει στο ίδιο, το κε­φά­λαιο σαν κε­φά­λαιο γί­νε­ται εμπό­ρευ­μα» (Το Κε­φά­λαιο, τ. 3ος: 427-28, η υπο­γράμ­μι­ση προ­στέ­θη­κε).

Το χρήμα λει­τουρ­γεί ως ανε­ξάρ­τη­τη έκ­φρα­ση της αξίας και το κε­φά­λαιο έχει γίνει εμπό­ρευ­μα το ίδιο, όταν το θε­ω­ρή­σου­με στην πιο ανα­πτυγ­μέ­νη μορφή του. Αλλά εξί­σου ση­μα­ντι­κό είναι ότι: «Στο το­κο­φό­ρο κε­φά­λαιο η σχέση του κε­φα­λαί­ου φθά­νει την πιο εξω­τε­ρι­κή και την πιο φε­τι­χι­στι­κή μορφή της» (όπ.π.: 493).

Για να δώ­σου­με ένα πα­ρά­δειγ­μα, όταν η χρη­μα­το­δό­τη­ση μιας με­γά­λης εται­ρεί­ας εξαρ­τά­ται από τις  χρη­μα­τα­γο­ρές, κάθε υπο­ψία ανε­παρ­κούς αξιο­ποί­η­σης  συ­μπιέ­ζει τις τιμές των με­το­χών και των ομο­λό­γων (τις τιμές του κε­φα­λαί­ου ως εμπο­ρεύ­μα­τος), και αυ­ξά­νει το κό­στος χρη­μα­το­δό­τη­σης. Οι δυ­νά­μεις της ερ­γα­σί­ας στο έντο­να αντα­γω­νι­στι­κό πε­ρι­βάλ­λον της επι­χεί­ρη­σης αντι­με­τω­πί­ζουν το δί­λημ­μα του να απο­φα­σί­σουν εάν απο­δέ­χο­νται τους δυ­σμε­νείς όρους του ερ­γο­δό­τη, που συ­νε­πά­γο­νται υπο­χώ­ρη­ση της δια­πραγ­μα­τευ­τι­κής τους θέσης, ή εάν, μέσω της «άκαμ­πτης» μα­χη­τι­κής τους στά­σης, θα συμ­βά­λουν στο εν­δε­χό­με­νο κλει­σί­μα­τος της επι­χεί­ρη­σης (με­τα­φο­ράς του κε­φα­λαί­ου σε άλλες σφαί­ρες πα­ρα­γω­γής ή σε άλλες χώρες). Τε­λι­κά, το δί­λημ­μα δεν είναι μόνο υπο­θε­τι­κό, αλλά δια­τυ­πώ­νε­ται «προ­λη­πτι­κά»: ή απο­δέ­χε­σαι τους νό­μους του κε­φα­λαί­ου, ή ζεις με με­γα­λύ­τε­ρη ανα­σφά­λεια και ανερ­γία.

3. Η εγ­γε­νής οι­κο­νο­μι­κή αστά­θεια του κα­πι­τα­λι­σμού

Οι χρη­μα­το­πι­στω­τι­κές αγο­ρές έχουν τη διπλή λει­τουρ­γία της αξιο­λό­γη­σης και της απο­τε­λε­σμα­τι­κής ορ­γά­νω­σης των οι­κο­νο­μι­κώς δρώ­ντων (επι­χει­ρή­σε­ων, κρα­τών, νοι­κο­κυ­ριών…) και ταυ­τό­χρο­να της προ­ώ­θη­σης μιας ιδιαί­τε­ρης μορ­φής χρη­μα­το­δό­τη­σης. Επο­μέ­νως, η χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση δεν είναι το απο­τέ­λε­σμα μιας μοι­ραί­ας και επί­μο­νης ανι­κα­νό­τη­τας του κα­πι­τα­λι­σμού να απο­κα­τα­στή­σει την κερ­δο­φο­ρία ή να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει την υπε­ρα­ξία. Η χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση ει­σή­γα­γε ένα σύ­νο­λο και­νο­το­μιών, που δια­μορ­φώ­νουν ένα νέο είδος ορ­θο­λο­γι­κό­τη­τας για την προ­ώ­θη­ση των στρα­τη­γι­κών εκ­με­τάλ­λευ­σης, που βα­σί­ζο­νται στο κύ­κλω­μα του κε­φα­λαί­ου. Οι νέες αυτές ορ­θο­λο­γι­κό­τη­τες της χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­σης προ­ϋ­πο­θέ­τουν και δια­πλά­θουν στά­σεις συμ­μόρ­φω­σης με τους κα­νό­νες του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος.

Η πρό­σφα­τη κρίση συ­νι­στά στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα την κα­τά­λη­ξη μιας έντο­νης ανέ­λι­ξης της τα­ξι­κής πάλης στους κόλ­πους των σύγ­χρο­νων κοι­νω­νι­κών σχη­μα­τι­σμών. Η έκρη­ξη των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών πα­ρα­γώ­γων και των και­νο­τό­μων μορ­φών δια­χεί­ρι­σης κιν­δύ­νου συ­νέ­βα­λαν ασφα­λώς στην πυ­ρο­δό­τη­ση και τα­χεία διά­δο­ση της κρί­σης, αλλά δεν ήταν η αιτία της. «Αιτία» της κρί­σης συ­νι­στά η συ­μπύ­κνω­ση του συ­νό­λου των αντι­φά­σε­ων που διέ­πουν το κα­πι­τα­λι­στι­κό σύ­στη­μα. Οι κρί­σεις είναι εγ­γε­νές φαι­νό­με­νο του κα­πι­τα­λι­σμού.

Οι νέες αυτές ορ­θο­λο­γι­κό­τη­τες, που συ­γκρο­τεί η χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση, ωθούν πά­ντως στην κα­τεύ­θυν­ση μιας υπο­τί­μη­σης των κιν­δύ­νων. Ο σύγ­χρο­νος κα­πι­τα­λι­σμός είναι πα­γι­δευ­μέ­νος σε μια διελ­κυ­στίν­δα με­τα­ξύ της ανά­γκης να είναι «απο­τε­λε­σμα­τι­κός» και της υπο­τί­μη­σης των κιν­δύ­νων. Η κα­πι­τα­λι­στι­κή οι­κο­νο­μία είναι από τη γέ­νε­σή της εγ­γε­νώς αστα­θής. Όχι όμως επει­δή, όπως υπο­στη­ρί­ζουν οι κεϊν­σια­νής έμπνευ­σης προ­βλη­μα­τι­κές, η χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή σφαί­ρα «αυ­το­νο­μεί­ται» από την «πραγ­μα­τι­κή οι­κο­νο­μία», αλλά διότι είναι αστάθ­μη­τα τα απο­τε­λέ­σμα­τα της πάλης των τά­ξε­ων, που κα­θι­στούν πάντα αβέ­βαιες τις προ­βλέ­ψεις απο­δό­σε­ων του κε­φα­λαί­ου.

Είναι συ­να­κό­λου­θα αδύ­να­το να προ­βλέ­ψου­με την ακρι­βή στιγ­μή που θα ξε­σπά­σει η επό­με­νη με­γά­λη κρίση της πα­γκό­σμιας οι­κο­νο­μί­ας.

4. Αντί­στα­ση στη χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση;

Από όσα προη­γή­θη­καν προ­κύ­πτει ότι η όποια «πάλη» κατά της χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής σφαί­ρας δεν είναι δυ­να­τόν, αφ’ εαυ­τής,  να εγ­γυ­η­θεί την ανα­τρο­πή του κα­πι­τα­λι­στι­κού κα­θε­στώ­τος, εφό­σον από μόνη της δεν αμ­φι­σβη­τεί την καρ­διά της κα­πι­τα­λι­στι­κής εξου­σί­ας, που βρί­σκε­ται στην κε­φα­λαια­κή σχέση και το αστι­κό κρά­τος. Μια κεϊν­σια­νή πο­λι­τι­κή πε­ριο­ρι­σμού και ελέγ­χου της χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής σφαί­ρας δεν εξα­λεί­φει, ούτε απο­συν­θέ­τει τις κα­πι­τα­λι­στι­κές σχέ­σεις εξου­σί­ας, αλλά ου­σια­στι­κά επι­διώ­κει να τις νο­μι­μο­ποι­ή­σει ως «πα­ρα­γω­γι­κές» και «δί­καιες». Υπ’ αυτή την έν­νοια, η όποια πάλη ενα­ντί­ον της σύγ­χρο­νης χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής σφαί­ρας θα πρέ­πει να συν­δέ­ε­ται με ένα γε­νι­κό­τε­ρο αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κό σχέ­διο το οποίο, με­τα­ξύ των άλλων με­τώ­πων, θα πρέ­πει να επι­διώ­ξει την κα­τά­λη­ψη και κα­τα­στρο­φή του κα­πι­τα­λι­στι­κού κρά­τους…

rproject.gr/