Οι γυμνοί της Πατησίων και οι νεκροί του Πολυτεχνείου

Οι γυμνοί της Πατησίων και οι νεκροί του Πολυτεχνείου

  • |

Στη μνήμη του Διομήδη Κομνηνού που τα ματωμένα ρούχα του μας έδειξαν τον δρόμο του αγώνα.

Στην αί­θου­σα εκ­δη­λώ­σε­ων του επαρ­χια­κού, δη­μο­τι­κού σχο­λεί­ου στο οποίο έκανα τη θη­τεία και εξέ­τι­σα την… ποινή του «ελ­λη­νό­παι­δος» μα­θη­τή, κατά την διάρ­κεια της «κακής» δε­κα­ε­τί­ας του ΄80, τα φώτα έσβη­ναν και η μη­χα­νή προ­βο­λής των σλάιντς έπαιρ­νε μπρο­στά, φω­τί­ζο­ντας το κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό πανί. Η πρώτη ει­κό­να ήταν πάντα η ίδια, όσα χρό­νια θυ­μά­μαι να έρ­χε­ται η 17η του Νο­έμ­βρη – ένα ζι­βά­γκο με κόκ­κι­νο ση­μά­δι στο μέρος της καρ­διάς, μια μπλού­ζα πλημ­μυ­ρι­σμέ­νη στο αίμα,ένα πα­ντε­λό­νι, σκο­νι­σμέ­νο από τον δρόμο και την ιστο­ρία. Τα ρούχα ενός γυ­μνού μα­θη­τή, σε μια κρύα αί­θου­σα, ενός κρύου νο­σο­κο­μεί­ου, στο Ρυθ­μι­στι­κό της Με­σο­γεί­ων,μιας κρύας χώρας και μιας ακόμη πιο κρύας, άθλιας και αν­θρω­πο­φά­γου, φα­σι­στι­κής στρα­το­κρα­τί­ας, που ήθελε να θάψει τους νε­κρούς, γυ­μνούς και την αλή­θεια, ζω­ντα­νή.

Γιάννης Νικολόπουλος

Ήταν και είναι τα ρούχα του 17χρο­νου μα­θη­τή, Διο­μή­δη Κο­μνη­νού.

Έπει­τα, ερ­χό­ταν η φω­το­γρα­φία του, ένα ασπρό­μαυ­ρο πρό­σω­πο, με πλα­τιά, με­ταλ­λι­κά γυα­λιά ορά­σε­ως και ένα συ­γκρα­τη­μέ­νο, αι­νιγ­μα­τι­κό χα­μό­γε­λο, απροσ­διό­ρι­στης αι­τί­ας και λε­λο­γι­σμέ­νης ει­ρω­νεί­ας. Έτσι του­λά­χι­στον το ερ­μη­νεύω σή­με­ρα και από μνή­μης. Το ίδιο το όνομα ήταν ικανή αιτία για προ­βλη­μα­τι­σμό και τροφή για σκέψη σε κα­τά­στα­ση εκ­κρε­μούς, ανά­με­σα στο διά­βα­σμα και το άκου­σμα- και ομη­ρι­κός βα­σι­λιάς στα λι­βά­δια του Άρ­γους και τα άλογα του Ρήσου και βα­σα­νι­σμέ­νος αυ­το­κρά­το­ρας στη θά­λασ­σα της Προ­πο­ντί­δας.

Ένα κο­κτέιλ που γεννά ήρωες για τις ιδέες και την ιστο­ρία, την κα­θη­με­ρι­νή μάχη και τον αγώνα.

Μια ανώ­νυ­μη σφαί­ρα ενός ανώ­νυ­μου ελεύ­θε­ρου σκο­πευ­τή ενός ανώ­νυ­μου του­φε­κιού στην επώ­νυ­μη τα­ρά­τσα του τότε υπουρ­γεί­ου Δη­μό­σιας Τά­ξε­ως, στην υπη­ρε­σία μιας επώ­νυ­μης χού­ντας, τον δο­λο­φό­νη­σε στο πε­ζο­δρό­μιο της εξέ­γερ­σης και την άσφαλ­το του Αχέ­ρο­ντα.

Έπει­τα, αυτός ο ανώ­νυ­μος εκτε­λε­στής της ανώ­νυ­μης σφαί­ρας στην επώ­νυ­μη τα­ρά­τσα πήγε στο ανώ­νυ­μο σπι­τά­κι του, και την ανώ­νυ­μη και μί­ζε­ρη ζω­ού­λα του και άραγε τι είπε, τι δι­η­γή­θη­κε και εν­δε­χο­μέ­νως πώς καυ­χή­θη­κε στη γυ­ναι­κού­λα και τα παι­δά­κια του για τη δόλια πράξη του;

Τον πέ­τυ­χα κα­τά­στη­θα, εκεί που όντως τον βρήκε η δο­λο­φο­νι­κή σφαί­ρα; Το πέ­τυ­χα, το τσο­γλά­νι, στο δόξα πατρί; Όπως το ΄χε πει ο Ντερ­τι­λής στον οδηγό του, δο­λο­φο­νώ­ντας τον Μι­χά­λη Μυ­ρο­γιάν­νη, δυο μέρες μετά, με το αίμα να κυ­λά­ει στο πε­ζο­δρό­μιο, τους μπά­τσους να πα­λεύ­ουν με μά­νι­κες και νερό να σβή­σουν τα ίχνη της μα­το­βαμ­μέ­νης ει­σβο­λής και την μερ­σε­ντές του Κο­νο­φά­γου,αλοι­φή, κάτω από την κα­γκε­λό­πορ­τα της Πα­τη­σί­ων; Τον σκό­τω­σα για τη δου­λί­τσα μου και την εθνο­σω­τή­ριο;

Τον έφαγα λά­χα­νο επει­δή ήμουν αστυ­φύ­λαξ της αστυ­νο­μί­ας πό­λε­ων, πι­στός κο­λί­γας του κρά­τους και της Ελ­λά­δος, Ελ­λή­νων Χρι­στια­νών, υπο­ψη­φί­ων βα­σα­νι­στών και ΕΣΑ­τζή­δων, γιος γρι­βι­κού χίτη και εγ­γο­νός με­τα­ξι­κού φα­σί­στα, χι­τλε­ρό­φρων και εθνι­κό­φρων, έχων διό­λου σώας τας φρέ­νας και κα­τα­λε­ρω­μέ­νη τη φω­λί­τσα μου, αν και έψα­χνα λε­κέ­δες στη φωλιά των αλ­λο­νών, από τον Χορ­τιά­τη και τη Μα­κρό­νη­σο έως τον Πέ­τρου­λα και τον Λα­μπρά­κη, ένας Μι­χά­λης Πέ­τρου από τους πολ­λούς που πυ­ρο­βό­λη­σαν, έδει­ραν, βα­σά­νι­σαν, βί­α­σαν, κυ­νή­γη­σαν, κα­κο­ποί­η­σαν και έσπα­σαν πόδια και χέρια, και άνοι­ξαν κε­φά­λια και έφτυ­σαν πρό­σω­πα, και τρά­βη­ξαν μαλ­λιά διά την εθνο­σω­τή­ριον και το μι­σθο­συ­ντή­ρη­τον του έν­στο­λου ΤΕ­Α­τζή και ταγ­μα­τα­σφα­λί­τη, του επαγ­γελ­μα­τία ρου­φιά­νου του «θα σας τυ­λί­ξω σε μια κόλλα χαρτί» και της γραμ­μής σι­δη­ρο­δέ­σμιων, πίσω από τα κά­γκε­λα της Γυά­ρου;

Τι να ‘πε αυτός ο «άν­θρω­πος», που δεν το λένε σή­με­ρα ακόμη και ξανά και από το βήμα της βου­λής ή το κά­θι­σμα ενός οδη­γού ταξί, που ενώ του φταί­ει η… Ού­μπερ, σι­γο­τρα­γου­δά το να­ζι­στι­κό Ντόι­τσλαντ ού­μπερ άλες, διά­φο­ροι φα­σί­στες και διά­φο­ροι χου­νταί­οι ή με­τα­ξύ κο­μπο­λο­γιού, φέ­η­σμπουκ και καφέ διά­φο­ροι τε­μπελ­χα­νά­δες της κρα­τι­κο­δί­αι­της εντρε­πρε­νε­ρί­στι­κης επι­χει­ρη­μα­τι­κό­τη­τας που έχου­σιν τον τρό­πον τους από συ­στά­σε­ως μι­κρο­ελ­λα­δι­κού πα­ρα­κρά­τους και από εναλ­λα­γής βα­σι­λεί­ας και χού­ντας, μι­σο­δη­μο­κρα­τί­ας και κρα­τι­κο­αυ­ταρ­χί­ας, κω­λετ­τι­σμού και κα­ρα­μαν­λι­σμού, δη­λι­γιαν­νι­σμού και τσι­πρι­σμού, όλα τα εγκλη­μα­τι­κά φα­σι­στό­μου­τρα που με την βούλα της αρε­ο­πα­γί­τι­κης νο­μι­μό­τη­τας διεκ­δι­κούν ψήφο και βου­λευ­τι­κή έδρα και ελευ­θε­ρία στην… αντί­θε­τη άποψη, δη­λα­δή την άποψη του δο­λο­φό­νου και του εγκλη­μα­τία που σα­ρα­ντα­πέ­ντε χρό­νια μετά δεν ησυ­χά­ζει και φρίτ­τει γιατί οι νε­κροί δεν θά­φτη­καν γυ­μνοί και η αλή­θεια είναι ακόμη ζω­ντα­νή και οι βόμ­βες στο Ιντε­άλ δεν βρή­καν τον στόχο τους και τα στι­λέ­τα για τον Φύσσα δεν έμει­ναν αό­ρα­τα, όπως δεν έμει­ναν θαμ­μέ­νοι ο Κου­μής και η Κα­νελ­λο­πού­λου, ο Καλ­τε­ζάς, ο Τε­μπο­νέ­ρας και ο Γρη­γο­ρό­που­λος.

Τι να ‘πε αυτός ο «άν­θρω­πος», ίσως συ­ντα­ξιού­χος μπά­τσος σή­με­ρα που χου­χου­λιά­ζει στον κα­να­πέ του, στο σπι­τά­κι ή το γη­ρο­κο­μείο, και βλέ­πει μετά μα­νί­ας, λα­κε-δαι­μο­νι­κές εκ­πο­μπές του να­ζι­στι­κού βό­θρου, λα­κέ­δων του Χίμ­λερ και δαι­μό­νων του Γκέ­μπελς, και ξάφ­νου εμ­φα­νί­ζε­ται στην οθόνη θλι­βε­ρή φι­γού­ρα αν­θυ­ποη­γε­τί­σκου της «αρι­στε­ράς» με ροπή στα… λάθη και έφεση στην… άγνοια και – μετά την απο­χώ­ρη­ση από το τα­μείο της δη­μο­σιό­τη­τας και του ίντερ­νετ κα­νέ­να πο­λι­τι­κό και επι­κοι­νω­νια­κό λάθος δεν ανα­γνω­ρί­ζε­ται, να ήξε­ρες να ρώ­τα­γες, να στάθ­μι­ζες και να είχες εν­συ­ναί­σθη­ση του σκο­νι­σμέ­νου δρό­μου και της μα­τω­μέ­νης ιστο­ρί­ας – την κα­θα­ρή βλα­κεία, όπως την έχει πε­ρι­γρά­ψει ο Ευάγ­γε­λος Λε­μπέ­σης,για την πο­λι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή ση­μα­σία του βλα­κός εν τω συγ­χρό­νω βίω,ου μη και τον βίο της «αρι­στε­ράς», τι να είπε και τι να λέει αυτός ο «άν­θρω­πος» σή­με­ρα;

Για τα παι­διά που τα λένε αλή­τες ή όπως το είχε θέσει ο Μάνος Χα­τζι­δά­κις για τη γενιά της ΕΠΟΝ, τα παι­διά της γα­λα­ρί­ας που είχαν απο­πει­ρα­θεί να γκρε­μί­σουν τον παλιό, αστι­κό κόσμο, που ούτως ή άλλως ήταν σά­πιος και απών, και εκεί­νος εκ­δι­κή­θη­κε την απο­κο­τιά τους και την ρώμη της νε­ό­τη­τάς τους και τα άλεσε στα δό­ντια της εμ­φυ­λια­κής μυ­λό­πε­τρας.

Ανα­τρι­χιά­ζει άραγε αυτός ο «άν­θρω­πος» στα ονό­μα­τα του Κα­ρα­μα­νή και του Φά­μελ­λου, του Θε­ο­δω­ρά και του Κο­ντο­μά­ρη, του Μι­κρώ­νη και του Κυ­ρια­κό­που­λου, της Μπε­κιά­ρη και του Μι­χα­ήλ;

Όλων των γνω­στών και κυ­ρί­ως των αγνώ­στων νε­κρών, που η χού­ντα έθαψε γυ­μνούς και οι οι­κο­γέ­νειές τους, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νες και βου­βές, γιατί θα τους τύ­λι­γαν σε μια κόλλα χαρτί και η Γυά­ρος είχε χώρο για πολ­λούς ακόμη κα­τα­να­γκα­στι­κά ευ­ρι­σκό­με­νους «αυ­θορ­μή­τως προ­σα­χθέ­ντες» του «εσω­τε­ρι­κού του­ρι­σμού» με την ευ­γε­νι­κή χο­ρη­γία του Τομ Πάπας και τη στρα­τιω­τι­κή δια­τα­γή του Στέ­λιου του Πατ­τα­κού και του Μίμη του Ιω­αν­νί­δη, ανά­θε­μα τον αξιω­μα­τι­κό του ΕΛΑΣ που του χά­ρι­σε τη ζωή στην Καλ­λι­θέα του Δε­κέμ­βρη, και έγινε ο Μι­μά­κος η… αρ­σα­κειά­δα των βα­σα­νι­στών στη Μα­κρό­νη­σο, με ένα πε­ρί­στρο­φο στο αρι­στε­ρό και ένα στυ­λιά­ρι στο δεξί, και ο σκύ­λος της ΕΣΑ που δά­γκω­σε και μά­τω­σε την Κύπρο,

διά το με­γα­λεί­ον της εθνο­σω­τη­ρί­ου,την ένω­σιν με τη μη­τέ­ρα Μή­δεια-Ελ­λά­δα, και τον πα­τριω­τι­σμό, που ως γνω­στόν είναι το έσχα­το κα­τα­φύ­γιο όλων των απα­τε­ώ­νων και όλων των κα­θαρ­μά­των, και για το… όνομα της Μα­κε­δο­νί­ας τα ίδια φα­σι­στό­μου­τρα διεκ­δι­κούν δάφ­νες πα­τριω­τι­κές και πι­κρο­δάφ­νες μι­λι­τα­ρι­στι­κές, μας έβγα­λαν φόρα παρ­τί­δα και διά­φο­ρους φρα­γκο­δί­φρα­γκους «στρα­τη­γούς» της οκάς, βγή­καν στην επι­φά­νεια και οι χρή­σι­μοι βλά­κες της «αρι­στε­ράς» και των λα­κέ­δων του νε­ο­φα­σι­σμού, όπου εθνι­κι­στι­κός γάμος και πα­τριω­τι­κή χαρά, η «αρι­στε­ρή» Βα­σί­λω πρώτη, και τε­λο­σπά­ντων,κάπου εδώ, ξε­στρά­τι­σε το κεί­με­νο και άλλα ήθελα να γράψω.

Για τους σχο­λάρ­χες των ιδιω­τι­κών σχο­λεί­ων, ήθελα να γράψω,και τους επί χρή­μα­σι μα­θη­τές τους, τις εκ­δη­λώ­σεις για το Πο­λυ­τε­χνείο που δεν έγι­ναν, τις φω­το­γρα­φί­ες και τις ει­κό­νες που δεν προ­βλή­θη­καν, χρό­νια τώρα, όχι χθες, τον Γα­βρό­γλου που περί άλλων τυρ­βά­ζει, καλά αυτός είναι αλλού για αλλού ούτως ή άλλως,

τους κα­θη­γη­τές μου στη… με­γά­λη του γέ­νους σχολή, το 2000, που ρου­θού­νι­ζαν «αγα­να­κτι­σμέ­νοι» επει­δή τους είχε «κου­ρά­σει» το Πο­λυ­τε­χνείο και έπρε­πε να έχει αλ­λά­ξει το πλαί­σιο εορ­τα­σμού και να κα­ταρ­γη­θούν οι κομ­μα­τι­κές νε­ο­λαί­ες, κατά προ­τί­μη­ση και προ­τε­ραιό­τη­τα οι ρι­ζο­σπα­στι­κές και οι αρι­στε­ρές γιατί είναι ενο­χλη­τι­κές, όχι όμως και οι άλλες, με τις εκ­δρο­μές στη Μύ­κο­νο και την Αρά­χω­βα – ξέ­ρεις ποιοι πάνε εκεί.. – ή τις συ­ναλ­λα­γές για τις ψή­φους και την αλ­λη­λο­ϋ­πο­στή­ρι­ξη, δώσε ημίν προ­ε­δρία τμή­μα­τος και πρυ­τα­νεία ιδρύ­μα­τος και δώσω υμάς καλή βαθ­μο­λο­γία,

και είχαν γίνει δι­δα­κτο­ρι­κοί φοι­τη­τές και υφη­γη­τές και τα παι­διά για τις βα­λί­τσες των κα­θη­γη­τών της χωλής απο­χου­ντο­ποί­η­σης μέσα στη χού­ντα και λίγο μετά, και αρ­γό­τε­ρα, πάντα με μια βα­λί­τσα, γε­μά­τη ή άδεια, ενί­ο­τε με την σφρα­γί­δα και το πε­ριε­χό­με­νο γερ­μα­νι­κού τη­λε­πι­κοι­νω­νια­κού κο­λοσ­σού, να πε­ρι­φέ­ρο­νται και να δια­πραγ­μα­τεύ­ο­νται και να συμ­φω­νούν για το κρά­τος και την αγορά και τις εται­ρεί­ες και τα μπι­κι­κί­νια,

και δώ­στου σή­με­ρα να κα­τα­λαμ­βά­νουν κρα­τι­κές θέ­σεις ου μη και κυ­βερ­νη­τι­κές και βου­λευ­τι­κές έδρες και να υπο­γρά­φουν κεί­με­να συ­μπα­ρά­στα­σης σε λα­διά­ρη­δες πα­λαιούς υπουρ­γούς της βλα­χο­μπα­ρόκ ψευ­το­εκ­συγ­χρο­νι­στι­κής ΠΑ­ΣΟ­Κα­ρί­ας και του «κάτσε κάτω κου­λο­χέ­ρη» – για τον Κα­ρά­γιωρ­γα το έλε­γαν, τα κα­θάρ­μα­τα- όχι βέ­βαια ότι οι Νε­ο­ψευ­το­Δη­μο­κρά­τες είναι κα­λύ­τε­ροι,

και να εκ­προ­σω­πούν την εκ­κλη­σία και τις… άγιες μονές σε δίκες ενά­ντια στην πο­λι­τεία, για τα οι­κό­πε­δα και για τα λεφτά, ρε γα­μώ­το!, και να έχουν ιδρύ­σει και ιδιω­τι­κές σχο­λές «τάδε σπου­δών» κάπου στη Ατ­τι­κή, εκεί στα νότια και πα­ρα­θα­λάσ­σια προ­ά­στια να ψά­ξε­τε,

και να πε­ρι­μέ­νουν τον Τσί­πρα και τον Μη­τσο­τά­κη να τους δώ­σουν το πρά­σι­νο φως για την ίδρυ­ση μη κρα­τι­κών, μη κερ­δο­σκο­πι­κών (χα­χα­χα­χα­χα­χα, τι γράφω ο άν­θρω­πος!) πα­νε­πι­στη­μί­ων, – ούτως ή άλλως αυτοί οι ίδιοι οι εν­δια­φε­ρό­με­νοι κα­θη­γη­τά­δες έχουν γρά­ψει το… πλαί­σιο της συ­νταγ­μα­τι­κής ανα­θε­ώ­ρη­σης – μπας και κα­τα­χρε­ώ­σουν τους με­θε­πό­με­νους υπο­ψή­φιους φοι­τη­τές που θα πλη­ρώ­νουν φοι­τη­τι­κά δά­νεια μέχρι τον τάφο τους,

για ένα πτυ­χίο, μια αγορά και τον κάθε μα­λά­κα sugar daddy που έχει πιά­σει τα πόστα και τα δερ­βέ­νια και έχει τον τρόπο και τα μέσα, για να ξε­φτι­λί­σει κο­ρί­τσια και αγό­ρια που θα κυ­νη­γή­σουν, στον ήλιο, μοίρα, ένα­ντι ανταλ­λαγ­μά­των, αλλά ο ήλιος θα έχει σβή­σει και η μοίρα θα είναι μαύρη, αν θα­φτεί ορι­στι­κά, γυμνό, το Πο­λυ­τε­χνείο.

Και τόσα χρό­νια, σωστά σα­ρα­ντα­πέ­ντε, πά­λε­ψαν και πα­λεύ­ουν πολ­λοί για να το θά­ψουν μια και καλή. Η… «άλλη» γενιά του Πο­λυ­τε­χνεί­ου, οι ρο­πα­λο­φό­ροι ΕΚΟ­Φί­τες και οι διο­ρι­σμέ­νοι χου­ντι­κοί στα φοι­τη­τι­κά συμ­βού­λια που έφτα­σαν ορι­σμέ­νοι να γί­νουν υπουρ­γοί και βου­λευ­τές, τα δα­μα­νά­κια και τα αν­δρου­λά­κια που οπορ­τού­νι­σαν και εν­σω­μα­τώ­θη­καν – και δεν ήταν οι μόνοι με την ευ­γε­νι­κή… μα­θη­τεία στις πε­φω­τι­σμέ­νες «ηγε­σί­ες» μιας κά­ποιας «αρι­στε­ράς», δά­σκα­λοι που δί­δα­σκαν τι ακρι­βώς;, οι πο­λι­τεια­κές και πο­λι­τι­κές ηγε­σί­ες που έκο­ψαν και έρ­ρα­ψαν το Πο­λυ­τε­χνείο στα μέτρα τους – με πρώτο με­τα­ξύ ίσων τον…. κιουπ­κιοϊ­άρ­χη της δε­ξιάς ήδη από τον Νο­έμ­βρη του ΄74 και τις τότε εκλο­γές,

οι ιδε­ο­λο­γι­κοί γκου­ρού από το κάτω ράφι και οι δευ­τε­ράν­τζες στυλ Γκόρ­ντον Γκέκο του χρη­μα­τι­στη­ρί­ου της Νέας Υόρ­κης που έδι­ναν κα­κο­γραμ­μέ­να τσι­τά­τα του Βλα­δί­μη­ρου Ου­λιά­νοφ – δεν έφται­γε αυτός, δη­λα­δή ο Λένιν, ο άλλος τόσος ήταν… – στον Αντω­νά­κη τον Σα­μα­ρά, μπας και ξε­στρα­βω­θεί και πει καμιά εξυ­πνά­δα ο μεσ­σή­νιος ακρο­δε­ξιός, βλα­χο­δή­μαρ­χος,που έφτα­σε να γίνει πρω­θυ­πουρ­γός,

οι διά­φο­ροι «αρι­στε­ροί» ερ­γο­λά­βοι τσι­μέ­ντων και κη­δειών, που τη μία φω­το­γρα­φί­ζο­νται επι­κοι­νω­νια­κά με την φα­νέ­λα του Γιάν­νη του Αντε­τον­κού­μπο και την άλλη, ιδρύ­ουν Μό­ριες της λά­σπης και των μο­λυ­σμα­τι­κών ασθε­νειών, γε­νι­κά πε­ρισ­σεύ­ει η υπο­κρι­σία για το… νόημα της ημέ­ρας και όσο πιο ψηλά στην πο­λι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή πυ­ρα­μί­δα ανε­βαί­νεις, τόσο λι­γό­τε­ρο κα­τα­λα­βαί­νεις πια το Πο­λυ­τε­χνείο.

Γιατί η εξέ­γερ­ση είναι σαν τη φωτιά, είναι υπό­θε­ση και όπλο των νε­ο­τέ­ρων, του Διο­μή­δη, του Μι­χά­λη, του Αλέ­ξαν­δρου, των γυ­μνών της Πα­τη­σί­ων και των νε­κρών της Μάρνη, των νε­ο­τέ­ρων και όσων δεν βο­λεύ­τη­καν,με κάθε ση­μα­σία του ρή­μα­τος,και κάθε στίχο του ποι­η­τή «με λι­γό­τε­ρο ου­ρα­νό». Υπό­θε­ση των λίγων δα­σκά­λων, που στο απο­λύ­τως προ­βλη­μα­τι­κό κρα­τι­κό και ιδιω­τι­κό ελ­λη­νι­κό «σχο­λειό» προ­σπά­θη­σαν να με­τα­λα­μπα­δεύ­σουν γνή­σια ιδα­νι­κά ζωής και όχι κάλ­πι­κες συ­ντα­γές κα­ριέ­ρας.Υπό­θε­ση της ενο­χλη­τι­κής, ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς, και όχι των χρή­σι­μων βλα­κών που δεν ήξε­ραν, δεν ρώ­τη­σαν, δεν έμα­θαν, και δεν παί­δε­ψαν πραγ­μα­τι­κά ποτέ το μυαλό τους, χρό­νια τώρα, όχι σή­με­ρα, και αυ­το­ξε­φτι­λί­ζο­νται πάσας ευ­και­ρί­ας δο­θεί­σης, στο δια­δί­κτυο και την τη­λε­ό­ρα­ση.

Είναι εντέ­λει υπό­θε­ση των νε­κρών αγω­νι­στών και της ζω­ντα­νής αλή­θειας, όση σκόνη του χρό­νου και αν έχουν πιά­σει οι πα­λιές φω­το­γρα­φί­ες, τα ξε­χα­σμέ­να σε ένα κουτί σλάιντς, τα μα­τω­μέ­να και βρώ­μι­κα από τον δρόμο και την ιστο­ρία ρούχα.

Είναι υπό­θε­ση του Διο­μή­δη και του Κο­μνη­νού του άμε­σου μέλ­λο­ντος.

rproject.gr