«ΕΝΔΟΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΈΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ» ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ  Μέρος ΙΙ/Χ /του Θεμιστοκλή Δελβιζόπουλου

«ΕΝΔΟΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΈΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ» ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ Μέρος ΙΙ/Χ /του Θεμιστοκλή Δελβιζόπουλου

Αλλαγές στη δομή των παραγωγικών δυνάμεων

1 Μετακίνηση βιομηχανιών   

Ταυτόχρονα, την ίδια περίοδο που ξεκίνησε το  μεγάλο κατευθυνόμενο κύμα μετανάστευσης στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, ένα δεύτερο μέτρο, συμπληρωματικό και ενισχυτικό στην προσπάθεια από μέρους της παγκόσμιας βιομηχανικής και τραπεζικής ελίτ, για την μείωση του εργατικού κόστους, μπήκε σε εφαρμογή.

Οι  μεγάλοι πολυεθνικοί όμιλοι, είτε συνεργαζόμενοι είτε εξαγορασμένοι από τους πολυεθνικούς τραπεζικούς ομίλους, σε μια προσπάθεια αναδιάρθρωσης της παραγωγής τους, άρχισαν να μετακινούν την βάση παραγωγής τους, η οποία βασιζόταν σε προϊόντα εντάσεως εργασίας, στις χώρες της Ασίας και της άπω ανατολής, όπως Κίνα και Ινδία.

Οι χώρες αυτές πρόσφεραν μηδαμινά μεροκάματα και συνθήκες εργασίας καταναγκαστικών έργων, μειώνοντας με τον τρόπο αυτό το κόστος εργασίας, το οποίο είχε φτάσει να είναι απαγορευτικό στις μητροπολιτικές καπιταλιστικές χώρες, την περίοδο του μακρού κύματος ανάπτυξης.

Όλη αυτή την μετακίνηση οι πολυεθνικοί όμιλοι την πραγματοποίησαν με ένα σημαντικό όφελος, τα επενδυμένα  κεφάλαια. Γι’ αυτό το τεράστιου κόστους εγχείρημα έγινε  με ελάχιστα έως μηδενικά κεφάλαια. Όλη  αυτή η μετακίνησης έγινε χωρίς να χρειαστούν παρά ελάχιστες επενδύσεις. Μια μελέτη πάνω στους όρους και τις συμφωνίες εγκατάστασης όλου αυτού του βιομηχανικού δυναμικού σ αυτές τις χώρες θα μας δείξει το μέγεθος της μείωσης του κόστους ανά μονάδα προϊόντος.

Όπως ήταν επόμενο αυτό είχε άμεση συνέπεια την προσωρινή μείωση του κόστους ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος, όχι μόνο με την μείωση του κόστους εργασίας, αλά και με την μείωση των επενδυμένων παγίων κεφαλαίων,  εξισορροπώντας προσωρινά την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους.

Μ αυτό τον τρόπο, η οικονομική βιομηχανική και τραπεζική ελίτ των ανεπτυγμένων χορών, πίστεψαν, όπως έκαναν και πολλοί «μαρξιστές» οικονομολόγοι στην εποχή τους, ότι μεταφέροντας την παραγωγή  εντάσεως εργασίας σε χώρες με χαμηλότερους μισθούς και άρα μειώνοντας το κόστος εργασίας, θα ξεπερνούσαν το πρόβλημα της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους.

Όπως ήταν επόμενο, η  προσπάθεια  για την αντιμετώπιση της κρίσης, με αυτό τον κλασικό τρόπο της περιόδου του ελεύθερου ανταγωνισμού στάθηκε απολύτως ανεπαρκής. Η κρίση όχι μόνο δεν ανακόπηκε, όχι μόνο δεν σταμάτησε, αλλά αντίθετα  επιταχύνθηκε  με ακόμα ποιο εντατικούς ρυθμούς.

Δεν μπορώ εδώ παρεμπιπτόντως, να μην παρατηρήσω, ότι δεν είναι δυνατόν μετά από την εφαρμογή αυτού του μέτρου και μετά το πέρασμα και την εμπειρία τριάντα ετών  μείωσης του εργατικού κόστους με διάφορους τρόπους χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα στην ανάσχεση της κρίσης σαν αποτέλεσμα της πτώσης του ποσοστού του κέρδους, να υπάρχουν ακόμα και σήμερα «μαρξιστές» οικονομολόγοι που μπορούν να ισχυρίζονται ότι είναι δυνατόν να υπάρξει λύση της κρίσης μέσω του μηχανισμού της συμπίεσης του εργατικού μισθού.

Στο κεφάλαιο «το χρέος» θα αναφερθώ πιο διεξοδικά  στις αιτίες πτώσης του ποσοστού του κέρδους. Αν παρατηρούσαν λίγο καλύτερα τους δείκτες του μέσου όρου των δεκαετών οικονομικών κύκλων  απ την δεκαετία του 1960και μετά, θα παρατηρούσαν ότι παρ όλες τις παρεμβάσεις τους στην μείωση του εργατικού μισθού το καθαρό ποσοστό του κέρδους από δεκαετία σε δεκαετία κατρακυλούσε συνεχώς. Η παράθεση των δεικτών της πορείας του ποσοστού του κέρδους  στις ΗΠΑ, την Γερμανία και την Ιαπωνία, στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα εκτός χρηματοπιστωτικών και των ποσοστών του κέρδους της μεταποίησης στις ίδιες χώρες, είναι ενδεικτικό.

Ποσοστό κέρδους ιδιωτικού τομέα πλην χρηματοπιστωτικών

ΗΠΑ

1960-1969   1970-19879  1880-1990   1991-2000    2001-1010

0,146             0,105               0,098              0,108            0,100

Γερμανία

0,177             0,132                 0,128              0,094            0,095

Ιαπωνία

0,190           0,126                  0,119              0,035            0,086

Ποσοστό κέρδους στην μεταποίηση

ΗΠΑ

0,245           0,134                   0,118            0,164              0,141

Γερμανία

0,189         0,124                     0,104            0,052             0,122

Ιαπωνία

ο,364                   0,296              0,198            0,103             0,083

Και αυτό συνέβαινε, την ίδια στιγμή που το κόστος εργασίας έπεφτε ταυτόχρονα με την πτώση του ποσοστού του κέρδους και στις τρείς χώρες.

Αύξηση του εργασιακού κόστους ιδιωτικού τομέα πλην χρηματοπιστωτικού σε σταθερές τιμές

ΗΠΑ

0,020               0,010            0,001           0,010             0,011

Γερμανία

0,020              -0,005            0,009           0,012            -0,004

Ιαπωνία

0,069                0,051            0,015            0,008             -0,001

Μεταποίηση

ΗΠΑ

0,019             0,013            0,007           0,014              0,013

Γερμανία

0,022            -0,001           0,014           0,027             0,004

Ιαπωνία

0,106              0,085            0,027          0,026             0,036

Όπως ήταν επόμενο, παρά το γεγονός ότι το ποσοστό του κέρδους δεν ανέκαμψε όλη αυτή την περίοδο και παρά την μετακίνηση των βιομηχανιών εντάσεως εργασίας, αυτό που επέφερε  ήταν  μια δραματική ανατροπή στην παγκόσμια αγορά και ταυτόχρονα μια σημαντική επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων, ίση ή και μεγαλύτερη με αυτή που πραγματοποιήθηκε μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Αυτό  ήταν το  σημαντικότερο αποτέλεσμα αυτών των μετακινήσεων.

Μια από τις πρώτες σημαντικές αλλαγές  που πραγματοποιήθηκε στην παγκόσμια οικονομία με την μετακίνηση των βιομηχανικών  μονάδων σε χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος, ήταν να εντάξουν στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας και στην παγκόσμια αγορά, νέες χώρες, με ένα βίαιο τρόπο, πολύ πριν αυτές καταφέρουν από μόνες τους να ενταχτούν.

Πολύ πριν αυτές κατορθώσουν με τη δική τους εσωτερική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων να το πραγματοποιήσουν. Αυτό ήταν μια από τις μεγαλύτερες επεκτάσεις  παραγωγικών δυνάμεων που πραγματοποιούσε ο καπιταλισμός μέσω των πολυεθνικών, μετά την μεγάλη επέκταση που πραγματοποίησε αμέσως, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με την ίδρυση θυγατρικών βιομηχανικών μονάδων σε όλα σχεδόν τα έθνη κράτη από τα εθνικά τραστ. Το ζήτημα αυτό θα το συναντήσουμε και παρακάτω.

Το  δεύτερο σημαντικό γεγονός ήταν, ότι με την ένταξη αυτών των χωρών στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας και το παγκόσμιο εμπόριο, πρόσθεσαν μια σειρά χώρες στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Χώρες  οι οποίες παρήγαγαν ομοειδή εμπορεύματα με αυτά που παρήγαγαν οι εναπομείνασες βιομηχανίες και βιοτεχνίες στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, την μεγιστοποίηση της υπερπαραγωγής και κατά συνέπεια την ένταση του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Άλλωστε, όπως πια βλέπουμε σήμερα, ένας απ τους μεγαλύτερους ανταγωνιστές στην παγκόσμια αγορά και ανταγωνιστής όλων σχεδόν των μονοπωλιακών ομίλων της  παγκόσμιας οικονομίας, είναι η Κίνα, η οποία αναδείχτηκε μέσα απ αυτήν την διαδικασία της  μετακίνησης βιομηχανιών στο έδαφος της.

Ακόμα  επιπρόσθετα: οι πολυεθνικές, σαν εισαγωγικές πια εταιρίες φτηνότερων ομοειδών προϊόντων, ενέτειναν  τον ανταγωνισμό στους κόλπους των μητροπόλεων και οδήγησαν στο κλείσιμο η την εξαγορά μια σειρά από ομοειδείς βιομηχανικούς κλάδους στο εσωτερικό των χωρών τους, αυξάνοντας  ακόμα περισσότερο  την ανεργία.

Όπως έγινε φανερό μετά από μια τριακονταετία περιστολής του εργατικού μισθού με όλους τους παραπάνω τρόπους, το μόνο που κατόρθωσαν ήταν να δημιουργήσουν μια προσωρινή ανάσχεση στην πτώση της κερδοφορίας στην αρχή, αλά στην συνέχεια να συμβάλουν στην υπερπαραγωγή και την ένταση του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Όπως αποδείχτηκε, ούτε και με αυτό τον τρόπο έγινε δυνατόν να ελεγχτεί η πτωτική τάση  του ποσοστού του κέρδους.

Όλη αυτή η ανατροπή και η αναταραχή στις μητροπόλεις των πολυεθνικών επέδρασε δραματικά στην  πτώση της κατανάλωσης με διάφορους τρόπους:

-Με την αύξηση της ανεργίας που δημιουργούσαν από την αποβιομηχάνιση των κλάδων εντάσεως εργασίας με την μεταφορά τους στις χώρες χαμηλού κόστους.

-Με τις εισαγωγές με φτηνά ομοειδή προϊόντα τα οποία επιδείνωναν τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό των χωρών τους με τις εναπομείνασες βιομηχανίες χαμηλής παραγωγικότητας, οδηγώντας πολλές απ’ αυτές στο κλείσιμο ή την εξαγορά, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο την ανεργία και κατά συνέπεια επέτειναν την μείωση της κατανάλωσης.

-Με την πίεση που ασκούσαν μέσω  του μεταναστευτικού κύματος που χρησιμοποίησαν  για την μείωση του εργατικού μισθού. Αυτό μαζί με την αύξηση της ανεργίας,  επέφερε ένα ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό στους κόλπους της εργατικής τάξης και κατά συνέπεια πτώση του εργατικού μισθού, κάτι που είχε σαν αποτέλεσμα την επιδείνωση και την μείωση ακόμα περισσότερο της κατανάλωσης.

Σαν συνέπεια, της δραματικής πτώσης της αγοραστικής δύναμης  των εργαζομένων τάξεων και της  αύξησης της παραγωγικότητας με τις νέες τεχνολογίες, ο παγκόσμιος καπιταλισμός μπήκε στην μέγγενη μιας ανεξέλεγκτης  υπερπαραγωγής, και μιας δραματικής πτώσης της κατανάλωσης και του παγκόσμιου εμπορίου τα αποτελέσματα  των οποίων θα δούμε παρακάτω.

Ενδεικτικά, ο δείκτης κατανάλωσης στα αμερικάνικά νοικοκυρά βούτηξε απ το +7 το 1995 στο      – 12 το 2012, στην Γερμανία  απ το +10 το 1990 στο +1 το 2010, στην Ιαπωνία απ το +5 το 2005 υποχώρησε στο -3 στα μέσα του 2007, για να επανέλθει με πολύ κόπο στο  +2 το 2012. Αντίστοιχη πτώση παρουσιάστηκε σε όλες τις ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες όπως και στις υπό ανάπτυξη.

Την ίδια πτωτική πορεία είχαν και οι παγκόσμιες  επενδύσεις σε όλο το διάστημα του μακρού κύματος ύφεσης. Ξεκινώντας στο +26% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 1973, κατρακυλούν συνεχώς, (με τις διακυμάνσεις που παρουσιάζουν οι εξάχρονοι κατά μέσο όρο κύκλοι ύφεσης και ανάκαμψης), στο 20% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2010, χωρίς ποτέ να καταφέρουν τα προσεγγίσουν το 26% του 1973.

Ένα δεύτερο σημαντικό επακόλουθο αυτής τη ενέργειας ήταν, οι χώρες που οδηγήθηκαν σε εξαγωγή βιομηχανιών εντάσεως εργασίας, να μετατραπούν αναγκαστικά, από χώρες εξαγωγής προϊόντων, σε χώρες εισαγωγής και κατανάλωσης όλων αυτών των προϊόντων που παρήγαγαν αλλού οι πολυεθνικές τους εταιρίες, με αποτέλεσμα οι δείκτες βιομηχανικής τους παραγωγής να συρρικνώνεται συνεχώς και το ισοζύγιο τους να επιδεινώνεται.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ΗΠΑ, οι οποίες έγιναν, μέχρι το ξέσπασμα της μεγάλης κρίσης, ο καταναλωτής όλων αυτών των προϊόντων που παράγονταν έξω απ τα σύνορα τους, σέρνοντας με αυτό τον τρόπο το άρμα της παγκόσμιας οικονομίας για πάνω από είκοσι χρόνια.

Χωρίς να πάρομε υπόψη μας τις διακυμάνσεις απ το 1973 οι οποίες έχουν και αυτές την αξία τους, ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής, ξεκινώντας απ την δεκαετία του 1990, παρατηρούμε ότι ξεκινώντας απ το +8 το 1989 κατρακυλάει στο -5 το 1991 για να ανακάμψει στο +10 για μια περίοδο μέχρι 1998 λόγω της συμφωνίας της πλαζα, για να κατρακυλήσει στο -15 το 2010.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η δραματική πτώση της βιομηχανικής παραγωγής στις ΗΠΑ, παρουσιάζεται την ίδια περίοδο ακριβώς που είχε αναλάβει να γίνει ο καταναλωτής της παγκόσμιας παραγωγής. Είναι η ίδια περίοδος που το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα κάνοντας μια απότομη στροφή, αποφάσισε να απαλλαγή  απ την παλιά δοκιμασμένη  κεϋνσιανή διαχείριση της ζήτησης μέσω της αύξησης των δημοσίων δαπανών και η οποία φάνηκε να λειτουργεί σαν  σταθεροποιητικός παράγοντας τις οικονομίες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού για μια μεγάλη περίοδο από  το 1975 έως το 1990-95.

Η απαλλαγή απ την κεϋνσιανή πολιτική, ήταν μια δραματική αλλαγή, γιατί μέσω του χρέους φόρτωσε στις πλάτες  των νοικοκυριών και των εταιριών την συντήρηση της ζήτησης. Αυξάνοντας πλασματικά τα περιουσιακά τους στοιχεία στην αρχή μέσω της αύξησης των χρηματιστηριακών τίτλων, και στην συνέχεια μέσω της αύξησης της τιμής των ακινήτων, συντήρησε για ένα μακρύ διάστημα έστω και σε φθίνουσα πορεία την ζήτηση.

Η μεταστροφή  της οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ για ακριβό νόμισμα στα μέσα 1995 ήταν μια σημαντική αλλαγή, και ήταν αυτή που καθόρισε και την νέα περίοδο. Ενώ η προηγούμενη πολιτική  χαμηλού δολαρίου αποσκοπούσε να τονώσει την αμερικάνικη βιομηχανία, να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της και να βοηθήσει της εξαγωγές, η στροφή για υψηλό δολάριο λειτουργούσε ακριβώς αντίθετα.

Οι κατασκευές, η γη, το λιανικό εμπόριο και γενικά ο τομέας των υπηρεσιών (όλων των μη εμπορευσίμων αγαθών), θα ευνοούνταν σε βάρος της βιομηχανίας, η κατανάλωση σε βάρος των επενδύσεων και οι εισαγωγές σε βάρος των εξαγωγών. Ταυτόχρονα ο χρηματοπιστωτικός τομέας και οι χρηματοπιστωτικές αγορές θα αποκτούσαν κεντρικό ρόλο στην οικονομία. Με αυτό τον τρόπο  μετατράπηκε από χώρα παραγωγός σε χώρα καταναλωτή διογκώνοντας  με αυτό τον τρόπο το εμπορικό της έλλειμμα και μαζί το δημόσιο χρέος της.  Περισσότερα στοιχεία για την κίνηση της παγκόσμιας οικονομίας παρατίθενται στο κεφάλαιο χρέος.

Συμπερασματικά, σε όλη την περίοδο του μακρού κύματος της ύφεσης 75 – 2007, και ενώ λειτουργούσαν σε όλη αυτή τη μακρόχρονη περίοδο οι τυπικοί δεκάχρονοι κύκλοι ανάπτυξης – κρίσης, κανένας βασικός δείκτης, δεν έφτανε και δεν ξεπέρασε ποτέ τα επίπεδα που ήταν στο  ξεκίνημα  του κάθε κύκλου, ανεξάρτητα απ τις διακυμάνσεις του. Η παγκόσμια κατανάλωση έπεφτε δραματικά, οι παγκόσμιες επενδύσεις μειώνονταν από κρίση σε κρίση, και η παγκόσμια ανεργία μετά το τέλος του κάθε ενδιάμεσου κύκλου δεν κατόρθωνε να απορροφηθεί πλήρως αυξάνοντας συνεχώς την παγκόσμια ανεργία.

2 Αυτοματισμός

Την ίδια περίοδο που χρησιμοποιούσαν την μετανάστευση βιομηχανιών στον τρίτο κόσμο και την μεταφορά εργατών στις μητροπόλεις, στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, οι πολυεθνικές πραγματοποιούσαν ταυτόχρονα, μια από τις σημαντικότερες αναδιαρθρώσεις στην παραγωγική τους βάση. Για να μειώσουν το κόστος εργασίας, αλλά και το κόστος  παγίων κεφαλαίων, έκαναν δύο ενέργειες που άλλαξαν καθοριστικά τον τρόπο και την μορφή της παραγωγής όπως την ξέραμε μέχρι τότε.

Με την καθοδήγηση και τον έλεγχο του καρτέλ των τραπεζών, οι οποίες έτσι και αλλιώς ελέγχουν αλλά και κατέχουν  το μεγαλύτερο ποσοστό μετοχών των πολυεθνικών, αποτελώντας την κορυφή της πυραμίδας οικονομικής ισχύος, από τις δεκαετίες ’80 και ’90, οδήγησαν τις παραγωγικές εταιρίες, σε επενδύσεις μεγάλης έκτασης εντάσεως κεφαλαίων και τεχνολογίας αναδιαρθρώνοντας ολοκληρωτικά την βάση παραγωγής τους. Έτσι οι πολυεθνικές, εισήγαγαν και εφάρμοσαν  την πιο ανεπτυγμένη μορφή εντάσεως  τεχνολογίας και αυτοματισμού που υπήρχε αυτές τις δεκαετίες στην παραγωγή.

Ας σημειώσουμε εδώ εντωμεταξύ, ότι στο πέρασμα των τελευταίων   25 ετών, η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής, κατάντησε τις επενδύσεις αυτές της δεκαετίας του ’90 παρωχημένες. Οι  νέες  επενδύσεις που τυχόν θα γίνουν στο εξής θα επιφέρουν ακόμα ποιο δραματικές αλλαγές στην παραγωγική βάση, εφαρμόζοντας πλήρως την ρομποτική. Όπως καταλαβαίνουμε αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα να πετιούνται  μαζικά εργατικά χέρια από την παραγωγή. Το τελευταίο διάστημα μάλιστα, με κομπασμό τα ΜΜΕ πληροφορούν  την εργατική τάξη ότι τα επόμενα πέντε χρόνια πέντε εκατομμύρια εργαζόμενοι θα πεταχτούν στον καιάδα της ανεργίας αντικαθιστάμενοι από ρομπότ.

Όπως ήταν επόμενο, η εφαρμογή του αυτοματισμού είχε σαν συνέπεια, να επιδράσει σε μια σειρά παράγοντες στην παραγωγή.

Αρχικά πραγματοποιήθηκε μια σημαντική  αύξηση της παραγωγικότητας. Αυτή με την σειρά της, επέδρασε στο κόστος εργασίας μειώνοντας τον πραγματικό μισθό, αντλώντας μεγαλύτερο χρόνο απλήρωτης εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.

Ταυτόχρονα, η αύξηση της παραγωγικότητας δημιούργησε μια σημαντική  αύξηση της παραγωγής εμπορευμάτων ανά ώρα εργασίας, μειώνοντας δραστικά το κόστος παραγωγής. Όλα αυτά λειτούργησαν προσωρινά στην εξισορρόπηση  της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους. Όπως θα δούμε παρακάτω όμως, η αύξηση της παραγωγικότητας ήταν ένας απ τους παράγοντες και των αιτίων της κρίσης, συμβάλλοντας δραματικά στην αύξηση  της υπερπαραγωγής.

Από την δεκαετία του ’70 και με όλο ένα και πιο εντατικούς ρυθμούς το ’80 και το ’90, οι πολυεθνικές επενδύοντας στις νέες τεχνολογίες του αυτοματισμού, μεγιστοποιώντας τις δυνατότητες παραγωγής τους, χώρισαν τον κόσμο σε σφαίρες εμπορίου.

Με τις επενδύσεις αυτές στις νέες τεχνολογίες, ίδρυσαν μεγάλες μονάδες παραγωγής για την εξυπηρέτηση εκατομμυρίων  καταναλωτών. Με αυτό τον τρόπο μπόρεσαν να κλείσουν μια σειρά θυγατρικές «εθνικές» βιομηχανικές μονάδες τους που είχαν ιδρύσει  μετά τον πόλεμο ανά τον κόσμο σε μια σειρά έθνη κράτη. Κρατώντας και ενισχύοντας το εμπορικό τους τμήμα,  διεκδίκησαν μερίδια αγοράς από τις εκάστοτε ανταγωνιστικές εθνικές βιομηχανίες ομοειδών προϊόντων σε όλο τον κόσμο. Το κλείσιμο μιας σειράς θυγατρικών μονάδων ανά τον κόσμο, συνέτεινε στην μείωση του κόστους παγίων κεφαλαίων και ταυτόχρονα στην μείωση του κόστος παραγωγής.  Με την ενέργεια τους αυτή, αύξησαν τον ανταγωνισμό με τις βιομηχανίες ομοειδών προϊόντων, διεκδικώντας με καλύτερους όρους μερίδια αγοράς απ τις εθνικές βιομηχανίες σε κάθε έθνος κράτος ξεχωριστά.

Η εφαρμογή του αυτοματισμού, ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο μέτρο, μαζί με την μετακίνηση βιομηχανιών στον «επονομαζόμενο τρίτο κόσμο», μετά την κρίση του ’73 στην πραγματοποίηση μιας μεγάλης επέκτασης των παραγωγικών δυνάμεων στην προσπάθεια συγκράτησης της πτώσης του ποσοστού του κέρδους.

Ταυτόχρονα, οι επενδύσεις στον αυτοματισμό, επέδρασαν καταλυτικά και στην αναδιάρθρωση των παραγωγικών δυνάμεων όπως αυτές είχαν επιβληθεί μεταπολεμικά. Με τις επενδύσεις αυτές, οι πολυεθνικές κατόρθωσαν να μετατρέψουν τις εταιρίες που ίδρυσαν  μεταπολεμικά σε κάθε έθνος κράτος, από βιομηχανικές – εμπορικές, σε αμιγώς εμπορικές για την διάθεση των προϊόντων τους που παρήγαγαν αλλού.

Είναι αναγκαίο να σημειώσουμε εδώ, ότι η επέκταση τους αυτή μεταπολεμικά, από το μητροπολιτικό εθνικό κέντρο και η ίδρυση σε μια σειρά έθνη κράτη, θυγατρικές βιομηχανικές και εμπορικές μονάδες, είναι που τις μετέτρεψε και τις επέβαλε σαν πολυεθνικές στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας. Έτσι  από εθνικά τραστ και καρτέλ, που λειτουργούσαν μέχρι σχεδόν τα μέσα του 20ου αιώνα, εξάγοντας τα προϊόντα τους για πώληση στην διεθνή αγορά, αύξαναν το κόστος μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα τους. Με την επέκταση τους αυτή πέτυχαν δυο βασικά κέρδη. Μετέφεραν τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό των εθνών κρατών με τις εθνικές βιομηχανίες ομοειδών προϊόντων και έβαλαν τις βάσεις για την μετατροπή τους σε πολυεθνικές εταιρίες και ταυτόχρονα τις βάσεις για την ίδρυση των πολυκλαδικών πολυεθνικών μονοπωλίων στην παραγωγή.

Αυτή ακριβώς η ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που πραγματοποιήθηκε, με την μετακίνηση των βιομηχανιών εντάσεως εργασίας και την επέκταση της παραγωγής γεωγραφικά, και τέλος η εφαρμογή του αυτοματισμού, μετέτρεψαν τις πολυεθνικές σε πολυκλαδικές, και επέβαλαν τα πολυκλαδικά πολυεθνικά  μονοπώλια στην κορυφή της πυραμίδας του παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας.

Επιπρόσθετα. Η αύξηση των επενδύσεων παγίων κεφαλαίων, στις νέες τεχνολογίες, είχε σαν συνέπεια την δημιουργία τεράστιας ανισορροπίας στη σχέση σταθερού προς μεταβλητό στους συγκεκριμένους  τομείς ή κλάδους όπου εφαρμόστηκε. Μειώνοντας απόλυτα το μεταβλητό και αυξάνοντας κατακόρυφα το σταθερό αυτό είχε σαν  αποτέλεσμα την ακόμα πιο βίαιη πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους σε αυτούς τους κλάδους, παρά την  εντατικοποίηση και την υπερεκμετάλλευση της εργασίας που επέφερε.

Εδώ πρέπει να προσθέσουμε και ένα νέο πρόβλημα που παρουσιάστηκε με την συγκεντροποίηση και μεγιστοποίηση των πολυεθνικών, αυτό της διόγκωσης της γραφειοκρατίας μέσα στους κόλπους των εταιριών όσο η συγκεντροποίηση αυξάνονταν: Με άλλα λόγια έχοντας την δυνατότητα που τους έδιναν οι επενδύσεις τους στις νέες τεχνολογίες, ο προγραμματισμός της παραγωγής τους για την διάθεση των προϊόντων τους σε εκατομμύρια καταναλωτές σε δεκάδες χώρες, οδήγησε σε αναδιάταξη το σύνολο των γραφειοκρατικών επιτελείων τους.

Νέες υπηρεσίες προστέθηκαν στον γραφειοκρατικό σώμα των εταιριών, όπως έρευνα αγοράς, διαφήμιση, προγραμματισμός παραγωγής και πωλήσεων, στατιστική  και άλλες, αντλώντας ένα μεγάλο μέρος υπεραξίας μέσω των μισθών των υπαλλήλων αυτών των υπηρεσιών.

Αποτέλεσμα, όταν οι υπηρεσίες αυτές μεγιστοποιήθηκαν τόσο πολύ μέσα στο σώμα των εταιριών, όσο να τους γίνουν βάρος, τα τμήματα αυτά αποκόπηκαν και μετατράπηκαν σε ανεξάρτητες η θυγατρικές εταιρίες, μεγιστοποιώντας  υπέρμετρα τον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών έναντι του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα. Όλος αυτός ο όγκος των υπηρεσιών, αντλούσε τους μισθούς του απ την γενική παραγόμενη κοινωνική υπεραξία.

Το ζήτημα των υπηρεσιών της μεγέθυνσης τους και του ρόλου τους στην παραγωγή και την αναδιανομή της υπεραξίας, πρέπει να αποτελέσει ιδική μελέτη σε άλλο άρθρο.

Όλοι αυτοί οι κλάδοι, οι οποίοι με τις επενδύσεις στις νέες τεχνολογίες δημιούργησαν με τον  ένα η τον άλλο τρόπο ανισορροπία μεταξύ σταθερού και μεταβλητού κεφάλαιου, στην ανάγκη τους να εισπράξουν από την παγκόσμια παραγωγή της υπεραξίας το μερίδιο του ποσοστού του κέρδους που έχαναν, ο κλασικός κανόνας ήταν μονόδρομος.

Παράγουμε φτηνά πουλάμε ακριβά. Αυτός είναι και  ο μόνος μηχανισμός εξισορρόπησης του μέσου ποσοστού του κέρδους. Δημιουργούσαν καρτέλ στις τιμές των προϊόντων. Κρατούσαν τις τιμές των προϊόντων τους στο μέσο ύψος των εθνικών τιμών που καθοριζόταν από το μέσο επίπεδο παραγωγικότητας των εθνικών βιομηχανιών όπως αυτό καθοριζόταν απ τη χαμηλότερη παραγωγικότητά τους.

Έτσι με τα χαμηλά κόστη που είχαν πετύχει και πουλώντας στις μέσες εθνικές τιμές, αντλούσαν μερίδια υπεραξίας που παρήγαγαν άλλοι. Αυτός ήταν ένας επιπρόσθετος τρόπος με τον οποίο  προσπάθησαν να εξισορροπήσουν την βίαιη πτωτική τάση του  ποσοστού του κέρδους. Ταυτόχρονα  έσπρωχναν μέσω του ανταγωνισμού μια σειρά ομοειδείς βιομηχανίες που δεν άντεξαν στην πίεση του ανταγωνισμού, στο κλείσιμο η στην εξαγορά σε όλο τον κόσμο, παίρνοντας τα μερίδια αγοράς που αυτές κατείχαν. Οι πολυεθνικές σ αυτό τον ανελέητο εμπορικό πόλεμο που εξαπέλυσαν απ την δεκαετία του ’70, είχαν σύμμαχο και αρωγό των προσπαθειών τους τις τράπεζες, με μια σειρά  εξαγορές και συγχωνεύσεις που επέβαλαν.

Με αυτήν την αναδιοργάνωση των παραγωγικών δυνάμεων, και χωρίς να το επιδιώκουν, αναγκαζόταν να οδηγούν την παραγωγή βήμα το βήμα σε ένα όλο και μεγαλύτερο προγραμματισμό καταρχήν στο εσωτερικό των εταιριών και στην συνέχεια σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο, κοινωνικοποιώντας ή «σοσιαλιστικοποιώντας» κατά κάποιο τρόπο σε ένα ανώτερο επίπεδο τις παραγωγικές δυνάμεις, κάνοντας πολύ πιο εύκολο τον μελλοντικό διεθνή προγραμματισμό τους.

Με όλες αυτές τις αλλαγές εμμέσως «καταργούσαν» τον εαυτό τους και ταυτόχρονα οδηγούσαν την παγκόσμια οικονομία σε μια μεγαλύτερη σε ένταση κρίση υπερπαραγωγής με ταυτόχρονη συρρίκνωσης της κατανάλωσης, βαθαίνοντας ακόμα περισσότερο την κρίση.

Η νέα κρίση, αυτή που βιώνουμε σήμερα, προετοιμάζει νέες αλλαγές στην παραγωγική βάση με την εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής, με ένα πολύ πιο  οξύ και δραματικό τρόπο, κάτι που είναι αδύνατον να αντιμετωπιστεί κάτω απ το καθεστώς των παραγωγικών σχέσεων του καπιταλισμού.