Χώροι Εποπτευόμενης Χρήσης Ναρκωτικών: Μια εντελώς ανεπαρκής λύση σε ένα υπαρκτό πρόβλημα

Χώροι Εποπτευόμενης Χρήσης Ναρκωτικών: Μια εντελώς ανεπαρκής λύση σε ένα υπαρκτό πρόβλημα

  • |

Πριν λίγες βδομάδες υπερψηφίστηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του Υπουργείου Υγείας σχετικά με τους Χώρους Ελεγχόμενης Χρήσης (ΧΕΧ) Ναρκωτικών.

Σε αυ­τούς τους χώ­ρους θα πα­ρέ­χο­νται ασφα­λή και κα­θα­ρά μέσα για τη χρήση ου­σιών (όπως σύ­ριγ­γες), η οποία θα γί­νε­ται υπό την επί­βλε­ψη ια­τρι­κού προ­σω­πι­κού, θα υπάρ­χουν υπη­ρε­σί­ες για την πρό­λη­ψη και την αντι­με­τώ­πι­ση πε­ρι­στα­τι­κών υπερ­βο­λι­κής δόσης και ενη­μέ­ρω­ση σχε­τι­κά με την απο­το­ξί­νω­ση. Το νο­μο­σχέ­διο επί­σης προ­βλέ­πει τη δη­μιουρ­γία μη­τρώ­ων εγ­γρα­φής όσων κά­νουν χρήση στους ει­δι­κούς χώ­ρους.

Κατερίνα Καλλέργη

Η δη­μιουρ­γία τέ­τοιων χώρων φα­ντά­ζει φυ­σι­κά ένα βήμα στο ζή­τη­μα της αντι­με­τώ­πι­σης της το­ξι­κο­ε­ξάρ­τη­σης. Ένα βήμα, όμως, που πι­θα­νόν να οδη­γεί σε αδιέ­ξο­δο. Ενώ σε άλλες πε­ρι­πτώ­σεις τέ­τοιοι χώροι θα μπο­ρού­σαν να είναι όντως βοη­θη­τι­κοί στην προ­σέγ­γι­ση χρη­στών με χα­μη­λό ή κα­νέ­να κί­νη­τρο για έντα­ξη σε προ­γράμ­μα­τα απο­το­ξί­νω­σης, η προ­σέγ­γι­ση αυτή φα­ντά­ζει χωρίς νόημα, άμα εξε­τά­σου­με την κα­τά­στα­ση των κέ­ντρων απε­ξάρ­τη­σης. Την ίδια στιγ­μή που προ­ε­τοι­μά­ζο­νται κον­δύ­λια για τη δη­μιουρ­γία αυτών των χώρων, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα προ­γράμ­μα­τα απε­ξάρ­τη­σης επι­βιώ­νουν με ελά­χι­στη ή μη­δα­μι­νή βο­ή­θεια από το κρά­τος, εξαι­τί­ας των πε­ρι­κο­πών και των μνη­μο­νί­ων. Το απο­τέ­λε­σμα είναι η υπο­λει­τουρ­γία και υπο­στε­λέ­χω­ση των προ­γραμ­μά­των απε­ξάρ­τη­σης και οι εκα­το­ντά­δες χρή­στες που απευ­θύ­νο­νται σ’ αυτά, μπαί­νουν σε τε­ρά­στιες λί­στες ανα­μο­νής, αυ­ξά­νο­ντας την πι­θα­νό­τη­τα να πε­θά­νουν, να πά­θουν κά­ποια μό­νι­μη βλάβη ή να κολ­λή­σουν κά­ποια με­τα­δο­τι­κή ασθέ­νεια.

Οι ΧΕΧ, ενώ θα μπο­ρού­σαν να εντα­χθούν σε ένα πλή­ρες κρα­τι­κό σχέ­διο, αυτή τη στιγ­μή φαί­νε­ται να λει­τουρ­γούν ως «μπά­λω­μα». Δη­λα­δή, αντί η κρα­τι­κή φρο­ντί­δα να εστιά­ζει στην πραγ­μα­τι­κή επί­λυ­ση του ζη­τή­μα­τος της το­ξι­κο­ε­ξάρ­τη­σης και της φρο­ντί­δας των χρη­στών, με το μέτρο αυτό εξα­σφα­λί­ζει απλά το αυ­το­νό­η­το –ότι οι χρή­στες δεν θα πε­θαί­νουν στους δρό­μους, θα έχουν ια­τρι­κή φρο­ντί­δα και θα προ­στα­τεύ­ο­νται από μο­λυ­σμα­τι­κές ασθέ­νειες όπως το AIDS και η ηπα­τί­τι­δα C. Προ­φα­νώς και είναι κα­λύ­τε­ρο από το τί­πο­τα, όμως δεν κα­λύ­πτει ούτε στο ελά­χι­στο τις πραγ­μα­τι­κές ανά­γκες των χρη­στών.

Η υπο­κρι­σία του κρά­τους φαί­νε­ται ξε­κά­θα­ρα και από το γε­γο­νός ότι ελά­χι­στη ση­μα­σία δί­νουν στα αίτια που οδη­γούν στην το­ξι­κο­ε­ξάρ­τη­ση. Ακόμα και στη «με­τα­μνη­μο­νια­κή» πε­ρί­ο­δο που δια­βαί­νου­με, η όξυν­ση των οι­κο­νο­μι­κών προ­βλη­μά­των, η κα­τάρ­ρευ­ση του κοι­νω­νι­κού κρά­τους και η ελ­λι­πής ενη­μέ­ρω­ση συ­νε­χί­ζο­νται ακά­θε­κτες, δη­μιουρ­γώ­ντας τις κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες που οδη­γούν στην εξάρ­τη­ση. Η φτώ­χια, η ανερ­γία, οι αντί­ξο­ες συν­θή­κες δια­βί­ω­σης είναι κά­ποιες από τις πραγ­μα­τι­κές αι­τί­ες που οδη­γούν αρ­κε­τό κόσμο στην εξάρ­τη­ση και για να αντι­με­τω­πι­στεί το ζή­τη­μα πρέ­πει να στα­μα­τή­σουν να υφί­στα­νται. Όποια υπο­τι­θέ­με­νη λύση δεν τα θέτει στο στό­χα­στρο, πα­ρα­μέ­νει μια δια­χει­ρι­στι­κή λύση, που δεν λύνει το πρό­βλη­μα.

Από τα πα­ρα­πά­νω προ­κύ­πτει ένα εύ­λο­γο ερώ­τη­μα: Ο νόμος αυτός εστιά­ζει πραγ­μα­τι­κά στα συμ­φέ­ρο­ντα των χρη­στών και της κοι­νω­νί­ας; Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι φο­ρείς και επι­στή­μο­νες που ασχο­λού­νται με το ζή­τη­μα της το­ξι­κο­ε­ξάρ­τη­σης εδώ και χρό­νια έχουν ανα­δεί­ξει το ζή­τη­μα της ανά­γκης για κρα­τι­κή επι­χο­ρή­γη­ση στα προ­γράμ­μα­τα απε­ξάρ­τη­σης ως ένα από τα κύρια μέτρα για τη μεί­ω­ση της χρή­σης. Όμως, αυτό δεν φά­νη­κε να απα­σχο­λεί ούτε την κυ­βέρ­νη­ση ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, ούτε τις προη­γού­με­νες κυ­βερ­νή­σεις. Αντί­θε­τα, λίγο πριν την προ­ε­κλο­γι­κή πε­ρί­ο­δο, γί­νε­ται η επι­λο­γή να προ­τα­θεί –και να υπερ­ψη­φι­στεί στη συ­νέ­χεια– αυτό το μέτρο.

Είναι ένα μέτρο που συν­δέ­ε­ται με τον «εξευ­γε­νι­σμό» του κέ­ντρου της Αθή­νας, σε μια προ­σπά­θεια να γίνει αό­ρα­το το ζή­τη­μα των το­ξι­κο­ε­ξαρ­τη­μέ­νων για να μην ενο­χλεί την αι­σθη­τι­κή τόσο των του­ρι­στών, όσο και των κα­τοί­κων. Είναι ένα μέτρο που προ­κύ­πτει από την κα­τάρ­ρευ­ση του κοι­νω­νι­κού κρά­τους στα χρό­νια των μνη­μο­νί­ων, σε μια προ­σπά­θεια να «εξοι­κο­νο­μη­θούν πόροι» με κάθε θυσία, αφού η δη­μιουρ­γία και η λει­τουρ­γία των ΧΕΧ είναι φθη­νό­τε­ρη απ’ την ενί­σχυ­ση και τη χρη­μα­το­δό­τη­ση των προ­γραμ­μά­των απε­ξάρ­τη­σης.

Προ­βλη­μα­τι­σμοί επί­σης προ­κύ­πτουν και από το «μη­τρώο εγ­γρα­φών» που θα δη­μιουρ­γη­θεί, καθώς δεν είναι ξε­κά­θα­ρο το πώς θα χρη­σι­μο­ποιεί­ται, αν θα μπο­ρεί να έχει πρό­σβα­ση σε αυτό η αστυ­νο­μία και το κατά πόσο θα προ­στα­τεύ­ο­νται τα ευαί­σθη­τα προ­σω­πι­κά δε­δο­μέ­να των χρη­στών.

Ακόμα και αυτό το ελά­χι­στο μέτρο όμως δη­μιούρ­γη­σε έντο­νες αντι­δρά­σεις και για τους λάθος λό­γους. Δε­κα­τέσ­σε­ρις σύλ­λο­γοι κα­τοί­κων Αθή­νας υπέ­γρα­ψαν ένα κεί­με­νο ενά­ντια στους ΧΕΧ. Όπως γρά­φουν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Οι κά­τοι­κοι της Αθή­νας, […] δεν πρό­κει­ται να συ­ναι­νέ­σου­με στη λει­τουρ­γία τέ­τοιων “πει­ρα­μά­των” ξανά στις γει­το­νιές μας.[…] Όχι ανά­με­σα σε σπί­τια, παι­δι­κούς σταθ­μούς, σχο­λεία, ξε­νο­δο­χεία, θέ­α­τρα και χώ­ρους πο­λι­τι­σμού, χώ­ρους ερ­γα­σί­ας, εμπο­ρί­ου ή συ­νά­θροι­σης και ανα­ψυ­χής των κα­τοί­κων». Αν και είναι μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ότι οι πιά­τσες ναρ­κω­τι­κών μειώ­νουν πολύ το επί­πε­δο ζωής των κα­τοί­κων και συν­δέ­ο­νται με την αύ­ξη­ση της εγκλη­μα­τι­κό­τη­τας και την ανά­πτυ­ξη ενός κλί­μα­τος φόβου, η πραγ­μα­τι­κή απά­ντη­ση σε αυτά τα ζη­τή­μα­τα είναι ο αγώ­νας για την πραγ­μα­τι­κή αντι­με­τώ­πι­ση των αι­τιών τους και για εξα­σφά­λι­ση προ­γραμ­μά­των απε­ξάρ­τη­σης.

Προ­βλη­μα­τι­κή ήταν και η στάση που κρά­τη­σε το ΚΚΕ το οποίο κα­τα­ψή­φι­σε το νο­μο­σχέ­διο. Ξε­κι­νώ­ντας από μια σωστή αφε­τη­ρία που ανα­γνω­ρί­ζει τα κοι­νω­νι­κά αίτια του ζη­τή­μα­τος και τις ευ­θύ­νες του κρά­τους να τα αντι­με­τω­πί­σει και να ενι­σχύ­σει τα προ­γράμ­μα­τα απε­ξάρ­τη­σης, κα­τα­λή­γει σε λάθος συ­μπε­ρά­σμα­τα. Εμ­μέ­νο­ντας στη θέση του ότι η μόνη αντι­με­τώ­πι­ση είναι τα λε­γό­με­να «στε­γνά» προ­γράμ­μα­τα, κα­τα­δι­κά­ζει εξο­λο­κλή­ρου το μέτρο και απο­τυγ­χά­νει να δει πως απο­τε­λεί ένα –ελά­χι­στο μεν, υπαρ­κτό δε– βήμα. Εξαι­τί­ας αυτού φτά­νει να υπο­στη­ρί­ζει έως και ότι αυτοί οι χώροι προ­ω­θούν τη χρήση, μια δή­λω­ση που δεν βα­σί­ζε­ται σε κα­νέ­να από τα στοι­χεία που έχουν προ­κύ­ψει απ’ τις χώρες όπου έχουν εφαρ­μο­στεί ανά­λο­γα μέτρα.

rproject.gr/