Τράπεζες: παράλογη κριτική /του κώστα καλλωνιάτη

Τράπεζες: παράλογη κριτική /του κώστα καλλωνιάτη

Δεν είναι λίγοι αυτοί που την πρόσφατη πτώση των τιμών των τραπεζικών μετοχών και την άνοδο του spread των ελληνικών ομολόγων έσπευσαν να αποδώσουν στην αναξιοπιστία και την ανευθυνότητα της κυβέρνησης η οποία, λόγω της παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου που εγκαινίασε στη ΔΕΘ με παροχές/συντάξεις και κάποιες αλλαγές στην εποπτεία των τραπεζών, πυροδότησε μία νέα κρίση εμπιστοσύνης (για κραχ έγραψε γνωστή εφημερίδα) των αγορών απέναντι στην ελληνική οικονομία.

Η επιχειρηματολογία αυτή βασίζεται στην πράγματι μεγάλη κάμψη της χρηματιστηριακής αξίας των τραπεζικών μετοχών από 19 δισ. το 2014 σε 5 δισ. στις 3 Οκτωβρίου 2018 και στην πρόσφατη άνοδο των αποδόσεων των 10ετών κρατικών ομολόγων κατά 40 μονάδες βάσης τις τελευταίες 25 μέρες.

Πρόκειται, ωστόσο, για μια επιχειρηματολογία σαθρή και παραπλανητική γιατί, ενώ μεγαλοποιεί τις όποιες διαχειριστικές ανεπάρκειες της κυβέρνησης αποδίδοντάς τους εσφαλμένα κεντρικό ερμηνευτικό ρόλο, αποκρύπτει επιμελώς από την άλλη τις πραγματικές αιτίες των αρνητικών αυτών εξελίξεων.

Συγκεκριμένα, η καθίζηση της κεφαλαιοποίησης των τραπεζών δεν είναι των τελευταίων ετών, έχει προϊστορία αφού το 2007 η χρηματιστηριακή αξία του τραπεζικού κλάδου ήταν 60 δισ. πριν κατρακυλήσει με τα δύο πρώτα Μνημόνια στα 18-19 δισ. Συνεπώς, έχουμε να κάνουμε με μια μακροχρόνια πορεία απαξίωσης, η οποία συναρτάται άμεσα με την πιστωτική φούσκα της περασμένης δεκαετίας (αθρόος δανεισμός χωρίς έλεγχο και εχέγγυα) και την περαιτέρω απαξίωση που προκάλεσαν οι πολιτικές λιτότητας των Μνημονίων χρεοκοπώντας επιχειρήσεις, νοικοκυριά και συσσωρεύοντας «κόκκινα» δάνεια στους ισολογισμούς των τραπεζών.

Κι ενώ τελευταία οι τράπεζες τρέχουν να μειώσουν τα ΜΕΔ (Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια) τους προσαρμοζόμενες στις επιταγές της ΕΚΤ και της ευρωπαϊκής τραπεζικής ενοποίησης, συγχρόνως τρέχει και ο χρόνος με επικρεμάμενη την απειλή μιας νέας παγκόσμιας κρίσης.

Ενώ, λοιπόν, οι τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν, πέρασαν με επιτυχία τα στρες τεστ, αυξάνουν σταδιακά την καταθετική τους βάση και κερδοφορία, προχωρώντας σε εσωτερική αναδιάρθρωση και εξυγίανση των χαρτοφυλακίων τους, ο όγκος των ΜΕΔ από τα οποία πρέπει να απαλλαγούν είναι τόσο μεγάλος και ο χρόνος που διαθέτουν τόσο μικρός ώστε την πρώτη ένδειξη αδυναμίας να την εκμεταλλεύονται οι κερδοσκόποι φοβίζοντας τους επενδυτές και προκαλώντας κύμα πωλήσεων.

Στις συνθήκες αυτές η κυβέρνηση ορθά επιχειρεί να εγγυηθεί (με «όχημα ειδικού σκοπού») και να επισπεύσει τις πωλήσεις πακέτων ΜΕΔ από τις τράπεζες. Το πόσο νωρίτερα μπορούσε να το έχει πράξει είναι ζητούμενο. Ας μην ξεχνάμε πως μέχρι πρότινος είχε επικεντρωθεί στο να βγάλει τη χώρα από τα Μνημόνια, ενώ η εξέλιξη της νέας διεθνούς κρίσης δεν ήταν προβλέψιμη.

Να θυμίσουμε, επιπλέον, πως το πρόβλημα των τραπεζών δεν είναι ελληνικό αλλά διεθνές. Για τον απλό λόγο ότι η τελευταία διεθνής οικονομική ανάκαμψη και έξοδος από την κρίση του 2007-2008 συντελέστηκε με μια τεράστια πιστωτική επέκταση που διόγκωσε το παγκόσμιο χρέος κατά 40% μέσα σε 10 χρόνια (σήμερα φτάνει τα 247 τρισ. δολ. ή 318% του ΑΕΠ). Οχι τυχαία, λοιπόν, ο δείκτης μετοχών των 600 μεγαλύτερων ευρωπαϊκών τραπεζών (SX7P) σημειώνει πτώση κατά 22% από τα υψηλά του Γενάρη 2018.

Οσον αφορά την επιχειρηματολογία που αποδίδει στην αναξιοπιστία της κυβέρνησης την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων, αυτή διαψεύδουν τα συγκριτικά δεδομένα που δείχνουν ότι τόσο σε απόλυτη διαφορά εκατοστιαίων μονάδων βάσης όσο και σε ποσοστιαία μεταβολή από τα μέσα Ιουλίου ώς σήμερα είχαμε μια γενικευμένη αύξηση των αποδόσεων ομολόγων στη Δύση, με αυτήν της Ελλάδας να είναι η μικρότερη όλων (βλ. Διάγραμμα).

Από τις αρχές του έτους η απόδοση του ελληνικού ομολόγου κυμαίνεται μεταξύ 3,7% και 4,6%, ενώ τα spreads ακολουθούν γενικά πτωτική τροχιά. Η δε Πορτογαλία το πρώτο τρίμηνο αφότου βγήκε από πρόγραμμα δεν είχε κάποια ουσιαστική μείωση αποδόσεων.

Συνοψίζοντας, αν υπάρχει ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης, αυτό είναι απέναντι στις ελληνικές τράπεζες. Τη δε ευθύνη γι’ αυτό έχουν όσοι τα προηγούμενα 15-20 έτη συνέβαλαν στην υπερχρέωσή τους. Αυτοί που σήμερα προσπαθούν, έστω καθυστερημένα, να το αντιμετωπίσουν, οφείλουν να αναμετρηθούν με κάτι πολύ χειρότερο, μια νέα εκκολαπτόμενη διεθνή οικονομική κρίση.

efsyn.gr