«Απέναντι στον διογκούμενο νεοναζισμό»

«Απέναντι στον διογκούμενο νεοναζισμό»

  • |

H αντικαπιταλιστική πολιτική ευρωπαϊκών αριστερών δυνάμεων, δεν μπορεί να βρίσκει κοινό τόπο με την εθνικιστική αντιπαλότητα στην ευρωπαϊκή καπιταλιστική διεθνοποίηση που χαρακτηρίζει το νεοφασιστικό ρεύμα, δρομολογώντας εξαιρετικά επικίνδυνες διαδρομές.

Οι πο­λι­τι­κές και κοι­νω­νι­κές πα­ρά­με­τροι του νε­ο­φα­σι­σμού

Ανέστης Ταρπάγκος

 

Σ’ ολό­κλη­ρη την ευ­ρω­παϊ­κή ήπει­ρο, αλλά όχι μόνον (ΗΠΑ, Βρα­ζι­λία κλπ.), ανα­δει­κνύ­ε­ται, στα­θε­ρο­ποιεί­ται και επη­ρε­ά­ζει πο­λύ­μορ­φα τις εξε­λί­ξεις το ακρο­δε­ξιό νε­ο­να­ζι­στι­κό ρεύμα, μέσα σε συν­θή­κες πλή­ρους κοι­νο­βου­λευ­τι­κής δη­μο­κρα­τι­κής εκ­προ­σώ­πη­σης. Από την Ιτα­λία της Λέ­γκας του Βορρά μέχρι τους Σου­η­δούς Δη­μο­κρά­τες και από τη Γαλ­λία του Εθνι­κού Με­τώ­που μέχρι το Κόμμα της Ελευ­θε­ρί­ας της Αυ­στρί­ας, δεν απο­μέ­νει χώρα της δύσης και της ανα­το­λής της Ευ­ρώ­πης που να είναι ου­σια­στι­κά απαλ­λαγ­μέ­νη από την πα­ρου­σία νε­ο­φα­σι­στι­κών σχη­μα­τι­σμών, με­γα­λύ­τε­ρης ή μι­κρό­τε­ρης εμ­βέ­λειας. Το φαι­νό­με­νο αυτό έχει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά δη­μο­κρα­τι­κής κοι­νο­βου­λευ­τι­κής εξέ­λι­ξης και όχι εκτρο­πής από τις αρχές της αστι­κής κοι­νο­βου­λευ­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας (Πορ­το­γα­λία, Ισπα­νία, Ελ­λά­δα προη­γού­με­να κλπ.). Ο νε­ο­φα­σι­σμός δεν προ­κύ­πτει από την κα­τάρ­γη­ση των πο­λι­τι­κών ελευ­θε­ριών και των αστι­κών κοι­νο­βου­λευ­τι­κών δια­δι­κα­σιών, αλλά ανα­πτύσ­σε­ται μέσα σ’ αυτά τα πλαί­σια.

Κε­ντρι­κός πυ­ρή­νας του σύγ­χρο­νου νε­ο­φα­σι­στι­κού ευ­ρω­παϊ­κού κι­νή­μα­τος είναι η ώθηση των πο­λι­τι­κών του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού στα έσχα­τα όριά τους, στο βαθμό που τα μέχρι σή­με­ρα μέτρα των νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρων πο­λι­τι­κών δεν έχουν κα­τορ­θώ­σει να επι­φέ­ρουν μιαν ανά­τα­ξη της κα­πι­τα­λι­στι­κής ανά­πτυ­ξης, ή δεν έχουν αντι­με­τω­πί­σει με επάρ­κεια και απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα μια εναλ­λα­κτι­κή διέ­ξο­δο που θέτει τέρμα στις νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρες πο­λι­τι­κές. Ανα­δει­κνύ­ε­ται έτσι ένα πο­λι­τι­κό «κενό» εκ­προ­σώ­πη­σης σε όλο το φάσμα των πο­λι­τι­κών δυ­νά­με­ων που έρ­χο­νται να κα­λύ­ψουν τα νε­ο­να­ζι­στι­κά ρεύ­μα­τα των ευ­ρω­παϊ­κών χωρών. Πα­ράλ­λη­λα ο ση­με­ρι­νός νε­ο­φα­σι­σμός βα­σί­ζε­ται σε έναν ακραίο εθνι­κι­σμό που οδη­γεί σε εθνι­κές πε­ρι­χα­ρα­κώ­σεις : Δια­πι­στώ­νο­ντας ότι οι πο­λι­τι­κές της ευ­ρω­παϊ­κής κα­πι­τα­λι­στι­κής ολο­κλή­ρω­σης ου­σια­στι­κά κα­τα­λή­γουν σε μέτρα εξα­θλί­ω­σης όλο και ευ­ρύ­τε­ρων στρω­μά­των των ευ­ρω­παϊ­κών οι­κο­νο­μιών, επι­διώ­κει την επι­στρο­φή σε ισχυ­ρά «έθνη – κράτη», που σε ση­μα­ντι­κό βαθμό αφί­στα­νται από την ευ­ρω­παϊ­κή ολο­κλή­ρω­ση. Τέλος, συν­δέ­ε­ται στενά με μια αντι­με­τα­να­στευ­τι­κή στάση, που επι­χει­ρεί να δια­φυ­λά­ξει την κα­θα­ρό­τη­τα των επι­μέ­ρους εθνι­κών φυλών, σε μια εποχή όπου η πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση της οι­κο­νο­μί­ας, η διε­θνο­ποί­η­ση του κα­πι­τα­λι­σμού έχει ανα­ζω­πυ­ρώ­σει τις με­τα­να­στευ­τι­κές ροές από τις χώρες χα­μη­λής κα­πι­τα­λι­στι­κής ανά­πτυ­ξης και κυ­ριαρ­χί­ας προ­κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων πα­ρα­γω­γής προς τις οι­κο­νο­μί­ες του ανα­πτυγ­μέ­νου κα­πι­τα­λι­σμού.

Αυτό είναι το τρί­πτυ­χο που χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον σύγ­χρο­νο νε­ο­να­ζι­σμό : Ώθηση του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού πέρα από κάθε όριο, εθνι­κι­στι­κή με­τα­στρο­φή στις δομές του «έθνους κρά­τους», φυ­λε­τι­κή κα­θα­ρό­τη­τα των επι­μέ­ρους ευ­ρω­παϊ­κών πλη­θυ­σμών. Αυτή η πο­λι­τι­κή που βα­σί­ζε­ται σ’ αυτό το τρί­πτυ­χο δεν έχει ως κοι­νω­νι­κή βάση απο­κλει­στι­κά και κυ­ρί­αρ­χα τις μι­κρο­α­στι­κές τά­ξεις, όπως συ­νέ­βη στην πε­ρί­ο­δο του με­σο­πο­λέ­μου του 20ου αιώνα, αλλά δια­πλώ­νε­ται σε ευ­ρύ­τε­ρα στρώ­μα­τα της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας και της ερ­γα­τι­κής τάξης, τα οποία έχο­ντας βιώ­σει την αντι­λαϊ­κό­τη­τα των κυ­ρί­αρ­χων αστι­κών πο­λι­τι­κών, και έχο­ντας αντι­με­τω­πί­σει την ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα των πο­λι­τι­κών της Αρι­στε­ράς, βρί­σκουν εκλο­γι­κή διέ­ξο­δο στην άκρα συ­ντη­ρη­τι­κή, εθνι­κι­στι­κή και ξε­νο­φο­βι­κή επαγ­γε­λία. Δρο­μο­λο­γεί­ται έτσι μια πα­ράλ­λη­λη πο­ρεία ανά­με­σα σ’ αυ­τούς τους  ακρο­δε­ξιούς σχη­μα­τι­σμούς και στα πα­ρα­δο­σια­κά κόμ­μα­τα της συ­ντη­ρη­τι­κής πα­ρά­τα­ξης : Από τη μια πλευ­ρά συ­μπλέ­ουν στην όξυν­ση των μέ­τρων της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης πο­λι­τι­κής (συ­νε­χείς μειώ­σεις μι­σθών, ενί­σχυ­ση των μη­χα­νι­σμών κα­τα­στο­λής, απο­ψί­λω­ση του κοι­νω­νι­κού κρά­τους, πλή­ρης στή­ρι­ξη των επι­χει­ρή­σε­ων κ.ά.) και από την άλλη πλευ­ρά αντι­πα­ρα­τί­θε­νται προς το πλαί­σιο της ευ­ρω­παϊ­κής κα­πι­τα­λι­στι­κής ολο­κλή­ρω­σης, του οποί­ου επι­ζη­τούν την απο­διάρ­θρω­ση και κα­τάρ­γη­ση.

 

Αδιέ­ξο­δο συ­ντη­ρη­τι­κών και ανε­πάρ­κεια αρι­στε­ρών πο­λι­τι­κών

 

Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα αστι­κά κα­θε­στώ­τα σε Ευ­ρώ­πη και Αμε­ρι­κή μπή­καν στην τρο­χιά υλο­ποί­η­σης των νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρων πο­λι­τι­κών ήδη από την δε­κα­ε­τία του 1980, με αφε­τη­ρία τον ρη­γκα­νι­σμό – θα­τσε­ρι­σμό, ως απά­ντη­ση στην προϊ­ού­σα κρίση υπερ­συσ­σώ­ρευ­σης και την πτώση της κερ­δο­φο­ρί­ας του κε­φα­λαί­ου (μα­ζι­κές εκ­κα­θα­ρί­σεις επι­χει­ρή­σε­ων, απο­γύ­μνω­ση της ερ­γα­τι­κής τάξης από δι­καιώ­μα­τα και πα­ρο­χές του κρά­τους πρό­νοιας, κε­φα­λαιο­κρα­τι­κές ανα­διαρ­θρώ­σεις της πα­ρα­γω­γής κλπ.). Ωστό­σο αυτή η με­τα­στρο­φή δεν χα­ρα­κτή­ρι­σε μόνον τις συ­ντη­ρη­τι­κές αστι­κές κυ­βερ­νή­σεις, αλλά στα­δια­κά αγκά­λια­σε και το σύ­νο­λο σχε­δόν των σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κών κυ­βερ­νή­σε­ων : Ου­σια­στι­κά η σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία με­τα­τρά­πη­κε στην αιχμή του δό­ρα­τος της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης πο­λι­τι­κής. Από την μο­νε­τα­ρι­στι­κή με­τα­στρο­φή του ΠΑΣΟΚ στα μέσα της δε­κα­ε­τί­ας του 1980 μέχρι τον μπλε­ρι­σμό που άλωσε το κόμμα των βρε­τα­νών ερ­γα­τι­κών και από τις κυ­βερ­νή­σεις του γερ­μα­νι­κού SPD του Σρέ­ντερ μέχρι εκεί­νην των γάλ­λων σο­σια­λι­στών του Φ. Ολ­λάντ. Τε­λευ­ταίο εμ­βλη­μα­τι­κό πα­ρά­δειγ­μα αυτής της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κής με­τα­στρο­φής προς το νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό αυτός ο ίδιος ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ στην τε­λευ­ταία τε­τρα­ε­τία.

Εντού­τοις, παρά την αντι­λαϊ­κό­τη­τα και τον άκρως πε­ριο­ρι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα αυτών των μέ­τρων που κυ­ριάρ­χη­σαν σε ολό­κλη­ρο τον κα­πι­τα­λι­στι­κό κόσμο, αυτό που πέ­τυ­χαν ήταν ισχυ­ρές ανα­δια­νο­μές ει­σο­δή­μα­τος από την μι­σθω­τή ερ­γα­σία προς τις επι­χει­ρη­μα­τι­κές δυ­νά­μεις του κε­φα­λαί­ου, χωρίς να μπο­ρούν να προ­ά­γουν στα­θε­ρά την οι­κο­νο­μι­κή ανά­καμ­ψη, με απο­τέ­λε­σμα να επι­τεί­νουν τα φαι­νό­με­να της λι­τό­τη­τας, της εξα­θλί­ω­σης ση­μα­ντι­κών τμη­μά­των της ερ­γα­τι­κής τάξης, της απο­ψί­λω­σης των κοι­νω­νι­κών υπη­ρε­σιών. Η απο­νο­μι­μο­ποί­η­ση αυτών των αστι­κών πο­λι­τι­κών, συ­ντη­ρη­τι­κών και σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κών, δη­μιουρ­γού­σε στα­δια­κά ένα «κενό» πο­λι­τι­κής εκ­προ­σώ­πη­σης, που είτε θα κα­λύ­πτο­νταν από τις δυ­νά­μεις της Αρι­στε­ράς σε εναλ­λα­κτι­κές ρι­ζο­σπα­στι­κές διε­ξό­δους, είτε θα ανα­ζη­τού­σε εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κές διε­ξό­δους, που από ό,τι ιστο­ρι­κά απο­δει­κνύ­ε­ται έδω­σαν γέν­νη­ση στο ευ­ρύ­τα­το και διευ­ρυ­νό­με­νο ρεύμα της ακρο­δε­ξιάς και του νε­ο­φα­σι­σμού. Άλ­λω­στε, επει­δή ο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός με­τα­τρά­πη­κε σε θε­με­λια­κό πυ­ρή­να των κοι­νω­νών ευ­ρω­παϊ­κών πο­λι­τι­κών, αγκα­λιά­ζο­ντας όλες τις πλευ­ρές της πο­λι­τι­κής, οι­κο­νο­μι­κής και κοι­νω­νι­κής ζωής, επό­με­νο ήταν τα κύ­μα­τα των απο­γοη­τευ­μέ­νων και απε­γνω­σμέ­νων στρω­μά­των να υιο­θε­τή­σουν εθνι­κι­στι­κούς και ξε­νο­φο­βι­κούς προ­σα­να­το­λι­σμούς, που στρέ­φο­νταν προ­φα­νώς ευ­θέ­ως απέ­να­ντι στους θε­σμούς και μη­χα­νι­σμούς της ευ­ρω­παϊ­κής ολο­κλή­ρω­σης.

Από την άλλη πλευ­ρά συ­νέρ­γη­σε η ανε­πάρ­κεια της ευ­ρω­παϊ­κής Αρι­στε­ράς να αντι­πα­λέ­ψει απο­τε­λε­σμα­τι­κά τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη επέ­λα­ση, να εκ­φρά­σει και να συν­δε­θεί με τα πλητ­τό­με­να κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα, και να ση­μα­το­δο­τή­σει σο­σια­λι­στι­κά την εναλ­λα­κτι­κή λύση. Στην Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη, η κα­τάρ­ρευ­ση του «υπαρ­κτού σο­σια­λι­σμού» (που είχε προ πολ­λού εξε­λι­χθεί σε δε­σπο­τι­κό κρα­τι­κό κα­πι­τα­λι­σμό), η νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη επέ­λα­ση των τε­λευ­ταί­ων δε­κα­ε­τιών δεν συ­νά­ντη­σε αντι­στά­σεις και προ­σκόμ­μα­τα από μια Αρι­στε­ρά που είχε πλέον δια­λυ­θεί και απο­δε­κα­τι­στεί. Η κυ­ριαρ­χία συ­ντη­ρη­τι­κών και ακρο­δε­ξιών κυ­βερ­νή­σε­ων είναι στην ημε­ρή­σια διά­τα­ξη (από την Πο­λω­νία μέχρι την Ουγ­γα­ρία κλπ.), και το κοι­νω­νι­κό έδα­φος είναι πρό­σφο­ρο για το νε­ο­φα­σι­στι­κό ρεύμα. Στη Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη, τα ιστο­ρι­κά με­γά­λα κομ­μου­νι­στι­κά κόμ­μα­τα (Ιτα­λί­ας, Γαλ­λί­ας, Ισπα­νί­ας κυ­ρί­ως αλλά και Πορ­το­γα­λί­ας και Ελ­λά­δας) αντί να μπουν σε τρο­χιά δυ­να­μι­κής αντι­με­τώ­πι­σης της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης επί­θε­σης και συ­σπεί­ρω­σης των κοι­νω­νι­κών θυ­μά­των της κα­πι­τα­λι­στι­κής κρί­σης, ακο­λού­θη­σαν πο­ρεί­ες απο­διάρ­θρω­σης μέ­χρις εξα­φα­νι­σμού, είτε γιατί ακο­λου­θού­σαν τον υπό κα­τάρ­ρευ­ση σο­βιε­τι­κό μαρ­ξι­σμό, είτε γιατί εν­σω­μα­τώ­νο­νταν πλή­ρως στην αστι­κή πο­λι­τι­κή. Κατά συ­νέ­πεια και σ’ αυτή την πε­ρί­πτω­ση των αρι­στε­ρών ερ­γα­τι­κών ακρο­α­τη­ρί­ων ανα­δεί­χθη­κε ένα αντί­στοι­χο «κενό» πο­λι­τι­κής και κοι­νω­νι­κής εκ­προ­σώ­πη­σης, που ανα­ζή­τη­σε διέ­ξο­δο προς τα ακρο­δε­ξιά του πο­λι­τι­κού φά­σμα­τος. Οι νέες μορ­φές του αρι­στε­ρού κι­νή­μα­τος που ήρθαν στο προ­σκή­νιο (π.χ. Unidos Podemos και France Insoumise), δια­τη­ρούν αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κές δυ­να­τό­τη­τες, οι οποί­ες όμως δεν έχουν μπο­ρέ­σει να ξε­δι­πλω­θούν στα μέ­τω­πα της αντι­νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης δια­πά­λης.

 

Οι τρεις απα­ντή­σεις στην άνοδο της ακρο­δε­ξιάς

 

Δια­πι­στώ­νε­ται ότι η ατε­λεύ­τη­τη άσκη­ση της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης πο­λι­τι­κής των αστι­κών δυ­νά­με­ων (συ­ντη­ρη­τι­κών και σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κών), αδυ­να­τώ­ντας να επι­τύ­χει ρυθ­μούς ανά­καμ­ψης, και βα­σι­ζό­με­νη σχε­δόν απο­κλει­στι­κά στην άνευ προη­γου­μέ­νου υπο­τί­μη­ση της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, δη­μιουρ­γεί και ανα­πα­ρά­γει μορ­φές «από­κλη­ρων» στρω­μά­των, τα οποία είναι πλέον ευά­λω­τα στην επιρ­ροή της νε­ο­να­ζι­στι­κής πο­λι­τι­κής. Και από την άλλη πλευ­ρά οι πε­ριο­ρι­σμέ­νες δυ­νά­μεις του αρι­στε­ρού κι­νή­μα­τος στην ευ­ρω­παϊ­κή ήπει­ρο, δεν είναι σε θέση να ανα­δεί­ξουν εναλ­λα­κτι­κές ρι­ζο­σπα­στι­κές (=σο­σια­λι­στι­κές) λύ­σεις υπέρ­βα­σης της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης κοι­νω­νι­κής κα­τα­στρο­φής. Οι προ­σεγ­γί­σεις για την απά­ντη­ση στο νε­ο­φα­σι­στι­κό ρεύμα προ­σλαμ­βά­νουν τρεις μορ­φές :

Στη μία πε­ρί­πτω­ση, οι ίδιες οι δυ­νά­μεις της κλα­σι­κής συ­ντη­ρη­τι­κής πα­ρά­τα­ξης, επι­χει­ρούν να αφο­μοιώ­σουν αυτό το ρεύμα, και έτσι σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις απο­κτούν οι ίδιες ακραία νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά : Από αυτή την άποψη η πε­ρί­πτω­ση της κυ­βερ­νη­τι­κής συμ­μα­χί­ας στην Αυ­στρία είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή, όπως και η πε­ρί­πτω­ση των βρε­τα­νών συ­ντη­ρη­τι­κών ή της ΝΔ στην ελ­λη­νι­κή πε­ρί­πτω­ση κλπ. Εκεί­νο που προ­κύ­πτει όχι μόνον δεν ση­μα­το­δο­τεί μια ανά­σχε­ση του νε­ο­φα­σι­στι­κού ρεύ­μα­τος, αλλά απε­να­ντί­ας αυ­ξά­νει την ισχύ του, κα­θι­στώ­ντας το συμ­μέ­το­χο στην άσκη­ση της κυ­βερ­νη­τι­κής πο­λι­τι­κής (αντι­με­τα­να­στευ­τι­κές πο­λι­τι­κές, απο­δό­μη­ση του κοι­νω­νι­κού κρά­τους, εθνι­κι­στι­κοί πα­ρο­ξυ­σμοί).

Σε μια δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση επι­χει­ρεί­ται η δια­μόρ­φω­ση ενός «δη­μο­κρα­τι­κού» συ­νταγ­μα­τι­κού τόξου δυ­νά­με­ων (όπως προ­σπα­θεί ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ στην Ελ­λά­δα και στα πλαί­σια της ευ­ρω­παϊ­κής ενο­ποί­η­σης), που να μπο­ρεί να ορ­θώ­σει φραγ­μό στην ανα­βί­ω­ση της νε­ο­φα­σι­στι­κής απει­λής. Εντού­τοις αυτό δύ­σκο­λα μπο­ρεί να επι­τευ­χθεί στο μέτρο που οι δύο αυτές πο­λι­τι­κές εδρά­ζο­νται στο ίδιο κοι­νω­νι­κό πεδίο, είναι αυτές που προ­ά­γουν τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη πο­λι­τι­κή με συ­νέ­πεια. Οι δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις αφο­ρούν ου­σια­στι­κά μόνον στο ζή­τη­μα της ευ­ρω­παϊ­κής πο­λι­τι­κής και νο­μι­σμα­τι­κής ενο­ποί­η­σης, μιαν ορι­σμέ­νη αντι­πα­ρά­θε­ση ανά­με­σα στον κοι­νο­βου­λευ­τι­κό κο­σμο­πο­λι­τι­σμό από τη μια, και στην κα­πι­τα­λι­στι­κή ευ­ρω­παϊ­κή διε­θνο­ποί­η­ση από την άλλη.

Τέλος οι δυ­νά­μεις του αρι­στε­ρού κι­νή­μα­τος, σε μια τρίτη πε­ρί­πτω­ση, έχουν ανα­γά­γει τον «αντι­φα­σι­σμό» σε κυ­ρί­αρ­χη πα­ρά­με­τρο της πο­λι­τι­κής τους, πράγ­μα όμως που δεν φαί­νε­ται να εμ­φα­νί­ζει μια κα­τάλ­λη­λη απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα. Κι’ αυτό γιατί ένα «αντι­φα­σι­στι­κό» κί­νη­μα δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει μο­νο­διά­στα­τα, εφό­σον σαν τέ­τοιο στε­ρεί­ται ου­σια­στι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου. Η απά­ντη­ση της Αρι­στε­ράς στην ακρό­τα­τη εκ­δο­χή του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού (=άκρα δεξιά, νε­ο­να­ζι­σμός), έτσι δεν μπο­ρεί να είναι παρά μια στρα­τη­γι­κή, με τα­κτι­κές απο­λή­ξεις, πο­λι­τι­κή που να φέρ­νει στην επι­και­ρό­τη­τα αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κές κα­τευ­θύν­σεις με ανα­πό­τρε­πτο σο­σια­λι­στι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό, και με συ­νο­λι­κό κοι­νω­νι­κό μέ­τω­πο απέ­να­ντι στις αστι­κές δυ­νά­μεις.

Όσο ανυ­πό­στα­τη υπήρ­ξε η ιστο­ρι­κή κομ­μου­νι­στι­κή πο­λι­τι­κή του με­σο­πο­λέ­μου απέ­να­ντι στο φα­σι­σμό σε μια πρώτη εκ­δο­χή της (η οποί­ας ωστό­σο δια­φο­ρο­ποι­ή­θη­κε στη συ­νέ­χεια) «σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία = σο­σιαλ­φα­σι­σμός = ο κύ­ριος εχθρός», άλλο τόσο δεν έχει νόημα μια τέ­τοια αρι­στε­ρή – σο­σια­λι­στι­κή συμ­μα­χία στην σύγ­χρο­νη Ευ­ρώ­πη, επει­δή η ίδια η σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία έχει ανα­δει­χθεί στην αιχμή του δό­ρα­τος της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης πο­λι­τι­κής. Βέ­βαια αυτό δεν απο­κλεί­ει επι­μέ­ρους μορ­φές συμ­μα­χιών της Αρι­στε­ράς με δια­φο­ρο­ποιού­με­να σο­σια­λι­στι­κά κόμ­μα­τα με ορι­σμέ­νους όρους (π.χ. βρε­τα­νοί ερ­γα­τι­κοί, ισπα­νι­κό PSOE κλπ.), και σί­γου­ρα πάντα στο έδα­φος μιας ρητής και κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κής αντι­νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης πο­λι­τι­κής, πράγ­μα που είναι εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κό.

Από την άλλη τέλος πλευ­ρά, η αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή πο­λι­τι­κή ευ­ρω­παϊ­κών αρι­στε­ρών δυ­νά­με­ων, δεν μπο­ρεί να βρί­σκει κοινό τόπο με την εθνι­κι­στι­κή αντι­πα­λό­τη­τα στην ευ­ρω­παϊ­κή κα­πι­τα­λι­στι­κή διε­θνο­ποί­η­ση που χα­ρα­κτη­ρί­ζει το νε­ο­φα­σι­στι­κό ρεύμα, δρο­μο­λο­γώ­ντας εξαι­ρε­τι­κά επι­κίν­δυ­νες δια­δρο­μές. Η κομ­μου­νι­στι­κή αντι­πα­λό­τη­τα προς την ευ­ρω­παϊ­κή και ιμπε­ρια­λι­στι­κή ολο­κλή­ρω­ση δεν μπο­ρεί να γί­νε­ται παρά με όρους πρω­ταρ­χι­κής αντι­πα­ρά­θε­σης στην αστι­κή εξου­σία στο επί­πε­δο των επι­μέ­ρους χωρών, με στρα­τη­γι­κή επι­δί­ω­ξη, στη βάση του ερ­γα­τι­κού λαϊ­κού διε­θνι­σμού, τη με­τω­πι­κή σύ­γκλι­ση των ευ­ρω­παϊ­κών ερ­γα­τι­κών κι­νη­μά­των, την κοι­νω­νι­κο­ποί­η­ση και χει­ρα­φέ­τη­ση στην ευ­ρω­παϊ­κή ήπει­ρο, πέρα από τις υφι­στά­με­νες οι­κο­νο­μι­κές, πο­λι­τι­κές  και νο­μι­σμα­τι­κές ολο­κλη­ρώ­σεις.

rproject.gr